Η μητέρα

Της Μαρίας Σταματάκη
Κάποτε το σπίτι μας στένευε·
δεν τον χωρούσαν οι τοίχοι.
«Είναι που άλλαξε το φεγγάρι»,
ψιθύριζε η μητέρα.
Έπεφτε πάνω της θεόρατος βράχος.
Μας πιτσιλούσαν τα αίματα.
Όταν φαίνονταν ξανά στη θέση τους οι τοίχοι
και οι κουρτίνες
και τα κάδρα στους τοίχους,
εκείνος είχε ξεγλιστρήσει σαν σκιά.
Ήταν κιόλας ένα μαζί τους —
αντικείμενο,
σκηνικό.
Σιωπηλά, το βράδυ, η μητέρα θα κεντούσε.
Θα ραβόταν στο κάθισμα.
Θα ’ραβε κουμπιά να κουμπώσει
το στόμα, τα μάτια.
Θα ’ραβε τη θαμπή ανάμνηση
της ζωής της.
Δράκος η νύχτα.
Δράκος κι αυτός, να την καταπιεί.
Κόκκινο φίδι, τυλιγμένο στη μέση της.
«Είναι που πέφτει νωρίς το σκοτάδι»,
ψιθύριζε η μητέρα.
Γυρνούσε να τον δει, όταν γινόταν ένα με το σκοτάδι.
Έτσι τον γνώρισα —
ένα με το σκοτάδι.
Και πώς ν’ αφήσω ελεύθερη την ψυχή μου,
να περπατήσω πλάι του,
να συμβαδίσω;
Μόνη κληρονομιά μου, αυτά τα κουμπιά.
Να κουμπώνω το στόμα,
να ράβω το πώς,
το γιατί,
το πότε,
το ποτέ.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
