Η μικρή μας πόλη

Της Νανάς Σοφτά-Καλαμπαλίκη
Η μικρή μας πόλη σήμερα…
Μια απλοχεριά άνθρωποι του μόχθου και
της βιοπάλης.
Μια λευκή αγκαλιά σπιτάκια
ν’ ανηφορίζουν τη βαθύσκια και δροσερή
βουνοπλαγιά
καταντικρύ στο λιόγερμα.
Στο δυνατό φως μοιάζει να λάμπει
σαν το σύννεφο.
Μοιάζει να καίγεται ολάκερη
μ’ ένα απαλό, διάχυτο φως αγάπης.
…αρχόντισσα σε
καιρούς αλλοτινούς…
Σχήματα και όγκοι…
ανεξάλειπτα χαράγματα στο περιθώριο της αδίδακτης ιστορίας της.
Στενά λιθόστρωτα σοκάκια,
απέριττες εκκλησιές, ψηλά λιθόκτιστα καμπαναριά,
δωρικής λιτότητας αρχοντικά
παραδομένα στη φθορά του χρόνου.
Αρρώστια… θάνατος … φονικό…
Πόνος αβάσταχτος κάποτε στιγμάτισε την ευτυχία,
που διάβαινε μέσα τους. Ερήμωσαν…
Στ’ άδεια δωμάτια θροΐζει παγωμένος αγέρας σιωπής.
Στις ψιλοτάβανες γωνιές, η θλίψη υφαίνει θύμησες χαμένων
για πάντα στιγμών.
Στα σπασμένα οικόσημα, στα μπρούτζινα ρόπτρα, στις σφυρίλατες σιδεριές
σκουριάζουν οι θρύλοι, που στοίχειωσε η εγκατάλειψη πάνω τους.
Κάποιες αλλόκοτες νυχτιές, σα βαθαίνει το σκοτάδι
κ’ η μικρή μας πόλη, αποσταμένη, αποκοιμιέται ατάραχα,
τα μάνταλα ξεκλειδώνουν. Οι σκουριασμένοι μεντεσέδες τρίζουν.
Φωτίζουν οι γρίλιες. Μισανοίγουν τα πορτόφυλλα.
Σκιές και φαντάσματα επιστρέφουν…
Γέλια… χαρούμενες φωνές…
Ήχοι απαλοί κρυστάλλινων ποτηριών αντηχούν σα σε γιορτή.
Ίσκιοι ζευγαριών στροβιλίζονται σε μελωδίες μιας άλλης εποχής.
Πριν το χάραμα, οι γρίλιες σκοτεινιάζουν.
Τα πορτόφυλλα κλειδώνουν ξανά.
Η σκουριά σκεπάζει σκιές και φαντάσματα.
Οι θρύλοι σφαλίζουν βιαστικά τα κρυφά περάσματα στη νύχτα
προτού η βιοπάλη αρχίσει να ξυπνά…
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
