Δέντρο στα σύννεφα

Της Αικατερίνης Γαβρίλη
Στα γκρίζα σύννεφα φύτεψα σπόρους,
και στο υγρό το χώμα ουρανούς.
Στο παραφορτωμένο μέσα μου, έκανα χώρους.
με κόπο τους κρατούσα αδειανούς.
Τα όνειρα, παπούτσια που πονάνε,
ασθμαίνοντας τραβώ μια ανηφόρα.
Όλοι τριγύρω μου στολές φοράνε
και περπατούν ασκόπως μες στη χώρα.
Δίχως φειδώ, ουρλιάζουν οι μαινάδες,
σαν από όνειρο, αμέτοχα κοιτάζω.
οι σκέψεις ξεγλιστράνε σα φυγάδες,
και κάποιο ξέφωτο συνέχεια πλησιάζω.
Θαρρώ προφταίνω ν’ ανεβώ στο δέντρο,
μα τα κλαδιά ξεράθηκαν και σπάνε.
Ίσως κουρνιάσω στου κορμού το κέντρο,
εκεί που όλα τα σύμπαντα χωράνε.
Τα σύννεφα μάλλον δεν θ’ αντικρύσω,
κι όλη τη γλύκα απ’ της γης το μέλι.
Μα σίγουρα κοιτώντας θα δακρύσω,
το άπειρο εντός μου ν’ ανατέλλει.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
