το πύρινο κρεβάτι

Της Ίλια
Μπήκαν στο σπίτι μου το βράδυ και με πήραν.
Στοιχεία λίγα, αλλά αδιάσειστα. Καθρέφτης κοίλος, κρεβάτι μονό και μήτρα
αχρησιμοποίητη.
Προσέρχονται οι μάρτυρες.
Η μάνα μου, που με έντυσε με τα όνειρά της και δε με συγχώρεσε που μου πέσαν
μικρά.
Ο πατέρας μου, που σώπασε από αμηχανία.
Οι φίλοι μου, που τους συστήθηκα κάπως κάποτε και δε με άφησαν ποτέ να το ξεχάσω.
Οι άντρες μου· χειροκίνητες μηχανές κιμά. Με κάναν δοχείο προσδοκιών και ό,τι
περίσσεψε το κόψαν.
Εγώ, που τους άφησα.
Ένας άντρας ισιώνει το ρολόι του. Ένοχη.
Μπροστά μου πύρινο κρεβάτι.
Δε ζητάω βοήθεια. Αυτοί με ξάπλωσαν εδώ.
Η μαμά μου με σκεπάζει να μη κρυώσω.
Κοιτάω γύρω μου. Μάτια αραχνών. Μάτια κενά. Μάτια γεμάτα ανακούφιση.
Βγαίνω από το σώμα μου και κοιτάω από ψηλά.
Δε μου μοιάζω.
Δε με ξέρω.
Τα τζιτζίκια παίζουν τύμπανα· φωνές αθανασίας.
Θυμάμαι.
Είμαι πηλός. Σκληραίνω. Αγριεύω.
Είμαι πεύκο. Σκορπίζομαι. Δημιουργώ.
Είμαι αέρας. Τρέφω. Καταστρέφω.
Στις φλόγες σας ανάβω το τσιγάρο μου.
Επιμέλεια: Βάσω Τσακάλου
