Ο πατέρας μου

Του Δημήτρη Καραγιάννη
Α ρε γέρο. Ένα αγιασμένο κορμί ήσουν
Κορμάκι που ποτέ του δεν μύρισε
ιδρώτα, απλυσιά
Επάνω σου κουβαλούσες
ολόπηχτες σταλαγματιές του ήλιου
Η ψυχή σου καθαρός γαλάζιος ουρανός
Τα Σαββατόβραδα έμπαινες στο φτωχικό μετά το μεροκάματο και
η μέρα έσβηνε απαλά
Όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου
στο κατώφλι μας
Ένα βελούδινο πουπουλένιο μαξιλάρι
η αγκαλιά σου
Κείνο το μουστάκι σαν ουρά ποντικού
να μου γαργαλάει τ’ αυτιά
Α ρε γέρο μου Πατέρα. Πόσο μου λείπεις!
Σου πηγαίνουν τ’ άσπρα. Έτσι όπως ήρθες στο όνειρό μου απόψε
Χαμογελαστός. Σταυροπόδι. Όπως τότε. Θυμάσαι;
Πιτσιρικάς, βόλτα στην πλατεία
να πίνεις το καφεδάκι σου. Ναι και όχι
Και γω δίπλα σου καμαρωτός με το σκουφί μου και τα καινούρια μου πατούμενα
Μαυρόασπρη γκραβούρα
Ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποτέ μου τι καφές ήταν ο «ναι και όχι»
Τι «ναι και όχι» ρε γέρο
Μίλα καθαρά ρε. Πες. Γιατί ήρθες απόψε;
Τι χαμογελάς μωρέ;
Τι χαμόγελο κι αυτό!
Ένας όμορφος ρόδινος κήπος από σμάλτο ολόασπρο, γυαλιστερό
Πες μωρέ. Περνάς καλά;
Πες κάτι. Μόνο με κοιτάς
Μενεξεδιά όμορφα βότσαλα τα μάτια σου. Υγρά
Όπως όταν η θάλασσα δροσίζει λιγνοκαμωμένα κοχύλια
σε ανοιξιάτικη αμμουδιά
Γιατί με θυμήθηκες μετά από τόσο καιρό;
Με περιμένεις; Πες μωρέ
Δεν είμαι πια εκείνο το αγοράκι με το πλεκτό σκουφί
και τα περήφανα παπούτσια. Ψήλωσα
Άσπρισαν τα μαλλιά μου, τα γένια μου. Σε φτάνω σε λίγο
Δεν μας χωρά πια η γκραβούρα
Έχει καφενέδες εκεί πάνω;
Έναν «ναι και όχι» παράγγειλε
Έχουμε τόσα να πούμε
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
