Μέρη του Κόσμου: Μαρσασλόκκ

Του Μηνά Στραβοπόδη
Αν και φθινοπωρινός ο καιρός, οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν με ορμή, καυτές και σίγουρες, στη χαρακτηριστική κίτρινη πέτρα των οικημάτων στο ψαροχώρι της Μάλτας, το Μαρσασλόκκ. Ζέστη και υγρασία. Η σκόνη είχε καλύψει όλες τις επιφάνειες, τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητα, τα σπίτια και τα μαγαζιά, ακόμη και την αυτοσχέδια αγορά που είχε στηθεί πρόχειρα στο όμορφο μικρό λιμανάκι του χωριού. Ένα λιμανάκι που στεκόταν εκεί ήδη από την εποχή των Φοινίκων, ακούραστο, στο νότιο άκρο του νησιού.
Οι γλάροι, αγέρωχοι, δεν επηρεάζονταν από τη φθινοπωρινή ζέστη και έσκιζαν με ορμή τον πενταγάλανο και λαμπερό ουρανό. Πέταγαν χαμηλά, λίγο πάνω από το λιμανάκι με τις πολύχρωμες παραδοσιακές βαρκούλες, οι οποίες σε κάθε πλώρη είχαν και δυο μάτια, «…για καλή τύχη», όπως λένε οι ντόπιοι εδώ. Στριφογύριζαν, λοιπόν, οι γλάροι πάνω από το λιμανάκι, τις πολύχρωμες βαρκούλες, την αυτοσχέδια αγορά και τις φωνές των ανθρώπων, μέχρι που το μάτι τους εντόπιζε κάποιο ψάρι και τότε βούταγαν με δύναμη και πάθος στη θάλασσα, άρπαζαν το ψάρι και έφευγαν. Αυτό μπορεί να συνέβαινε όλη μέρα. Οι γλάροι πηγαινοέρχονταν κάθε φορά που πεινούσαν και έπιαναν κάποιο δύσμοιρο ψάρι, που έως τότε αυτό, ανυποψίαστο, θα κολυμπούσε στα ρηχά νερά του Μαρσασλόκκ.
Οι άνθρωποι στην αυτοσχέδια λαϊκή αγορά, φωνακλάδες, πούλαγαν την πραμάτεια τους σε τουρίστες και ντόπιους. Στην αγορά αυτήν, μπορούσε να βρει κανείς από φρέσκα ψάρια και παραδοσιακά γλυκά, μέχρι άχρηστα μικρά διακοσμητικά σουβενίρ. Έτσι κυλούσε η ζωή στο Μαρσασλόκκ, μακριά από τους έντονους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων. Το ψαροχώρι αυτό είχε μια γαλήνη, μια ιδιαίτερη αρμονία. Ο κόσμος ζούσε απλά.
Λίγο πιο μέσα από το λιμανάκι, στα ενδότερα του χωριού, απλώνονταν γαλήνια και αυτοί, οι μικροί και καθαροί δρόμοι του χωριού, όπου στις άκρες τους ορθώνονταν πανομοιότυπα κτήρια, με τη χαρακτηριστική κίτρινη μαλτέζικη πέτρα, η οποία, από ό,τι λένε οι κάτοικοι του νησιού, στην αρχή δεν είναι κίτρινη, είναι κάτι μεταξύ λευκού και μπεζ, αλλά με την πάροδο του χρόνου κιτρινίζει. Μάλιστα, λένε πως μπορεί κανείς να αντιληφθεί το πόσο παλιό είναι ένα κτήριο από το πόσο κίτρινο είναι.
Οι δρόμοι, αν και καθαροί, είχαν ένα έντονο πέπλο σκόνης. Για την ακρίβεια δεν ήταν σκόνη, ήταν αφρικανική άμμος κατευθείαν από την έρημο Σαχάρα. Η αλήθεια είναι πως στο ψαροχώρι αυτό, που αποτελεί ένα από τα νοτιότερα άκρα της Ευρώπης, η επίδραση της αφρικανικής ηπείρου ήταν κάτι παραπάνω από έντονη, σε κάθε βήμα, σε κάθε άκουσμα, σε κάθε αναπνοή των ανθρώπων που περνούσαν ή ζούσαν εκεί. Αρχικά, η αφρικανική άμμος σε συνδυασμό με τα κίτρινα, στο χρώμα της άμμου και αυτά θα έλεγα, κτήρια θύμιζαν πολύ χωριό τοποθετημένο στην άκρη της ερήμου. Ύστερα, ήταν και η γλώσσα. Η γλώσσα ήταν μαγευτική, ιδίως για αυτόν που δεν τη γνώριζε. Το άκουσμά της επιβεβαίωνε πως βρισκόσουν στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Αφρικής. Τα μαλτέζικα ήταν ένας αρμονικός συνδυασμός ιταλικών και αραβικών, και έτσι σε κάθε λέξη, σε κάθε συλλαβή, ο απλός επισκέπτης, που άκουγε τις κουβεντούλες στις γειτονιές του χωριού, μεταφερόταν από την Ευρώπη στην Αφρική και πάλι πίσω. Ο όμορφος αυτός συνδυασμός, που δεν υπήρχε μόνο στη γλώσσα, αλλά που η γλώσσα τον καθρέφτιζε με τον πιο ξεκάθαρο και ακριβή τρόπο, ήταν η απόδειξη πως οι πολιτισμοί πρέπει να ενώνονται και να συνυπάρχουν αρμονικά και όχι να συγκρούονται.
Μα και οι άνθρωποι είχαν ένα άγριο ενδιαφέρον. Οι περισσότεροι ήταν μελαμψοί, ηλιοκαμένοι, με μαύρα μαλλιά και λίγο σχιστά μάτια. Μα υπήρχαν και οι άλλοι, ντόπιοι και αυτοί, ξανθοί με ανοιχτό δέρμα και γαλανά μάτια. Πολλές φορές έβλεπες, καθώς περπατούσες, οικογένειες, όπου ο άντρας ήταν μελαμψός και η γυναίκα πιο ανοιχτόχρωμη ή και το αντίθετο. Τα παιδάκια των οικογενειών αυτών ήταν ένας όμορφος συνδυασμός και των δύο τύπων αυτών του ανθρώπου.
Μα ο συνδυασμός πολιτισμών στο μικρό χωριουδάκι δεν περιοριζόταν, ούτε στο εξωτερικό περιβάλλον, ούτε στη γλώσσα, ούτε στη φυλή. Παρατηρούσε κανείς πως μουσουλμάνοι και χριστιανοί ζούσαν γαλήνια. Υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός, αλληλοκατανόηση και αλληλεγγύη. Δεν υπήρχε ούτε μίσος, αλλά ούτε και φόβος για τη διαφορετικότητα του γείτονα.
Τελικά, το μικρό αυτό ψαροχώρι στο νότιο άκρο της Ευρώπης αποτελούσε το καλύτερο παράδειγμα κοινωνίας που ζει αρμονικά, αποδέχεται και αγκαλιάζει το διαφορετικό και, εν τέλει, δημιουργεί έναν μοναδικό συνδυασμό, δημιουργεί έναν νέο πολιτισμό, δείχνοντας όμως ισότιμο σεβασμό στους πολιτισμούς από τους οποίους τρέφεται. Αυτό ήταν το Μαρσασλόκκ, το φως ενός κόσμου σκοτεινού που βρίσκεται μόνιμα σε κρίση. Το Μαρσασλόκκ ήταν το φως στην άκρη δυο πολιτισμών, που δεν συγκρούονται, μα ενώνονται.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Συμπληγάδες Αξιών» (Εκδόσεις Αρμός), σελ. 50-53
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
