Σκέψεις CultArt: L'Étranger

Του Μηνά Στραβοπόδη
Η κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας «L’Étranger» είναι μια ταινία που σε απογυμνώνει. Δεν είναι από τις ταινίες που αφηγούνται μόνο μια ιστορία. Δεν σε συγκινεί με τον συμβατικό τρόπο, σε αφήνει εκτεθειμένο απέναντι σε μια σιωπηλή ατμόσφαιρα, η οποία πλημμυρίζεται από σκοτάδι που προέρχεται από τις ολόλαμπρες αχτίδες του ήλιου. Αυτή η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο βαριά όσο προχωρά η αφήγηση. Ο ήλιος της Αλγερίας δεν φωτίζει τον κόσμο, τον καίει. Το φως δεν αποκαλύπτει την αλήθεια, αλλά αφαιρεί κάθε σκιά πίσω από την οποία θα μπορούσε να κρυφτεί ο άνθρωπος και, όταν δεν υπάρχει πια σκιά δεν υπάρχει ούτε καταφύγιο.
Ο Μερσώ είναι ένας άνθρωπος που αρνείται να πει ψέματα, όχι αντιήρωας. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο έγκλημά του, δηλαδή, ότι λέει μόνο την αλήθεια του. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, με τον θάνατο της μητέρας του, η κοινωνία αρχίζει να τον δικάζει. Όχι επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή δεν υποκρίθηκε ότι υπέφερε με τον τρόπο που οι άλλοι απαιτούσαν. Δεν έκλαψε, όταν έπρεπε, δεν είπε τις σωστές λέξεις, δεν φόρεσε το προσωπείο του πενθούντος γιου. Η κοινωνία συγχωρεί εύκολα έναν υποκριτή, δυσκολεύεται όμως αφόρητα απέναντι σε έναν ειλικρινή άνθρωπο. Ο Μερσώ δεν είναι ανήθικος, όπως θα πίστευαν πολλοί με μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση, είναι κοινωνικά αφόρητος, γιατί αποκαλύπτει ότι οι περισσότερες ανθρώπινες συμπεριφορές δεν υπαγορεύονται σε καμία περίπτωση από το συναίσθημα αλλά από τον φόβο της κοινωνικής αποδοκιμασίας –που τελικά και αυτό μπορεί να αποτελεί ένα ιδιότυπο συναίσθημα.
Αυτή η απόλυτη ειλικρίνεια διατρέχει ολόκληρη την προσωπικότητά του. Δεν αγαπά τη Μαρί όπως εκείνη θα ήθελε να ακούσει. Δεν πιστεύει στον Θεό, επειδή φοβάται τον θάνατο. Δεν μετανοεί, επειδή όλοι περιμένουν τη μετάνοια. Δεν εφευρίσκει νοήματα, για να γλυκάνει την πραγματικότητα. Είναι ένας άνθρωπος που έχει το θάρρος να σταθεί απέναντι στον κόσμο χωρίς κανένα φίλτρο. Κι όμως, όσο περισσότερο τον παρακολουθεί κανείς τόσο αντιλαμβάνεται ότι κάτω από αυτήν την επιφάνεια της απάθειας κρύβεται ένα αχαλίνωτο πάθος για την ίδια τη ζωή.
Ο Μερσώ δεν συγκινείται από τις αφηρημένες ιδέες. Συγκινείται από τη ζέστη του ήλιου, από τη γεύση του καφέ, από τη θάλασσα, από το σώμα μιας γυναίκας, από το τσιγάρο μετά το φαγητό. Δεν αγαπά την αιωνιότητα, αγαπά τη στιγμή. Η σχέση του με τον κόσμο είναι βαθιά βιωματική. Δεν τον ενδιαφέρει να εξηγήσει την ύπαρξη, αλλά να τη βιώσει. Κάτω από τον κυνισμό του κρύβεται ένας ιδιότυπος ρομαντισμός, που δεν είναι άλλος από τη βαθιά πεποίθηση ότι η μοναδική αλήθεια βρίσκεται στο παρόν, σε αυτό που υπάρχει πριν το καταπιεί η μνήμη ή η προσδοκία.
Η ταινία κατορθώνει να μεταφέρει αυτήν την υπαρξιακή ένταση με τρόπο ανεπανάληπτο –προσωπικά η ατμόσφαιρα, το στήσιμο, οι διάλογοι μου θύμισαν τη σειρά «Ripley». Η αργή της κίνηση, οι μεγάλες σιωπές, το εκτυφλωτικό φως, τα πρόσωπα που μοιάζουν να αιωρούνται μέσα σε έναν κόσμο χωρίς συναισθηματικά στηρίγματα, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δύσκολα περιγράφεται. Δεν θυμίζει κλασικό δικαστικό δράμα ούτε ψυχολογικό θρίλερ. Θυμίζει περισσότερο ένα παρατεταμένο όνειρο από το οποίο κανείς δεν ξυπνά πραγματικά. Ακόμη και η δολοφονία δεν παρουσιάζεται ως μια έκρηξη οργής ή συσσωρευμένης καταπίεσης, συμβαίνει σχεδόν μηχανικά, σαν να είναι το αποτέλεσμα μιας αδιάφορης σύμπτωσης ανάμεσα στον άνθρωπο, τον ήλιο και τη ζέστη. Ο ήλιος γίνεται σχεδόν ένας αόρατος πρωταγωνιστής, μια δύναμη που συνθλίβει τη λογική και απογυμνώνει την ανθρώπινη βούληση.
Η πραγματική δίκη, όμως, από την οποία περνά ο Μερσώ μετά τη δολοφονία του Άραβα, δεν αφορά ποτέ στον φόνο αυτόν καθ’ αυτόν. Αφορά στον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης του Μερσώ. Το δικαστήριο δεν τον καταδικάζει, επειδή σκότωσε έναν άνθρωπο, τον καταδικάζει, επειδή δεν έπαιξε ποτέ το κοινωνικό παιχνίδι. Η απολογία του μοιάζει αδύνατη, γιατί δεν έχει μάθει να εφευρίσκει ψέματα που κάνουν τους άλλους να αισθάνονται ασφαλείς. Έτσι, ο φόνος μετατρέπεται σε αφορμή, για να τιμωρηθεί μια συνείδηση που αρνείται να υποταχθεί στις συλλογικές βεβαιότητες.
Είναι ακριβώς στο σημείο της δίκης που αναδεικνύεται και η βαθιά πολιτική ταυτότητα του έργου. Ο άνθρωπος που δεν ενσωματώνεται στο κυρίαρχο αφήγημα γίνεται αυτομάτως επικίνδυνος. Η κοινωνία δεν είναι ότι δεν ανέχεται το έγκλημα, αυτό που δεν ανέχεται είναι η απόκλιση μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς από τα κοινωνικά πρότυπα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα. Η δικαιοσύνη παρουσιάζεται όχι ως μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας αλλά ως θεσμός επιβεβαίωσης της κανονικότητας –δεν ξέρω, αν αυτό σας θυμίζει κάτι. Όποιος δεν συμμερίζεται τις κοινές αυταπάτες, αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Το αποκορύφωμα της ταινίας, ωστόσο, έρχεται στις τελευταίες σκηνές, όταν ο κληρικός επισκέπτεται τον Μερσώ στο κελί του. Είναι ίσως μία από τις σημαντικότερες σκηνές στην ιστορία της υπαρξιακής λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ο κληρικός δεν έρχεται, για να του προσφέρει παρηγοριά, αλλά για να του προσφέρει ένα νόημα, ένα τελευταίο καταφύγιο απέναντι στον θάνατο. Ο Μερσώ, όμως, το απορρίπτει.
Εκεί, μέσα στο στενό κελί, ο Αλμπέρ Καμύ δίνει φωνή στη φιλοσοφία του. Ο άνθρωπος ζητά απεγνωσμένα νόημα από έναν κόσμο που παραμένει αδιάφορος απέναντί του. Από αυτήν τη σύγκρουση γεννιέται το παράλογο. Εκεί είναι που συνειδητοποιεί ο άνθρωπος πως το σύμπαν δεν είναι εχθρικό απέναντί του, είναι απλά εντελώς αδιάφορο. Ο θάνατος δεν κρύβει κάποιο μυστικό. Το σύμπαν δεν χρωστά απαντήσεις.
Για τον υποψιασμένο θεατή και αναγνώστη γίνεται έκδηλο πως σε αυτό το σημείο της ταινίας, ξεδιπλώνεται με μεγάλη ενάργεια η θεωρία του Αλμπέρ Καμύ σε σχέση με το παράλογο. Η ταινία συνομιλεί άμεσα με το φιλοσοφικό δοκίμιο «Ο Μύθος του Σισύφου». Ο Καμύ δεν προτείνει ούτε την παραίτηση ούτε τη μεταφυσική παρηγοριά, προτείνει κάτι δυσκολότερο: να αποδεχθεί κανείς το παράλογο χωρίς να πάψει να αγαπά τη ζωή. Όπως ο Σίσυφος συνεχίζει να ανεβάζει τον βράχο γνωρίζοντας ότι θα ξανακυλήσει, έτσι και ο Μερσώ αποδέχεται τον θάνατό του χωρίς να αναζητήσει μια ψεύτικη ελπίδα. Η εξέγερσή του αφορά, κατ’ εξοχήν, την άρνησή του να πει το τελευταίο ψέμα.
Η έκρηξή του απέναντι στον κληρικό είναι η μοναδική στιγμή, όπου ο μέχρι τότε σχεδόν ατάραχος ήρωας, αφήνει το συναίσθημά του να ξεσπάσει. Κι όμως, δεν πρόκειται για οργή απέναντι στον θάνατο, πρόκειται για οργή απέναντι στην ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζουν την πραγματικότητα, για να μπορούν να την αντέξουν.
Μέσα από αυτήν, λοιπόν, τη συνθήκη, ο άνθρωπος που σε όλη την ταινία έμοιαζε ξένος προς τον κόσμο, γίνεται τελικά ο μόνος που συμφιλιώνεται μαζί του. Αντί να ελπίζει σε μια άλλη ζωή, συμφιλιώνεται με αυτήν που έζησε. Αντί να φοβάται το τέλος, αποδέχεται ότι το τέλος είναι αυτό που δίνει βαρύτητα σε κάθε στιγμή που προηγήθηκε.
Ίσως αυτή να είναι η πιο σκοτεινή αλλά και η πιο παράδοξα αισιόδοξη αλήθεια του έργου. Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς ότι ο κόσμος έχει νόημα, για να τον αγαπήσει. Αρκεί να τον κοιτάξει κατάματα, χωρίς ψευδαισθήσεις και αυτό, τελικά, είναι που κάνει τον Μερσώ τόσο αβάσταχτα ανθρώπινο. Όχι επειδή είναι καλύτερος από τους άλλους, αλλά επειδή είχε το θάρρος να σταθεί μέχρι το τέλος μόνος απέναντι στην αδιαφορία του κόσμου.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
