02:17

Του Γιάννη Βαρδάκη
02:17.
Το κουδούνι χτύπησε μία φορά.
Πάντα μία.
Άνοιξα τα μάτια μου μέσα στο σκοτάδι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Το σαλόνι είχε βουλιάξει σε εκείνη τη μισή νύχτα που κάνει τα έπιπλα να φαίνονται ξένα και τα γνώριμα πράγματα να κρατούν κάτι εχθρικό. Απέναντι, πάνω στο μικρό τραπέζι δίπλα στην τηλεόραση, το ψηφιακό ξυπνητήρι έγραφε 02:17 με κόκκινους αριθμούς. Το ίδιο κάθε βράδυ, εδώ και σχεδόν έναν μήνα. Ούτε λεπτό πριν. Ούτε λεπτό μετά. Η ακρίβεια έχει κάτι πρόστυχο, όταν έρχεται από το σκοτάδι.
Έμεινα ακίνητος στον καναπέ, με την κουβέρτα πεταμένη στα πόδια μου και τη γεύση της νικοτίνης κολλημένη στο στόμα μου. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο, ένα παλιό ασπρόμαυρο έργο. Πρόσωπα άλλαζαν μέσα στο γυαλί, χείλη κινούνταν χωρίς φωνή, χέρια έκαναν μεγάλες κινήσεις, κι όλα αυτά γλιστρούσαν στο ταβάνι. Το διαμέρισμα μύριζε κλεισούρα, τσιγαρίλα και, κακά τα ψέματα, μοναξιά. Εκείνη τη μυρωδιά που δεν φεύγει με ανοιχτά παράθυρα. Θέλει άνθρωπο, για να φύγει. Και άνθρωπος δεν υπήρχε.
Σηκώθηκα με κόπο. Το πάτωμα ήταν κρύο κάτω από τις κάλτσες μου και το ξύλο έτριξε, όπως έτριζε πάντα στο τρίτο βήμα από τον καναπέ. Πέρασα το χέρι μου στο πρόσωπό μου. Τα γένια μου γρατζούνισαν την παλάμη μου. Είχα γυρίσει από την εκπομπή πριν τρεις ώρες, ίσως τέσσερις, και δεν θυμόμουν πότε άφησα το μπουφάν μου στην καρέκλα ούτε πότε ξάπλωσα. Πρέπει να σταματήσω να πίνω στην εκπομπή. Θυμόμουν μόνο το τελευταίο τραγούδι που έβαλα στον αέρα. Ένα μπλουζ που έσβηνε αργά, με κιθάρα που ακουγόταν σαν άνθρωπος που δεν είχε τίποτα άλλο να χάσει.
Πλησίασα την πόρτα και κόλλησα το μάτι μου στο ματάκι.
Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Η λάμπα του ορόφου τρεμόπαιζε, βγάζοντας εκείνο το κίτρινο, άρρωστο φως που έκανε τους τοίχους να φαίνονται πιο υγροί απ’ όσο ήταν. Η απέναντι πόρτα παρέμενε κλειστή. Στο χαλάκι της κυρίας Σταματίου είχαν μαζευτεί πολλά φυλλάδια από delivery. Πιο πέρα, η σκάλα του ορόφου βυθιζόταν στο σκοτάδι. Κανένα βήμα. Κανένα γέλιο. Κανένα παιδί που το έβαλε στα πόδια.
Ξεκλείδωσα και άνοιξα.
Το κρύο του διαδρόμου μπήκε στο σαλόνι μου. Απρόσκλητος επισκέπτης. Έμεινα στην είσοδο ακούγοντας την πολυκατοικία. Σωλήνες που μουρμούριζαν πίσω από τους τοίχους. Ένα ψυγείο κάπου να παίρνει μπρος. Από τον δρόμο ανέβηκε ο ήχος μιας μηχανής που μάρσαρε στην ανηφόρα και μετά χάθηκε.
«Πολύ αστείο», μουρμούρισα. Η φωνή μου ακούστηκε ξένη. Βραχνή. Ξεχασμένη.
Έριξα μια ματιά προς τη σκάλα. Τίποτα. Μόνο η λάμπα, το τρεμόπαιγμά της και ο στενός διάδρομος. Έκλεισα την πόρτα και γύρισα στον καναπέ.
Την πρώτη εβδομάδα πίστεψα ότι ήταν πιτσιρικάδες. Έμεναν δύο πιτσιρίκια, αδέρφια στον πρώτο. Τη δεύτερη εβδομάδα σκέφτηκα κάποιον μεθυσμένο που μπορεί να μπέρδεψε τους ορόφους. Μετά σταμάτησα να δίνω εξηγήσεις. Οι εξηγήσεις είναι χρήσιμες, όταν περιμένεις να διορθωθεί κάτι. Εγώ δεν περίμενα τέτοια πράγματα πια.
Στις 02:17 το κουδούνι χτυπούσε.
Κι εγώ άνοιγα.
Κάθε βράδυ.
Εκείνο το βράδυ δεν ξανακοιμήθηκα. Κάθισα στον καναπέ, έβαλα τα πόδια μου πάνω στο τραπεζάκι, έσβησα την τηλεόραση και κοίταζα το παράθυρο, ώσπου το σκοτάδι έξω άρχισε να ξεθωριάζει. Η Αθήνα πριν ξημερώσει έχει έναν περίεργο ήχο. Χαμηλό, σχεδόν ένοχο. Φορτηγά κάπου μακριά που φρενάρουν, κάδοι που τραβιούνται πάνω σε πεζοδρόμια, λεωφορείο που περνά για το πρώτο δρομολόγιο. Είναι η ώρα που η νύχτα μαζεύει τα πράγματά της χωρίς θόρυβο. Όσοι έμειναν ξύπνιοι μένουν με τον λογαριασμό.
Το επόμενο απόγευμα το κινητό μου άρχισε να δονείται πάνω στο τραπεζάκι. Δίπλα του υπήρχε ένα γεμάτο τασάκι, τρεις λογαριασμοί ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, δύο άδεια κουτάκια μπύρας και ένα βιβλίο νεοελληνικής ποίησης, που είχα αγοράσει πριν μήνες χωρίς να το ανοίξω ποτέ.
Ο Πέτρος από τον σταθμό.
Το άφησα να χτυπήσει λίγο. Όχι γιατί δεν ήθελα να μιλήσω. Επειδή ήθελα πρώτα να αποφασίσω τι χρωματισμό θα έδινα στη φωνή μου.
«Έλα».
«Κοιμόσουν;»
Πίσω του ακουγόταν μουσική, φωνές και ποτήρια. Κάποιος γελούσε δυνατά. Ο Πέτρος δεν τηλεφωνούσε ποτέ από ήσυχα μέρη. Ακόμα και όταν ήταν μόνος, κουβαλούσε φασαρία γύρω του.
«Προσπαθούσα».
Πήγα μέχρι την κουζίνα και άνοιξα το ψυγείο. Μπύρες, μισό λεμόνι, ένα τάπερ, που δεν ήθελα να ανοίξω, και μια μυρωδιά που με έκανε να το κλείσω λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο σκόπευα.
«Πάλι χάλια ακούγεσαι», είπε.
Πήρα μια μπύρα και την άνοιξα. Ο αφρός κύλησε πάνω στα δάχτυλά μου. Ήταν ζεστή. Φυσικά ήταν ζεστή. Ακόμα και το ψυγείο μου είχε παραδώσει τα όπλα. Τίμιος αγωνιστής όμως. Άντεξε 17 χρόνια.
«Τι θες, Πέτρο;»
«Να δω, αν θα εμφανιστείς αύριο. Ο διευθυντής έχει αρχίσει να γκρινιάζει».
«Ο διευθυντής γκρινιάζει από τότε που γεννήθηκε».
«Δεν κάνω πλάκα, Μάνο. Την τελευταία εβδομάδα βγαίνεις στον αέρα και ακούγεσαι λες και σε ξέθαψαν το μεσημέρι και σε έστειλαν κατευθείαν στο μικρόφωνο».
Ήπια μια γουλιά. Δεν κατέβηκε καλά. Τίποτα δεν κατέβαινε καλά τελευταία.
«Μπορεί και να με ξέθαψαν».
Στην άλλη άκρη της γραμμής έπεσε μια μικρή σιωπή. Τον φαντάστηκα να μασάει γαρύφαλλο, όπως έκανε από τότε που έκοψε το κάπνισμα. Το είχε κόψει με τρόπο θεατρικό, πετώντας ένα ολόκληρο πακέτο από το παράθυρο του στούντιο και από τότε μύριζε μπαχάρι κάθε φορά που έσκυβε πάνω από την κονσόλα. Είχε τρεις μικρές τρύπες στο αριστερό του αυτί από σκουλαρίκια που φορούσε παλιά, όταν ορκιζόταν ότι θα φύγει για Λονδίνο και θα γίνει παραγωγός σε δισκογραφική. Δεν έφυγε ποτέ. Έμεινε στα Πατήσια, στο ραδιόφωνο, σε ενοικιασμένες τρύπες που τις άλλαζε συνέχεια και σε γυναίκες που δεν άντεχαν τα ωράριά του. Από όλους μας εκείνος είχε γεράσει πιο έντιμα.
«Πάλι πίνεις;»
Δεν απάντησα.
Στο βάθος έπαιζαν «Cure». Νομίζω το «Pictures of You». Κάποτε αναγνώριζα τις εισαγωγές από δύο νότες. Τώρα έπρεπε να περιμένω να αρχίσει η φωνή.
«Έλα κάτω, αν θες», είπε. «Είμαστε στο Μπλε. Θα σου κρατήσω σκαμπό δίπλα μου. Δεν θα σε αναγκάσω να μιλήσεις σε κανέναν. Μεγάλη προσφορά».
Κοίταξα το ρολόι του φούρνου. 18:24.
Έξω είχε αρχίσει να βρέχει. Το νερό χτυπούσε το παλιό κλιματιστικό πάνω από το παράθυρο με έναν ακατέργαστο ωραίο ρυθμό.
«Όχι απόψε».
«Μάνο…»
Είχα ξεχάσει σχεδόν πώς ακουγόταν το όνομά μου, όταν το έλεγε κάποιος που με ήξερε πριν γίνω αυτό το πράγμα που είμαι τώρα.
«Ναι;»
«Χτες έβαλες το ίδιο τραγούδι τρεις φορές. Δεν το κατάλαβες καν».
Κοίταξα την μπύρα στο χέρι μου.
«Ο κόσμος αγαπά τις επαναλήψεις».
«Ο κόσμος αλλάζει σταθμό».
Δεν απάντησα.
«Βγες από την τρύπα σου», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν στο λέω σαν φίλος που ανησυχεί. Στο λέω σαν άνθρωπος που έχει κουραστεί να καθαρίζει τις μαλακίες σου από τον αέρα».
Αυτό ήταν πιο κοντά στον Πέτρο. Η τρυφερότητά του πάντα φορούσε βρόμικα μα αληθινά παπούτσια.
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να του πω αντίο.
Άναψα τσιγάρο και κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Απέναντι μια γυναίκα μάζευε βιαστικά ρούχα από το σκοινί του μπαλκονιού. Τρίτος όροφος. Κόκκινη ρόμπα. Μεγάλο κουρασμένο στήθος. Τα μαλλιά της κολλημένα στον λαιμό της από τη βροχή. Έβαζε τα ρούχα σε μια πλαστική λεκάνη και δεν σήκωσε ούτε μία φορά το βλέμμα προς το μέρος μου.
Παλιά πίστευα πως η Αθήνα ξενυχτούσε μαζί μου. Τώρα έμοιαζε να με αποφεύγει. Η πόλη συνέχιζε να ανάβει τα φώτα της, να βγάζει ανθρώπους σε μπαρ, να γεμίζει ταξί με γέλια, να κρύβει ζευγάρια κάτω από τέντες. Εγώ έμενα πίσω από το τζάμι με την μπύρα μου, το τσιγάρο μου και ένα κουδούνι που χτυπούσε κάθε βράδυ την ίδια ώρα.
Το επόμενο βράδυ το περίμενα πριν ακόμη έρθει.
Δεν άνοιξα τηλεόραση. Δεν έβαλα μουσική. Δεν πήγα στον σταθμό. Κάθισα στον καναπέ με ένα ποτήρι ουίσκι και το ρολόι απέναντι. Το δωμάτιο είχε εκείνη τη σιωπή που ακούγεται. Το ψυγείο έπαιρνε μπρος και σταματούσε. Ένα αυτοκίνητο πέρασε κάτω από το σπίτι και τα φώτα του εισέβαλαν για λίγο στον τοίχο μου. Από πάνω μου κάποιος τράβηξε καρέκλα.
02:11.
Ήπια μια γεμάτη γουλιά.
02:14.
Το ουίσκι είχε γεύση ξύλου και καραμέλας.
02:16.
Το στομάχι μου σφίχτηκε.
Και μετά…
Ντριν.
Μία φορά.
Σηκώθηκα σχεδόν αμέσως. Πήγα στην πόρτα, κοίταξα από το ματάκι, είδα τον άδειο διάδρομο και άνοιξα. Η λάμπα τρεμόπαιξε δύο φορές. Η σκάλα ήταν σκοτεινή.
Κανείς.
Μόνο που αυτήν τη φορά υπήρχε κάτι στο πάτωμα.
Μια κασέτα.
Μαύρη. Παλιά. Από εκείνες που είχαν περάσει από χέρια, συρτάρια, καλοκαίρια, χωρισμούς. Πάνω της υπήρχε κολλημένη λευκή ταινία. Με μπλε μαρκαδόρο έγραφε:
«ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙΣ, ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΝΕΣ ΜΟΝΟΣ;»
Έμεινα να την κοιτάζω. Από κάποιο διπλανό διαμέρισμα ακούστηκε βήχας. Ένας σωλήνας έκανε θόρυβο. Η κασέτα ήταν εκεί, μικρή και μαύρη, πιο βαριά από όσο έδειχνε. Την πήρα και μπήκα μέσα. Τα δάχτυλά μου είχαν παγώσει.
Το κασετόφωνο βρισκόταν μέσα σε ένα ντουλάπι της βιβλιοθήκης, κάτω από παλιά CD, καλώδια και κάτι αφίσες από συναυλίες που είχαν ξεθωριάσει στις γωνίες. Το είχα κρατήσει από τότε που κάναμε εκπομπές σε πειρατικό σταθμό στα Εξάρχεια. Ασκληπιού και Ερεσού. Τότε που πιστεύαμε ότι ένα τραγούδι στις τρεις το πρωί μπορεί να σώσει κάποιον. Ήμασταν ηλίθιοι. Ωραίοι, αλλά ηλίθιοι.
Το έβγαλα. Η σκόνη κάθισε στα δάχτυλά μου. Το πλαστικό μύριζε. Έβαλα την κασέτα.
Πάτησα play.
Πρώτα ακούστηκαν παράσιτα. Ένας βαθύς βόμβος. Η ταινία γύριζε με εκείνο το μικρό μηχανικό γουργούρισμα που είχα χρόνια να ακούσω. Και μετά ήρθε μια φωνή.
Η δική μου.
Νεότερη.
Πιο καθαρή. Πιο ζωντανή. Με εκείνη την αλαζονεία που έχει ένας άντρας, όταν δεν ξέρει ακόμα πόσο εύκολα γίνεται ερείπιο.
«Αν ακούς αυτό, σημαίνει ότι πάλι δεν τα κατάφερες».
Άφησα το ποτήρι στο τραπεζάκι. Το χέρι μου δεν ήταν καθόλου σταθερό.
Η φωνή συνέχισε.
«Σημαίνει ότι ακόμα ξυπνάς μέσα στη νύχτα και ψάχνεις δικαιολογίες. Σημαίνει ότι ακόμα πίνεις μόνος. Ότι ακόμα δεν λες το όνομά του».
Έσβησα το τσιγάρο στο τασάκι. Το φίλτρο τσάκισε στη μέση και άφησε μια πικρή μυρωδιά καμένου χαρτιού.
«Θυμάσαι τη Συγγρού;»
Το δωμάτιο άλλαξε θερμοκρασία. Δεν μετακινήθηκε τίποτα. Κι όμως όλα ήρθαν πιο κοντά. Οι τοίχοι, το ταβάνι, το σκοτάδι πίσω από το παράθυρο. Πάτησα stop. Το κλικ ακούστηκε ξερό, μικρό, τελειωτικό.
Πήγα στο μπάνιο και άνοιξα τη βρύση. Έσκυψα και έριξα το παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου ξανά και ξανά.
Σήκωσα το βλέμμα στον καθρέφτη. Τα μάτια μου ήταν κόκκινα. Το δέρμα μου χλωμό. Τα μαλλιά μου είχαν κολλήσει στο μέτωπό μου.
«Όχι», είπα.
Το είπα δυνατά. Στον καθρέφτη. Στον άντρα απέναντί μου. Σε ό,τι είχε μείνει από αυτόν.
Γύρισα στο σαλόνι. Το κασετόφωνο έπαιζε ξανά.
Μόνο του.
Η φωνή μου ακουγόταν πιο καθαρά τώρα, χωρίς παράσιτα.
«Τον άφησες εκεί».
Έμεινα στη μέση του δωματίου. Τα πόδια μου αρνήθηκαν να κινηθούν. Για λίγα δευτερόλεπτα άκουγα μόνο εκείνη τη φράση να κρέμεται από παντού μέσα στο σαλόνι μου.
Μετά όρμησα στο κασετόφωνο και τράβηξα το καλώδιο από την πρίζα.
Η ταινία σταμάτησε.
Μόνο η βροχή ακουγόταν πλέον. Χτυπούσε στο τζάμι, στο κλιματιστικό, στα κάγκελα του μπαλκονιού. Μια βροχή επίμονη, αθηναϊκή, βρόμικη, που δεν καθαρίζει τίποτα. Απλώς κάνει τα πάντα να γυαλίζουν για λίγο.
Κάθισα στον καναπέ.
Η Συγγρού.
Δέκα χρόνια.
Δέκα γαμημένα χρόνια και ακόμα απέφευγα εκείνο τον δρόμο. Έκανα κύκλους, άλλαζα διαδρομές, πλήρωνα ταξί παραπάνω, περπατούσα από στενά. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως απλώς δεν μου άρεσε. Όλοι έχουμε δρόμους που δεν μας αρέσουν. Ψέμα. Ο άνθρωπος μπορεί να πει ψέματα για τα πάντα, αρκεί να τα πει πολλές φορές.
Το επόμενο βράδυ πήγα στον σταθμό.
Ο Πέτρος είχε δίκιο. Έμοιαζα με πτώμα που είχε ντυθεί βιαστικά.
Η κοπέλα στη ρεσεψιόν σήκωσε το βλέμμα, όταν μπήκα και το κατέβασε αμέσως, με εκείνη την ευγένεια που έχουν όσοι βλέπουν κάτι άσχημο και δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Το ασανσέρ μύριζε κάποιο φτηνό καθαριστικό. Στον τέταρτο όροφο ακουγόταν μουσική από κάποιο γραφείο. Ένα γέλιο πίσω από κλειστή πόρτα. Ένα τηλέφωνο που χτυπούσε. Τα ίδια κάθε βράδυ. Μόνο που τώρα όλα έρχονταν από μακριά, λες και ήμουν πίσω από τζάμι.
Ο Πέτρος στεκόταν έξω από το στούντιο με δύο καφέδες στο χέρι. Φορούσε το ξεθωριασμένο τζιν μπουφάν του, εκείνο με την καρφίτσα των «Joy Division» στο πέτο. Στο μανίκι είχε έναν παλιό λεκέ από καφέ που κανένα πλυντήριο δεν είχε καταφέρει να σβήσει. Με είδε και δεν έκανε πως δεν τρόμαξε.
«Χάλια».
«Καλησπέρα και σε σένα».
Μου έδωσε τον έναν καφέ.
«Πότε κοιμήθηκες τελευταία φορά;»
«Δεν θυμάμαι».
Με κοίταξε πιο σοβαρά. Μάσησε το γαρύφαλλο στην άκρη του στόματός του και το βλέμμα του πήγε για λίγο στα χέρια μου.
«Πάλι εκείνα τα όνειρα;»
Ήπια μια γουλιά. Ο καφές ήταν πικρός, δυνατός, σχεδόν καμένος. Τίμιος.
«Δεν είναι όνειρα».
«Τότε τι είναι;»
Άνοιξα την πόρτα του στούντιο.
«Εκπομπή σε δέκα λεπτά».
«Μάνο…»
Σταμάτησα.
«Αν είναι να καταρρεύσεις, κάν’ το μετά τις τέσσερις. Έχω βάλει πρόγραμμα μέχρι τότε».
Χαμογέλασα λίγο. Δεν ήξερα, αν το κατάλαβε.
«Θα προσπαθήσω να κρατήσω το δράμα εκτός ωραρίου».
Μπήκα στο στούντιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Ησυχία.
Μόνο το βουητό από τα μηχανήματα, το χαμηλό φως της κονσόλας, η μυρωδιά από πλαστικό, καφέ και καπνό που είχε ποτίσει τα πάντα από εποχές που κανείς δεν απαγόρευε τίποτα. Κάθισα στην καρέκλα μου, έβαλα τα ακουστικά και για λίγα δευτερόλεπτα άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι είμαι απλώς εκείνος που ήμουν πάντα. Ένας τύπος πίσω από μικρόφωνο. Μια φωνή μέσα στη νύχτα. Κάποιος που ξέρει τι τραγούδι μπαίνει μετά.
Άνοιξα μικρόφωνο.
Το κόκκινο λαμπάκι άναψε.
«Καλησπέρα στους ξενύχτηδες. Είστε στους 91.5. Αν η νύχτα σας πέφτει βαριά απόψε, μείνετε εδώ. Θα τη σπρώξουμε παρέα μέχρι να βγει φως».
Η φωνή μου ακούστηκε κουρασμένη ακόμα και σε μένα. Έβαλα ένα παλιό μπλουζ κομμάτι. Κιθάρα, μπάσο, μια φωνή που είχε πιει αρκετά, ώστε να μη φοβάται την αλήθεια.
Το κινητό πάνω στην κονσόλα φωτίστηκε.
Άγνωστος αριθμός.
Δεν ξέρω, γιατί απάντησα.
«Ναι;»
Αναπνοή.
Μόνο αναπνοή.
Και μετά.
«02:17».
Η γραμμή έκλεισε.
Κοίταξα το τζάμι του στούντιο. Ο Πέτρος στεκόταν απέξω. Δεν μπήκε. Δεν έκανε κίνηση. Απλώς με κοιτούσε με τον καφέ στο χέρι και το γαρύφαλλο ακίνητο στην άκρη του στόματός του.
Το μπλουζ συνέχιζε. Ένα μακρύ σόλο γέμιζε τον αέρα κι εγώ ένιωθα ότι κάποιος είχε βάλει την παλιά μου ζωή πάνω σε ταινία και την έπαιζε ανάποδα.
Άναψα τσιγάρο μέσα στο στούντιο, παρότι απαγορευόταν. Ο καπνός ανέβηκε μπροστά από το κόκκινο λαμπάκι και το έκανε να μοιάζει πιο μακρινό.
Άνοιξα το μικρόφωνο.
«Μερικές νύχτες υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν κάτι να χτυπήσει. Ένα τηλέφωνο. Μια πόρτα. Μια φωνή από παλιά που είχε ξεχάσει τον δρόμο και ξαφνικά τον θυμήθηκε».
Σταμάτησα. Άκουσα την ανάσα μου μέσα στα ακουστικά.
«Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, όταν όλα μένουν ήσυχα, τότε αρχίζει ο πραγματικός φόβος. Γιατί η σιωπή ξέρει περισσότερα από εμάς».
Έκλεισα το μικρόφωνο.
Μέχρι το τέλος της εκπομπής δεν ξαναμίλησα. Έβαλα μουσική. Μπλουζ, λίγο «Cohen», ένα παλιό κομμάτι του Παύλου, μετά ξανά ξένα. Ο Πέτρος δεν μπήκε μέσα. Μόνο στο διάλειμμα άνοιξε λίγο την πόρτα, άφησε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου και έφυγε χωρίς κουβέντα. Αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.
Γύρισα σπίτι αργά.
Κοίταξα το ρολόι πριν βγάλω το μπουφάν μου.
02:46.
Η ώρα είχε περάσει.
Στάθηκα στη μέση του σαλονιού με τα κλειδιά ακόμα στο χέρι. Περίμενα. Δεν ήξερα τι ακριβώς. Έναν καθυστερημένο ήχο. Μια επανάληψη. Ένα λάθος στο σύστημα.
02:51.
Τίποτα.
02:57.
Τίποτα.
Κάθισα στο πάτωμα δίπλα στην πόρτα. Η πλάτη μου ακούμπησε στο ξύλο. Από μέσα ένιωθα την κρύα επιφάνειά του να τραβάει τη θερμότητα από το σώμα μου. Έμεινα εκεί μέχρι τις τέσσερις. Κάποια στιγμή κάποιος ανέβηκε τη σκάλα. Σταμάτησε για λίγο έξω από την πόρτα μου. Ίσως είδε φως από κάτω. Ίσως άκουσε την αναπνοή μου. Μετά συνέχισε.
Τότε κατάλαβα το χειρότερο.
Δεν φοβόμουν το κουδούνι.
Φοβόμουν τη στιγμή που θα σταματούσε να χτυπάει.
Την επόμενη νύχτα ξαναχτύπησε.
Στις 02:17 ακριβώς.
Άνοιξα πριν προλάβει να σβήσει ο ήχος.
Μια δεύτερη κασέτα περίμενε στο πάτωμα.
Η λευκή ταινία έγραφε:
«ΣΕ ΤΡΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΘΑ ΑΝΕΒΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ».
Το στομάχι μου σφίχτηκε. Πήρα την κασέτα, έκλεισα την πόρτα και πήγα κατευθείαν στο κασετόφωνο. Αυτήν τη φορά δεν δίστασα. Οι άνθρωποι συνηθίζουν ακόμα και τον τρόμο τους, όταν τους επισκέπτεται τακτικά.
Πάτησα play.
Η φωνή μου ήρθε μέσα από παράσιτα, πιο βαριά, πιο κοντά.
«Αν ακούς ακόμα, σημαίνει ότι δεν άντεξες να πεις την αλήθεια. Δεν έφταιγε μόνο το ποτό. Αυτό λες πάντα. Δεν έφταιγε μόνο η βροχή. Δεν έφταιγε μόνο ο δρόμος. Ψέματα».
Έκλεισα τα μάτια.
Η Συγγρού ξανάρθε μπροστά μου.
Βροχή πάνω στο παρμπρίζ. Φώτα αυτοκινήτων να λιώνουν στο νερό. Υαλοκαθαριστήρες που πήγαιναν πέρα δώθε και δεν προλάβαιναν τίποτα. Ο Στέφανος δίπλα μου, με το μπουφάν ανοιχτό και το γέλιο του να γεμίζει το αμάξι.
«Πιο γρήγορα, ρε μαλάκα».
Θυμήθηκα τη μυρωδιά από βρεγμένο δέρμα και μπύρα. Το χέρι μου στο τιμόνι. Το πόδι μου στο γκάζι. Την ανόητη, ζωώδη χαρά της ταχύτητας. Τότε που ο θάνατος ήταν κάτι που συνέβαινε σε άλλους, σε ειδήσεις, σε τραγούδια, σε δρόμους που δεν περνούσαμε.
Μετά το τιμόνι γλίστρησε. Μια κόρνα. Φώτα απέναντι. Μέταλλο που λύγισε. Γυαλί που έγινε θρύψαλα. Το σώμα μου να πετάγεται μπροστά και να γυρίζει πίσω. Η γεύση αίματος στο στόμα μου. Βενζίνη. Καμένο λάστιχο. Βροχή μέσα στο αμάξι.
Άνοιξα τα μάτια μου.
Το τσιγάρο είχε καεί μέχρι τα δάχτυλά μου και ο πόνος με γύρισε στο δωμάτιο.
Και τότε θυμήθηκα κάτι που είχα θάψει τόσο βαθιά, που είχα αρχίσει να το περνάω για ψέμα.
Ο Στέφανος δεν είχε πεθάνει αμέσως.
Ήταν δίπλα μου, στραβωμένος μέσα στις λαμαρίνες, με αίμα στο πρόσωπο και τα μάτια ανοιχτά. Με κοίταζε. Ανάσαινε με κόπο. Κάθε ανάσα του είχε έναν ήχο υγρό, σπασμένο. Το χέρι του κουνήθηκε προς το μέρος μου. Δεν έφτασε.
«Μη φύγεις».
Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του.
Κι εγώ έφυγα.
Έβγαλα τη ζώνη μου, άνοιξα την πόρτα, έπεσα έξω στη βροχή και στάθηκα όρθιος. Θυμάμαι τη ζαλάδα. Θυμάμαι ότι κοίταξα γύρω μου. Θυμάμαι πως άκουσα σειρήνες μακριά. Θυμάμαι πως το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν το αλκοόλ στο αίμα μου. Η άδεια. Η φυλακή. Οι γονείς του. Οι δικοί μου. Ο σταθμός. Η ζωή μου, η μικρή, τιποτένια ζωή μου, να κρέμεται από εκείνο το αμάξι.
Και έφυγα.
Επειδή φοβήθηκα.
Επειδή είχα πιει.
Επειδή εκείνη τη νύχτα έμαθα πόσο φτηνός μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος, όταν πρέπει να διαλέξει.
Το πρωί βρήκα τον εαυτό μου στην ταράτσα της πολυκατοικίας χωρίς να θυμάμαι πώς ανέβηκα.
Η πόλη άχνιζε κάτω από τη βροχή. Κεραίες, θερμοσίφωνες, βρεγμένο τσιμέντο, καυσαέριο που ανέβαινε από τη λεωφόρο. Κάτω τα πρώτα λεωφορεία άρχισαν να περνούν με τα κίτρινα φώτα τους.
Κοίταξα κάτω και ζαλίστηκα.
Το κινητό δονήθηκε στην τσέπη μου.
Ο Πέτρος.
Δεν απάντησα.
Κατέβηκα, όταν άρχισαν να ανοίγουν τα πρώτα παράθυρα στην απέναντι πολυκατοικία. Έβγαλα τα παπούτσια μου δίπλα στον καναπέ και έμεινα για λίγο όρθιος στο σαλόνι. Όλα ήταν στη θέση τους. Το τασάκι. Το ποτήρι. Η κασέτα. Το άδειο μπουκάλι. Κι όμως κάτι είχε μετακινηθεί. Μέσα.
Δεν πήγα στον σταθμό εκείνο το βράδυ. Δεν άνοιξα το τηλέφωνο. Κοιμήθηκα δύο ώρες με την τηλεόραση ανοιχτή και το μπουφάν ακόμα πάνω μου. Στον ύπνο μου άκουγα υαλοκαθαριστήρες.
Την επόμενη μέρα έβρεχε από το πρωί. Μια συνεχόμενη, γκρίζα βροχή που έκανε την Αθήνα να μοιάζει με κακή φωτοτυπία του εαυτού της. Προς το βράδυ άρχισα να κοιτάζω συνέχεια το ρολόι. Δεν ήθελα να το κάνω. Το έκανα. Κάτι μέσα μου ήξερε ότι θα ερχόταν κάτι ακόμα.
Το τελευταίο.
02:17.
Το κουδούνι χτύπησε.
Άνοιξα.
Δεν υπήρχε κασέτα αυτήν τη φορά.
Μόνο ένας φάκελος. Βρεγμένος από τη βροχή.
Τον πήρα και κοίταξα τον διάδρομο. Άδειος. Η λάμπα πάνω από τις σκάλες τρεμόπαιζε πάλι, πιο αδύναμα τώρα, λες και είχε κουραστεί κι αυτή να βλέπει.
Έκλεισα την πόρτα.
Άνοιξα τον φάκελο με τα δάχτυλά μου να μην υπακούν σωστά.
Μία φωτογραφία έπεσε πάνω στο τραπεζάκι.
Το αμάξι.
Η Συγγρού.
Η βροχή πάνω στο παρμπρίζ.
Η πόρτα του οδηγού ανοιχτή.
Το κάθισμα άδειο.
Εκεί που λίγα λεπτά πριν καθόμουν εγώ, υπήρχε μόνο ένα σκοτεινό αποτύπωμα από νερό και αίμα. Η ζώνη κρεμόταν έξω από την πόρτα. Το τιμόνι είχε στραβώσει. Το παρμπρίζ ήταν ραγισμένο σε κύκλους, σαν μάτι που έσπασε και συνέχισε να κοιτάζει.
Στη θέση του συνοδηγού ο Στέφανος μισοκρυμμένος μέσα στις λαμαρίνες.
Το πρόσωπό του δεν φαινόταν. Μόνο το χέρι του που απλωνόταν προς τη μεριά του οδηγού. Προς το κενό.
Γύρισα τη φωτογραφία.
Στο πίσω μέρος ήταν γραμμένη μία φράση.
«ΕΔΩ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΣΑΙ».
Κάθισα στον καναπέ. Δεν θυμάμαι, αν άφησα τη φωτογραφία στο τραπεζάκι ή αν έμεινε κολλημένη στα δάχτυλά μου. Θυμάμαι το ψυγείο που βούιζε από την κουζίνα. Τη βροχή στο τζάμι. Ένα ασθενοφόρο μακριά. Τόσο μακριά που μπορεί να μην υπήρχε καν.
Και τότε κατάλαβα κάτι ακόμα χειρότερο.
Δεν θυμόμουν το πρόσωπο του Στέφανου.
Προσπάθησα.
Τα μάτια του. Το χαμόγελό του. Η φωνή του όταν τραγουδούσε λάθος στίχους. Ο τρόπος που έλεγε το όνομά μου. Το γέλιο του στο αμάξι πριν τη στροφή.
Τίποτα.
Δέκα χρόνια κι εγώ θυμόμουν μόνο το αίμα στο στόμα μου, τη βροχή στο παρμπρίζ, τις σειρήνες που πλησίαζαν και εκείνη τη φράση.
«Μη φύγεις».
Εκείνον όχι.
Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία. Το άδειο κάθισμα του οδηγού μού επέστρεφε όλη την ιστορία χωρίς έλεος. Έφυγα πριν μάθω, αν θα ζούσε. Έφυγα πριν μπορέσει να μου ζητήσει δεύτερη φορά να μείνω. Έφυγα και μετά έφτιαξα μια ζωή γύρω από εκείνο το κενό. Εκπομπές μέσα στη νύχτα. Μουσικές για ανθρώπους που δεν γνώριζα. Ποτά. Τσιγάρα. Αστεία στον αέρα. Μια φωνή χωρίς πρόσωπο, για να μη χρειάζεται να έχω πρόσωπο.
Ο Στέφανος μισοκρυμμένος μέσα στις λαμαρίνες.
Κι εγώ πουθενά.
Το κουδούνι δεν χτύπησε ξανά εκείνο το βράδυ.
Ούτε το επόμενο.
Ούτε ποτέ ξανά.
Πέρασαν εβδομάδες μέχρι να καταλάβω τι είχε συμβεί πραγματικά. Στην αρχή περίμενα. Κάθε βράδυ στις 02:17 καθόμουν με ανοιχτά μάτια και άκουγα την πολυκατοικία να ανασαίνει. Το ψυγείο, τους σωλήνες, τα βήματα κάποιου που γυρνούσε αργά, ένα μωρό που έκλαιγε στον δεύτερο, τη γυναίκα απέναντι που έβγαινε στο μπαλκόνι για τσιγάρο. Περίμενα τον ήχο. Τον φοβόμουν και τον ήθελα. Οι άνθρωποι αγαπούν ακόμα και την τιμωρία τους, όταν είναι το μόνο πράγμα που τους επισκέπτεται σταθερά.
Όμως δεν ξαναχτύπησε.
Σιγά σιγά κατάλαβα. Δεν με τιμωρούσε κάποιος. Κανείς δεν προσπαθούσε να με τρελάνει. Το κουδούνι χτυπούσε, γιατί ένα κομμάτι μου αρνιόταν να ξεχάσει. Ένα κομμάτι μου είχε μείνει στη Συγγρού, μέσα στη βροχή, δίπλα σε ένα ανοιχτό αυτοκίνητο και για δέκα χρόνια χτυπούσε την πόρτα, για να το αφήσω να μπει.
Σταμάτησε τη νύχτα που άνοιξα. Όχι την πόρτα. Τη μνήμη.
Εκείνη τη νύχτα κατάλαβα το χειρότερο. Δεν ήταν ότι άφησα τον φίλο μου να πεθάνει μόνος. Ήταν ότι συνέχισα να ζω λες και δεν υπήρξε ποτέ.
Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο.
Η γυναίκα απέναντι κάπνιζε μόνη στο μπαλκόνι της. Η πόλη γυάλιζε από τη βροχή, κουρασμένη, βρώμικη, ζωντανή με τον τρόπο που ζουν οι πόλεις, χωρίς να συγχωρούν και χωρίς να θυμούνται.
Κοίταξα το ρολόι.
02:17.
Περίμενα.
Τίποτα.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια το διαμέρισμα έμεινε απόλυτα ήσυχο.
Κι εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κατάλαβα κάτι ακόμα.
Δεν μου έλειπε ο Στέφανος.
Μου έλειπε ο άνθρωπος που ήμουν πριν αφήσω το κάθισμά μου άδειο.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
