Σκέψεις CultArt: Πέρσες

Υπάρχουν βράδια στην Επίδαυρο που νιώθεις πως ο χρόνος παύει να κυλά γραμμικά. Πως οι αιώνες δεν διαδέχονται ο ένας τον άλλον, αλλά συνυπάρχουν. Ένα τέτοιο βράδυ ήταν εκείνο των «Περσών» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη.
Σάββατο 4 Ιουλίου. Η ζέστη της ημέρας δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει τις πέτρες του αρχαίου θεάτρου. Το φως σβήνει αργά πάνω από τους λόφους της Αργολίδας και το άρωμα των πεύκων κατεβαίνει από τις πλαγιές σαν μια αόρατη συνοδεία προς τους χιλιάδες θεατές που ανηφορίζουν προς τις κερκίδες. Υπάρχει κάτι σχεδόν μυστηριακό σε αυτήν τη διαδρομή. Δεν πηγαίνεις να δεις μια παράσταση, αντίθετα πηγαίνεις να συναντήσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου μέσα από μια ιστορία που έχει ειπωθεί πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια και, παρ’ όλα αυτά, μοιάζει να γράφτηκε χθες.
Καθώς σκοτείνιαζε και το θέατρο γέμιζε ασφυκτικά, η αίσθηση ήταν ότι το ίδιο το τοπίο περίμενε να μιλήσει. Οι «Πέρσες» είναι ένα έργο που θα έπρεπε να διδάσκεται όχι μόνο στις δραματικές σχολές, αλλά και στις σχολές πολιτικών επιστημών. Είναι ίσως το πρώτο μεγάλο αντιπολεμικό έργο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Αισχύλος, βετεράνος της μάχης του Μαραθώνα και της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, θα μπορούσε να είχε γράψει έναν ύμνο στη νίκη των Ελλήνων. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να δώσει φωνή στους ηττημένους. Επέλεξε να κοιτάξει τον πόλεμο από την πλευρά εκείνων που θρηνούν.
Αυτή ακριβώς η πολιτική και ηθική γενναιότητα του έργου αναδείχθηκε με εντυπωσιακή καθαρότητα από τον Χρήστο Θεοδωρίδη. Η σκηνοθεσία του δεν επιχείρησε να επιβληθεί στον Αισχύλο, αντίθετα τον άκουσε και μέσα από αυτήν την ακρόαση κατάφερε να αποκαλύψει τη σύγχρονη δύναμή του.
Μία από τις πιο ευφυείς επιλογές της παράστασης ήταν η αξιοποίηση του χώρου πίσω από τη σκηνή ως οργανικής προέκτασης της δράσης. Η ίδια η φύση, το σκοτάδι, η απόσταση, οι σκιές γίνονταν μέρος της δραματουργίας. Η Επίδαυρος δεν χρησιμοποιήθηκε ως φόντο, μετατράπηκε σε ενεργό σκηνικό σώμα.
Ύστερα, ήρθε εκείνη η εικόνα που δύσκολα θα σβήσει από τη μνήμη όσων βρέθηκαν εκεί. Ένα κόκκινο μονοπάτι φωτός άνοιξε μέσα στο σκοτάδι. Απλό ως σύλληψη, συγκλονιστικό ως αποτέλεσμα. Ήταν σαν μια ρωγμή ανάμεσα στους κόσμους. Ένας δρόμος φτιαγμένος από αίμα, μνήμη και ενοχή. Ο δρόμος που ένωνε τους ζωντανούς με τους νεκρούς. Ο δρόμος που επέτρεψε στον Δαρείο να επιστρέψει από τον Άδη και να σταθεί ενώπιον των απογόνων του ως φορέας μιας πικρής αλήθειας: ότι η αλαζονεία της εξουσίας είναι πάντοτε αυτοκαταστροφική.
Σε μια εποχή όπου η πολιτική ηγεσία σε ολόκληρο τον κόσμο επιστρέφει όλο και συχνότερα στη γλώσσα της ισχύος, της στρατιωτικής υπεροχής και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, ο λόγος του Δαρείου ακούστηκε σχεδόν ανατριχιαστικά επίκαιρος. Σαν μια προειδοποίηση που η ανθρωπότητα αρνείται πεισματικά να ακούσει.
Στον πυρήνα αυτής της παράστασης βρισκόταν ο Χορός. Ένας Χορός σπάνιας ακρίβειας, πειθαρχίας και εκφραστικής δύναμης. Παρέμενε στη σκηνή καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης σαν η συλλογική συνείδηση ενός λαού που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει. Δεν σχολίαζε μόνο τα γεγονότα, τα κουβαλούσε πάνω στο σώμα του, τα βίωνε με τον δικό του τρόπο.
Ιδιαίτερα στη σκηνή της ανάκλησης του Δαρείου, το θέατρο μεταμορφώθηκε. Ο ύμνος-κάλεσμα στα περσικά, η επιβλητική κινησιολογία, οι κυκλικές κινήσεις και ο ιδιότυπος χορός-κάλεσμα δημιούργησαν μια από τις πιο μαγικές στιγμές της βραδιάς. Για λίγα λεπτά έμοιαζε σαν να μην παρακολουθούμε παράσταση, αλλά μια αρχαία μυσταγωγία που είχε επιβιώσει μέσα στους αιώνες.
Οι ερμηνείες υπήρξαν συνολικά εξαιρετικές. Η Μαρία Ναυπλιώτου προσέγγισε την Άτοσσα με αξιοπρέπεια, εσωτερικότητα και συγκινητική ανθρωπιά. Δεν ερμήνευσε μόνο μια βασίλισσα, ερμήνευσε μια μητέρα που αισθάνεται το κακό να πλησιάζει, πριν ακόμη το πληροφορηθεί.
Ο Δημήτρης Καταλειφός, με τη σπάνια υποκριτική του οικονομία, χάρισε στον Δαρείο μια σχεδόν μεταφυσική βαρύτητα. Η παρουσία του γέμισε τον χώρο χωρίς να χρειάζεται καμία εξωτερική επίδειξη δύναμης. Ένας ηθοποιός που αποδεικνύει κάθε φορά ότι το πραγματικό μέγεθος δεν χρειάζεται ποτέ να φωνάζει.
Και ύστερα ανέβηκε στη σκηνή ο Αναστάσης Ροϊλός. Παρακολουθώντας τον, συνειδητοποιεί κανείς πόσο σπάνιο είναι σήμερα το φαινόμενο ενός ηθοποιού που προσεγγίζει κάθε ρόλο σαν να πρόκειται για τον πρώτο της ζωής του. Ο Ροϊλός δεν αρκείται απλά στο να μεταφέρει τον εαυτό του από παράσταση σε παράσταση, δεν αναπαράγει μια επιτυχημένη περσόνα. Αντίθετα σκάβει βαθιά, μελετά, ερευνά, μεταμορφώνεται. Γι’ αυτό και οι ρόλοι του δεν μοιάζουν ποτέ μεταξύ τους. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία αναδεικνύεται το σπάνιο εύρος του συγκεκριμένου ηθοποιού.
Ο Ξέρξης του ήταν μια ύπαρξη διαλυμένη από το ίδιο της το όνειρο. Ένας άνθρωπος που επέστρεφε από το πεδίο της συντριβής όχι μόνο ηττημένος, αλλά υπαρξιακά ακρωτηριασμένος. Και αυτό που έκανε την ερμηνεία του τόσο σπουδαία ήταν ότι δεν περιοριζόταν στον λόγο. Το σώμα του αφηγούνταν διαρκώς μια δεύτερη, παράλληλη ιστορία. Η καμπύλωση της πλάτης, το βάρος στα βήματα, η αδυναμία να κατοικήσει ξανά τον χώρο της εξουσίας, όλα λειτουργούσαν ως στοιχεία μιας βαθιά σωματοποιημένης υποκριτικής. Ο Ροϊλός δεν υποδυόταν τον Ξέρξη, γινόταν ο Ξέρξης κάθε στιγμή, σε κάθε κίνηση, σε κάθε λέξη.
Θα ήθελα, όμως, να σταθώ και στον Σταύρο Σβήγκο ως Αγγελιαφόρο. Υπάρχουν στιγμές στο θέατρο όπου αισθάνεσαι ότι ένας ηθοποιός ξεπερνά ακόμη και τον εαυτό του. Αυτή ήταν μία από αυτές. Η αφήγηση της καταστροφής ήταν συγκλονιστική. Ο Σβήγκος δεν περιέγραφε τη φρίκη, την ανακαλούσε μπροστά μας. Κάθε λέξη έμοιαζε να κουβαλά το βάρος εκατοντάδων νεκρών. Κάθε ανάσα να βγαίνει μέσα από τα συντρίμμια μιας αυτοκρατορίας. Χωρίς υπερβολή, ήταν μια ερμηνεία που θα μείνει ως σημείο αναφοράς.
Κι όμως, το πιο ισχυρό πολιτικό σχόλιο της παράστασης επιφυλασσόταν για το τέλος. Εκεί όπου ο θρήνος παύει να αφορά αποκλειστικά τους νεκρούς της Σαλαμίνας. Ο Χορός αρχίζει να αναζητά τους χαμένους όλων των πολέμων. Οι νεκροί βγαίνουν από τα στενά όρια της Ιστορίας και μετατρέπονται σε παγκόσμια κοινότητα μνήμης. Η Χιροσίμα, το Σαράγεβο, η Παλαιστίνη, για να αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα που ακούστηκαν την ώρα που ο Χορός αναζητούσε τα θύματα των πολέμων οικουμενικά και διαχρονικά!
Οι πόλεις αλλάζουν. Οι σημαίες αλλάζουν. Οι γλώσσες αλλάζουν. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι ο ανθρώπινος πόνος. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Αισχύλος συναντά τις μεγάλες τραγωδίες του σύγχρονου κόσμου. Τα θύματα των βομβαρδισμών, οι νεκροί των πολέμων, οι ξεριζωμένοι, οι εξαφανισμένοι. Όλοι αποκτούν θέση μέσα στον ίδιο θρήνο. Η παράσταση δεν αναφέρεται στο παρελθόν, μιλά για σήμερα. Για έναν κόσμο που συνεχίζει να επενδύει δισεκατομμύρια στην κατασκευή όπλων και ελάχιστα στην προστασία της ανθρώπινης ζωής. Για κυβερνήσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον πόλεμο ως εργαλείο πολιτικής. Για κοινωνίες που μαθαίνουν να παρακολουθούν τη φρίκη μέσα από οθόνες μέχρι να τη συνηθίσουν, μέχρι η ακρότητα να κανονικοποιηθεί μέσα τους και το ακραίο να γίνει κανονικό.
Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων δημιούργησε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που μπορεί να ζήσει ένας θεατής στο θέατρο. Όταν έπεσε η αυλαία, το θέατρο σηκώθηκε όρθιο. Το παρατεταμένο standing ovation δεν ήταν απλώς μια έκφραση θαυμασμού, ήταν μια συλλογική αναγνώριση ότι είχε συμβεί κάτι σπάνιο. Χιλιάδες άνθρωποι χειροκροτούσαν ασταμάτητα σε μια Επίδαυρο που σειόταν, σαν να προσπαθούσαν να παρατείνουν λίγο ακόμη αυτήν τη συνάντηση με κάτι βαθιά αληθινό.
Και ίσως δεν υπήρχε πιο ταιριαστό κλείσιμο από την παρέμβαση των ηθοποιών και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών για τη θεσμοθέτηση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ύστερα από μια παράσταση που μιλούσε για την αξία της ανθρώπινης ζωής απέναντι στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες υπενθύμισαν ότι ο πολιτισμός δεν μπορεί να στηρίζεται στην επισφάλεια. Ότι οι άνθρωποι που υπηρετούν την τέχνη δικαιούνται αξιοπρεπείς αμοιβές, εργασιακή ασφάλεια και σεβασμό. Ότι η δημιουργία δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην ανασφάλεια και την εξουθένωση. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η τραγωδία δεν κατοικεί μόνο στα αρχαία κείμενα, κατοικεί και στις σιωπές των σύγχρονων κοινωνιών.
Κλείνοντας, ο Χρήστος Θεοδωρίδης δεν σκηνοθέτησε απλά τους «Πέρσες» του Αισχύλου, τους απελευθέρωσε από το παρελθόν και τους έφερε ανάμεσά μας. Τους μετέτρεψε σε καθρέφτη της εποχής μας. Και μέσα στη σιωπή που ακολούθησε το τέλος του χειροκροτήματος, έμεινε να αιωρείται η πιο δύσκολη ερώτηση:
Πόσους ακόμη νεκρούς θα χρειαστεί να θρηνήσει η ανθρωπότητα μέχρι να καταλάβει αυτό που γνώριζε ήδη ο Αισχύλος πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια;
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
