Σκέψεις CultArt: Mad Men

Η σειρά Mad Men δεν είναι απλώς ένα τηλεοπτικό δράμα εποχής· είναι ένα καλειδοσκόπιο επιθυμιών, ελλείψεων και ψευδαισθήσεων, ένα έργο που κοιτάζει τον άνθρωπο κατάματα την ώρα που εκείνος φορά το πιο καλοραμμένο του κοστούμι, για να κρύψει το χάος από κάτω. Πίσω από τα γραφεία της διαφημιστικής «Sterling Cooper» –και αργότερα των διαδοχικών της μετενσαρκώσεων– ξεδιπλώνεται μια αφήγηση που χρησιμοποιεί τη διαφήμιση ως πρόσχημα, για να μιλήσει για κάτι βαθύτερο: την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου να επινοήσει τον εαυτό του ξανά και ξανά, μέχρι να πιστέψει ο ίδιος το ψέμα του.
Σε επίπεδο πλοκής, το Mad Men ακολουθεί τον Ντον Ντρέιπερ, έναν χαρισματικό, αλλά βαθιά διχασμένο δημιουργικό διευθυντή, ο οποίος έχει οικοδομήσει την επιτυχία του πάνω σε μια κλεμμένη ταυτότητα. Η σειρά εκτυλίσσεται κυρίως στη δεκαετία του ’60, σε μια Αμερική που αλλάζει βίαια: πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά. Παράλληλα με την επαγγελματική άνοδο και πτώση των χαρακτήρων, παρακολουθούμε τις προσωπικές τους ζωές να αποσυντίθενται, να αναδομούνται και να καταρρέουν ξανά. Η πλοκή, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται τόσο για το «τι θα συμβεί» όσο για το «τι σημαίνει αυτό που συμβαίνει». Είναι μια αφήγηση περισσότερο υπαρξιακή, παρά δραματουργική, όπου οι σιωπές συχνά λένε περισσότερα από τους διαλόγους.
Ο Ντον Ντρέιπερ είναι ίσως μία από τις πιο περίπλοκες φιγούρες της σύγχρονης τηλεόρασης. Είναι η ενσάρκωση του αμερικανικού μύθου της αυτοδημιουργίας: ένας άνθρωπος που γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια και την κακοποίηση και αναγεννήθηκε ως επιτυχημένος επαγγελματίας, σύζυγος, πατέρας, είδωλο. Κι όμως, αυτός ο μύθος αποδεικνύεται κενός. Ο Ντον δεν ξέρει ποιος είναι, γιατί ποτέ δεν του επετράπη να είναι ο εαυτός του. Η διαφήμιση, η τέχνη του να πουλάς επιθυμίες που δεν μπορούν να εκπληρωθούν, είναι το τέλειο επάγγελμα για κάποιον που ζει σε μόνιμη απόσταση από την αλήθεια. Ο κυνισμός του δεν είναι έλλειψη συναισθήματος· είναι μηχανισμός άμυνας. Κάθε του σχέση, κάθε του γάμος, κάθε του ερωμένη είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να γεμίσει ένα κενό που δεν έχει όνομα.
Γύρω του κινούνται χαρακτήρες εξίσου τραυματισμένοι, αλλά με διαφορετικές στρατηγικές επιβίωσης. Η Πέγκυ Όλσον ξεκινά ως γραμματέας και εξελίσσεται σε δημιουργική δύναμη, κουβαλώντας πάνω της το βάρος μιας κοινωνίας που δεν έχει χώρο για τις φιλοδοξίες των γυναικών. Η ψυχοσύνθεσή της είναι ένα μείγμα φιλοδοξίας, ενοχής και θυμού. Σε αντίθεση με τον Ντον, η Πέγκυ πληρώνει ακριβά κάθε βήμα προς την αυτονομία της. Η επιτυχία της δεν συνοδεύεται από θαυμασμό, αλλά από μοναξιά και η ελευθερία της μοιάζει συχνά με εξορία. Το Mad Men δεν εξιδανικεύει τη γυναικεία χειραφέτηση· την παρουσιάζει ως επώδυνη, αντιφατική και συχνά άδικη.
Η Τζόαν Χάρις, από την άλλη, ενσαρκώνει μια διαφορετική όψη της γυναικείας εμπειρίας. Χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά της ως νόμισμα επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο που την έχει ήδη αντικειμενοποιήσει. Η σειρά, με κυνική ειλικρίνεια, δείχνει πως η επιλογή αυτή δεν είναι ποτέ πραγματικά ελεύθερη. Η Τζόαν γνωρίζει το κόστος, αλλά το αποδέχεται, γιατί της προσφέρει έλεγχο σε ένα σύστημα που αλλιώς θα την καταβρόχθιζε. Η τραγικότητά της έγκειται στο ότι, ακόμα κι όταν «κερδίζει», χάνει κάτι από τον εαυτό της.
Οι ανδρικοί χαρακτήρες –ο Πιτ Κάμπελ, ο Ρότζερ Στέρλινγκ, ο Κεν Κόσγκροουβ– λειτουργούν ως παραλλαγές της ίδιας υπαρξιακής κρίσης. Ο Πιτ είναι η ανασφάλεια της παλιάς ελίτ που βλέπει την εξουσία της να διαβρώνεται. Ο Ρότζερ είναι ο κυνικός ηδονιστής που φοβάται τη φθορά του χρόνου. Όλοι, με τον τρόπο τους, προσπαθούν να κρατηθούν από ένα σύστημα αξιών που καταρρέει, ακόμα κι αν αυτό το σύστημα τους έχει ήδη προδώσει.
Σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, το Mad Men λειτουργεί ως νεκροτομή της μεταπολεμικής Αμερικής. Η σειρά θίγει τον ρατσισμό όχι με διδακτισμό, αλλά με σιωπή και απουσία: οι μαύροι χαρακτήρες βρίσκονται στο περιθώριο, όπως ακριβώς και στην κοινωνία της εποχής. Ο σεξισμός δεν παρουσιάζεται ως «κακός χαρακτήρας», αλλά ως δομικό στοιχείο της καθημερινότητας. Ο Ψυχρός Πόλεμος, ο πόλεμος του Βιετνάμ, οι δολοφονίες των Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ περνούν σαν υπόγειοι σεισμοί που ραγίζουν την ψευδαίσθηση της σταθερότητας.
Και στο κέντρο όλων αυτών βρίσκεται η κατανάλωση. Το Mad Men αποκαλύπτει τη διαφήμιση όχι απλώς ως εργαλείο πώλησης προϊόντων, αλλά ως μηχανισμό κατασκευής νοήματος. Μας δείχνει πώς οι εταιρείες δεν πουλάνε τσιγάρα ή αυτοκίνητα, αλλά ταυτότητες, όνειρα, μια υπόσχεση ότι η δυστυχία μπορεί να εξαγοραστεί. Είναι μια βαθιά πολιτική θέση, ειπωμένη χωρίς συνθήματα: ο καπιταλισμός δεν επιβιώνει, επειδή μας καταπιέζει, αλλά επειδή μας πείθει να τον ερωτευτούμε.
Τελικά, το Mad Men είναι μια σειρά για την αποτυχία της ευτυχίας ως project. Οι ήρωές της έχουν όλα όσα «πρέπει» να έχουν και παρ’ όλα αυτά παραμένουν ανικανοποίητοι. Η λύτρωση, όταν έρχεται, είναι αμφίσημη, συχνά ειρωνική. Η τελευταία εικόνα της σειράς δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά ένα ερώτημα: Μήπως η μεγαλύτερή μας ικανότητα δεν είναι να βρίσκουμε την αλήθεια, αλλά να ντύνουμε το κενό με όμορφες λέξεις;
Το Mad Men δεν ζητά να το αγαπήσεις. Ζητά να αναγνωρίσεις μέσα του κάτι από τον εαυτό σου και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
