Σκέψεις CultArt: Η Δίκη

Η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα είναι ένα κείμενο που δεν διαβάζεται απλώς· σε διαβάζει. Σε παρακολουθεί από τις χαραμάδες της καθημερινότητας, από τις μικρές, ασήμαντες κινήσεις που ξαφνικά αποκτούν βάρος ενοχής. Είναι ένα έργο που μιλά για την αόρατη ενοχή πριν από το έγκλημα, για την καταδίκη πριν από την πράξη, για την εξουσία που δεν χρειάζεται πια να φωνάξει, για να επιβληθεί. Η θεατρική μεταφορά του Άρη Μπινιάρη επιχειρεί αυτήν τη σκοτεινή οντολογία επί σκηνής, όχι τόσο ως αφήγηση όσο ως εμπειρία: μια εμπειρία σωματική, ρυθμική, σχεδόν τελετουργική.
Από την πρώτη στιγμή, η σκηνοθεσία δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει. Η σύλληψη του Γιόζεφ Κ. δεν παρουσιάζεται ως αίνιγμα προς επίλυση, αλλά ως δεδομένο: κάτι που συμβαίνει, όπως συμβαίνουν όλα στον κόσμο του Κάφκα, χωρίς αιτία, χωρίς αρχή, χωρίς έξοδο κινδύνου. Ο Μπινιάρης μεταφέρει αυτήν την αίσθηση μέσα από τα σώματα των ηθοποιών, που μοιάζουν να λειτουργούν ως γρανάζια ενός μηχανισμού μεγαλύτερου από τους ίδιους. Οι κινήσεις τους είναι συχνά συγχρονισμένες, επαναληπτικές, κοφτές, σαν να υπακούν σε έναν αόρατο παλμό. Το δικαστήριο δεν είναι ένας χώρος· είναι ένας ρυθμός που εισχωρεί παντού.
Η επιλογή αυτή είναι απολύτως συνεπής με τη σκηνοθετική γλώσσα του Μπινιάρη, που εδώ και χρόνια εστιάζει στο σώμα ως φορέα νοήματος και στον λόγο ως ηχητικό υλικό. Η «Δίκη» γίνεται έτσι μια παράσταση όπου ο λόγος του Κάφκα δεν απαγγέλλεται απλώς, αλλά χτυπιέται, ανασαίνεται, εξαντλείται. Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, σχεδόν πνιγηρή και το σκηνικό –λιτό αλλά αυστηρά δομημένο– λειτουργεί σαν προέκταση της εξουσίας: ένας χώρος χωρίς καταφύγιο, χωρίς ιδιωτικότητα, όπου τα πάντα είναι εκτεθειμένα στο βλέμμα του Άλλου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η υπαρξιακή αγωνία του Κάφκα αποκτά πολιτική διάσταση. Η εξουσία δεν εμφανίζεται ως ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή θεσμός, αλλά ως καθημερινή πρακτική. Είναι η γραφειοκρατία που εισβάλλει στο σπίτι, ο νόμος που δεν εξηγείται, η διαδικασία που γίνεται αυτοσκοπός. Η παράσταση φωτίζει με οξύτητα το πώς αυτός ο μηχανισμός διαλύει τις ζωές των ανθρώπων όχι με θεαματική βία, αλλά με τη φθορά της αναμονής, της αβεβαιότητας, της εσωτερικευμένης ενοχής. Ο Γιόζεφ Κ. δεν βασανίζεται· εξαντλείται.
Ωστόσο, ακριβώς σε αυτήν την έντονη σκηνοθετική σύλληψη εντοπίζεται και το παράδοξο της παράστασης. Η έμφαση στη σωματικότητα, στον ρυθμό, στη συλλογική κίνηση μοιάζει κάποιες στιγμές να επισκιάζει τη δύναμη του ίδιου του κειμένου. Ο Κάφκα με τη λεπτή ειρωνεία του, με τις μικρές μετατοπίσεις νοήματος, με τη σχεδόν ψυχρή καθαρότητα της γλώσσας του, κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον σκηνικό θόρυβο. Η «Δίκη» δεν είναι μόνο κραυγή· είναι και ψίθυρος. Και ο ψίθυρος, στη συγκεκριμένη παράσταση, δεν ακούγεται πάντα.
Η ερμηνεία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου ως Γιόζεφ Κ. κινείται μέσα σε αυτά τα όρια. Πρόκειται για έναν ηθοποιό με έντονη σκηνική παρουσία και εσωτερικότητα, που εδώ καλείται να ενταχθεί σε ένα αυστηρά δομημένο σκηνοθετικό σύστημα. Ο Κ. του Παπασπηλιόπουλου είναι διαρκώς σε ένταση, διαρκώς σε κίνηση, σαν να μην του επιτρέπεται ποτέ η παύση που θα μπορούσε να αποκαλύψει το εσωτερικό ρήγμα του ήρωα. Έτσι, η ερμηνεία του, αν και σωματικά επιβλητική, μοιάζει σε στιγμές περιορισμένη, σαν να μην βρίσκει τον χώρο να αναπνεύσει μέσα στην ίδια της την αγωνία.
Κι όμως, αυτή η αίσθηση περιορισμού δεν είναι απαραίτητα ασυνεπής με το πνεύμα του έργου. Ο Γιόζεφ Κ. δεν έχει χώρο. Δεν έχει χρόνο. Δεν έχει λόγο. Είναι ένας άνθρωπος παγιδευμένος σε μια διαδικασία που δεν καταλαβαίνει, αλλά στην οποία συμμετέχει μέχρι τέλους. Η παράσταση του Μπινιάρη μοιάζει να ενσαρκώνει αυτήν την παγίδευση, ακόμα κι αν το τίμημα είναι η απώλεια κάποιων από τις πιο λεπτές αποχρώσεις του καφκικού λόγου.
Η «Δίκη» αυτή δεν επιδιώκει να είναι πιστή· επιδιώκει να είναι συνεπής. Συνεπής σε μια θεατρική γλώσσα που βλέπει το κλασικό κείμενο ως υλικό προς μετασχηματισμό και όχι ως ιερό κειμήλιο. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση ιδιαίτερη και πρωτοποριακή, που τολμά να αναμετρηθεί με ένα από τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ίσως, τελικά, αυτό που μένει δεν είναι η αφήγηση της «Δίκης», αλλά η αίσθησή της. Ένα βάρος στο στήθος, ένας ρυθμός που συνεχίζει να χτυπά και μετά το τέλος της παράστασης, μια σιωπηλή ερώτηση που δεν ζητά απάντηση: σε ποιο δικαστήριο δικαζόμαστε καθημερινά και πόσο πρόθυμα συμμετέχουμε στη διαδικασία; Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία έχει γίνει αόρατη και πανταχού παρούσα, η «Δίκη» του Μπινιάρη δεν μας προσφέρει λύτρωση. Μας κοιτά κατάματα και μας αφήνει εκεί, όρθιους, εν αναμονή της απόφασης.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
