Σκέψεις CultArt: Πλούσιοι και Φτωχοί

Το μυθιστόρημα «Πλούσιοι και Φτωχοί» του Γρηγόριου Ξενόπουλου αποτελεί μια από τις πιο διεισδυτικές τομές στην ελληνική κοινωνία στα τέλη του 19ου αιώνα, όχι μόνο ως προς τη διάκριση των τάξεων, αλλά κυρίως ως προς τη ρευστότητα αυτής της διάκρισης. Στον πυρήνα του έργου δεν βρίσκεται μόνο η αντίθεση πλούτου και φτώχειας, αλλά η βαθιά ειρωνεία ότι αυτές οι κατηγορίες δεν είναι σταθερές ούτε αντικειμενικές, μεταβάλλονται, ανατρέπονται και τελικά αποκαλύπτονται ως κοινωνικές κατασκευές που υπηρετούν συγκεκριμένες αξίες και προκαταλήψεις.
Στην αρχή της ζωής των ηρώων, ο κόσμος παρουσιάζεται με μια σχεδόν φωτεινή αθωότητα. Η νεότητα λειτουργεί ως φίλτρο αισιοδοξίας. Οι φιλίες είναι ανιδιοτελείς, τα όνειρα μοιάζουν εφικτά και η κοινωνική θέση δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε προκαθορισμένη κατάληξη. Ο Αντώνης και ο Πώπος κινούνται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι δυνατότητες φαίνονται ανοιχτές. Ωστόσο, αυτή η αρχική φωτεινότητα δεν είναι παρά ένα προοίμιο. Καθώς οι ήρωες ενηλικιώνονται, η ζωή σκληραίνει και μαζί της σκληραίνουν και οι ίδιοι. Η κοινωνία επιβάλλει τους κανόνες της. Το χρήμα αποκτά κεντρική σημασία. Η επιτυχία ορίζεται με υλικούς όρους και οι ανθρώπινες σχέσεις υποτάσσονται στη σκοπιμότητα.
Είναι αξιοσημείωτη η αφηγηματική επιτυχία του Ξενόπουλου στο ότι ο αναγνώστης δεν μπορεί εξαρχής να διακρίνει ποια οικογένεια είναι πραγματικά «πλούσια» –του Αντώνη ή του Πώπου. Αυτή η αμφισημία κάνει φανερό το γεγονός ότι ο πλούτος δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος, αλλά και ζήτημα κοινωνικής αντίληψης. Η αριστοκρατική καταγωγή, ακόμη και αν έχει απολέσει την οικονομική της βάση, διατηρεί ένα κύρος. Αντίθετα, η νεόπλουτη επιτυχία, ακόμη κι αν είναι εντυπωσιακή, κουβαλά το στίγμα της προέλευσης.
Στη Ζακυνθινή –και ευρύτερα στην ελληνική– κοινωνία της εποχής διαφαίνεται μια πολύ σημαντική αλλαγή, καθώς ο ποπολάρος έχει πλέον τη δυνατότητα να πλουτίσει και να υπερκεράσει οικονομικά τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες. Αυτό συνιστά ένα είδος κοινωνικής κινητικότητας που προαναγγέλλει τον εκσυγχρονισμό. Ωστόσο, η κοινωνική «ρετσινιά» παραμένει. Η καταγωγή δεν ξεπλένεται εύκολα. Η κοινωνία δείχνει να αποδέχεται τον πλούτο, αλλά όχι τον άνθρωπο που τον απέκτησε «από χαμηλά». Είναι σε εκείνο ακριβώς το σημείο που δημιουργείται μια βαθιά αντίφαση, διότι, ενώ οι οικονομικές δομές μεταβάλλονται, οι νοοτροπίες παραμένουν αγκυλωμένες.
Στην αρχή του δεύτερου μέρους οι ισορροπίες ανατρέπονται με ακρίβεια σχεδόν μαθηματική. Ο Αντώνης, με τον πρακτικό και οπορτουνιστικό του χαρακτήρα, καταφέρνει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Δεν διστάζει να κινηθεί στα όρια της ηθικής –οικονομικά, προσωπικά, κοινωνικά– και ακριβώς αυτή η ευελιξία τον καθιστά επιτυχημένο. Αντίθετα, ο Πώπος ακολουθεί έναν δρόμο πιο ρομαντικό, σχεδόν αντισυμβατικό. Δεν εργάζεται για το χρήμα, αλλά για την εσωτερική του ικανοποίηση, δεν ερωτεύεται την Κλεμεντίνα –αδελφή του Αντώνη– από συμφέρον, αλλά από πραγματική αγάπη. Αυτή η στάση, που σε μια ιδεατή κοινωνία θα θεωρούνταν αρετή, εδώ οδηγεί στην περιθωριοποίηση.
Η τραγικότητα του Πώπου έγκειται ακριβώς σε αυτήν τη σύγκρουση. Βρίσκεται πάντα καθηλωμένος ανάμεσα σε έναν εσωτερικό κόσμο αξιών και σε μια εξωτερική πραγματικότητα που τις απορρίπτει. Είναι συγκλονιστικό ότι, ενώ έχει μεγαλύτερη ανάγκη από χρήματα, αρνείται να υποτάξει τη ζωή του σε αυτά. Αντίθετα, ο Αντώνης ενσαρκώνει το πρότυπο του επιτυχημένου ανθρώπου σε μια κοινωνία που ενδιαφέρεται περισσότερο για το «φαίνεσθαι» παρά για το «είναι». Το περιτύλιγμα υπερισχύει του περιεχομένου και αυτή η αντιστροφή αξιών αποτελεί μία από τις πιο αιχμηρές κοινωνικές κριτικές του έργου.
Κορυφαία στιγμή αυτής της σύγκρουσης αποτελεί το επεισόδιο με το δάνειο. Ο Πώπος ζητά 5.000 δραχμές από τον παιδικό του φίλο, πλέον τραπεζίτη, Μένη Μανιά, και λαμβάνει με δυσκολία μόλις 1.000. Την ίδια στιγμή, ο Μανιάς εξυπηρετεί απλόχερα άλλους, «δικούς του» ανθρώπους. Η σκηνή αυτή συμπυκνώνει την αδικία του κοινωνικού συστήματος, η οποία συμβαίνει να είναι και τρομακτικά επίκαιρη. Ο αναγνώστης νιώθει πως, τελικά, όσα χρόνια και αν περάσουν όλα παραμένουν αμετάβλητα: η αδικία, η διαφθορά και η αναξιοκρατία θα υπερτερεί της δικαιοσύνης, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας. Η φιλία υποχωρεί μπροστά στο συμφέρον και η ηθική μπροστά στη σκοπιμότητα. Όταν, όμως, ο Πώπος αντιδρά και καταγγέλλει την αδικία, η κοινωνία δεν τον δικαιώνει, αντίθετα, τον στιγματίζει ως αχάριστο και άδικο. Έτσι, το θύμα μετατρέπεται σε θύτη στα μάτια των άλλων –μια χαρακτηριστική αντιστροφή που αποκαλύπτει τη βαθιά υποκρισία του κοινωνικού συνόλου, που επίσης παραμένει αμετάβλητη έως και τις ημέρες μας, περίπου 130 χρόνια μετά.
Μέσα από αυτές τις εμπειρίες, ο Πώπος στρέφεται προς σοσιαλιστικές ιδέες. Δεν πρόκειται για μια θεωρητική επιλογή, αλλά για μια υπαρξιακή αναγκαιότητα. Η ίδια η ζωή τον οδηγεί σε μια κριτική στάση απέναντι στο σύστημα που τον απέκλεισε. Ο σοσιαλισμός, για τον Πώπο, δεν είναι ιδεολογία, αλλά κραυγή δικαιοσύνης. Ωστόσο, στην Ελλάδα του 1890-1900, τέτοιες ιδέες αντιμετωπίζονται με καχυποψία έως και εχθρότητα. Το κράτος και η εξουσία δεν είναι ανεκτικά απέναντι σε κοινωνικές αμφισβητήσεις, αντίθετα, επιδιώκουν τη διατήρηση της τάξης, ακόμη κι αν αυτή είναι άδικη.
Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί ως σύμβολα την Τράπεζα και το Σχολείο –Ο Αντώνης και ο Μένης είναι τραπεζίτες πια, ενώ ο Πώπος απλός καθηγητής γυμνασίου. Η προτεραιότητα που δίνεται στην τράπεζα έναντι του σχολείου αποτελεί ένα από τα πιο διαχρονικά μηνύματα του έργου. Οι τραπεζίτες έχουν κύρος, δύναμη και επιρροή, ενώ οι δάσκαλοι και οι καθηγητές παραμένουν στο περιθώριο. Αυτό το αξιακό σύστημα παράγει μια κοινωνία ρηχή, όπου η γνώση και η παιδεία υποτιμώνται έναντι του χρήματος. Ο Ξενόπουλος μοιάζει να προειδοποιεί ότι μια τέτοια κοινωνία είναι καταδικασμένη σε ηθική παρακμή.
Σε επίπεδο λογοτεχνικής σύγκρισης το έργο μπορεί να παραλληλιστεί με τη γραφή του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και ιδιαίτερα με το μυθιστόρημα «Ο Ηλίθιος». Όπως ο πρίγκιπας Μίσκιν, έτσι και ο Πώπος ενσαρκώνει μια μορφή «ηθικής αθωότητας» που συγκρούεται με έναν κυνικό κόσμο. Αν και ο Ξενόπουλος είναι πιο «ανάλαφρος» στη γραφή του, αυτό δεν σημαίνει ότι προσεγγίζει τους χαρακτήρες και την πλοκή επιφανειακά. Αντίθετα, επιτυγχάνει μια βαθιά ψυχογραφία των ηρώων του, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και τις κοινωνικές πιέσεις που τους διαμορφώνουν.
Τελικά, το «Πλούσιοι και Φτωχοί» δεν είναι μόνο ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, είναι μια μελέτη της ανθρώπινης φύσης μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό πλαίσιο. Η μετάβαση από τη φωτεινή αισιοδοξία της νεότητας στη σκοτεινή πραγματικότητα της ωριμότητας δεν είναι σε καμία περίπτωση βιολογική, είναι βαθιά κοινωνική και μέσα σε αυτήν τη μετάβαση, ο αναγνώστης καλείται να αναρωτηθεί: ποιος είναι τελικά ο πραγματικά πλούσιος και ποιος ο πραγματικά φτωχός;
Ο αναγνώστης καλείται να προβληματιστεί για το τι σημαίνει, τελικά, να είσαι «επιτυχημένος» και γιατί ο «επιτυχημένος» συνδέεται άρρηκτα με το πόση ύλη κατέχει;
Ο Ξενόπουλος, πραγματικός πρωτοπόρος στις ιδέες που εκθέτει σε μια εποχή όπου η ελληνική κοινωνία βυθίζεται στον συντηρητισμό, προσφέρει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, το οποίο 100 χρόνια μετά την έκδοσή του, παραμένει τρομακτικά επίκαιρο για μια ελληνική κοινωνία που όλο αλλάζει και όλο ίδια μένει.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
