Όσα είναι μέσα μου έρχονται μαζί μου

Της Βασιλικής Τσακλίδου
Έβγαλα τον καπνό από την τσάντα και άρχισα να στρίβω ένα τσιγάρο. Το τσιγάρο της αναμονής –μεγάλης ή μικρής, σημαντικής ή ασήμαντης– είναι αλλιώτικα απολαυστικό. Ίσως δε αυτή να είναι η δικαιολογία μου, για να καπνίσω κι άλλο. Με ανακουφίζει ψυχικά, όταν βρίσκω λόγους, για να καπνίζω, συγχωρώ ευκολότερα την αδυναμία μου. Και μόνη η ύπαρξή μου σε αυτήν την πόλη προσφέρεται ως η τέλεια εσωτερική άφεση. Γλείφω το χαρτάκι εκεί που πρέπει και τελειοποιώ το εισπνεόμενό μου. Το ανάβω και τραβάω την πιο απολαυστική τζούρα, την πρώτη.
Δεν έφτασα ούτε νωρίς, ούτε αργά. Στην ώρα μου. Απλώς ξεχνάω τι σημαίνει εν προκειμένω το «ραντεβού εννιά η ώρα το βράδυ». Εννιά και τέταρτο, και είκοσι, και μισή… Παλιότερα με ενοχλούσε το στήσιμο, είχα προσδοκίες και απαιτήσεις ότι, αφού εγώ είμαι συνεπής, τότε πρέπει και οι άλλοι να είναι. Δε βαριέσαι, expectations are poison to the soul, μου είχε πει ένας φίλος και το έχω κρατήσει. Δράττομαι της ευκαιρίας, για να παρατηρήσω τον χώρο και τον κόσμο γύρω μου, καθώς περιμένω, αγαπημένη ασχολία σε κάθε περίσταση.
Όλα όσα κοιτώ φιλτράρονται και φωτίζονται μέσα από την προδιάθεσή μου ως υποκείμενο στον χώρο. Κάπνιζα αργά, υπερβάλλοντας την κίνηση των χεριών και του στόματος, διότι πάντοτε νιώθω διανοούμενη και σέξι με ένα τσιγάρο στο χέρι. Δεν ένιωθα αμήχανα, το τσιγάρο στο χέρι μού δίνει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει λόγος να είμαι ανασφαλής, έχω την ασπίδα μου. Το βλέμμα μου έπεφτε στο περπάτημα, τα μάτια, τα χέρια και την κινησιολογία των ανθρώπων που περνούν ή στέκονται δίπλα μου. Δεν έψαχνα να βρω τα ακριβή χαρακτηριστικά τους, ίσως φευγαλέα να παρατηρούσα ένα ιδιαίτερο χαμόγελο ή ένα ενδιαφέρον ντύσιμο, αλλά το βλέμμα μου έφευγε νωχελικά από πάνω τους χωρίς να κρίνει. Ξέρω όμως ότι υπάρχει κάτι που έψαχνα και ήταν στις μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις τους, στη χροιά της φωνής τους, όταν μιλούν σε κάποιον δίπλα τους, στον τρόπο που περιφέρουν το σώμα τους από το σημείο α στο σημείο β. Αναζητούσα αυτό που εξέπεμπε και η δική μου ψυχή, όταν έμενα ακόμα εδώ, την απελπισία. Το αίσθημα πνιγμού, εγκλεισμού, της πίεσης, της έλλειψης εναλλακτικών.
Τελείωσα το στριφτό και πέταξα τη γόπα κάτω –ναι το έκανα, μαζί της έπεσε και η περιβαλλοντική συνείδησή μου– και την πάτησα με τη σόλα του παπουτσιού μου. Βγάζω το κινητό και κοιτάω την ώρα. Πάει και τέταρτο. Παίρνω τηλέφωνο την Κ. και μου απαντάει εντελώς ανέμελα: «Έλα ρε, τώρα μόλις βγήκα από την πολυκατοικία, έρχομαι». «Οκέυ, άντε βιάσου» της λέω χαριτωμένα κι εγώ. Εκείνη την ώρα βλέπω την Ο. να πλησιάζει, είναι στην απέναντι πλευρά του δρόμου στη διάβαση και περιμένει να ανάψει το πράσινο για τους πεζούς. Την υποδέχομαι με χαρά, της χορεύω, της στέλνω φιλιά με τα χέρια μου. Ανταποκρίνεται κι αυτή, χαίρεται που με βλέπει. Έχουμε να βρεθούμε πάνω από έναν χρόνο και οι ζωές μας έχουν αλλάξει αρκετά από τότε. Χοροπηδάω από την ανυπομονησία, το χαμόγελό μου είναι πλατύ και πονηρό, έχω να μοιραστώ και να ακούσω πολλές ιστορίες.
– Επ, πού είσαι Ευρωπαία μου! μου φωνάζει η Ο. με τη βαθιά και δυνατή φωνή της, καθώς έρχεται προς το μέρος μου με ανοιχτές αγκάλες.
– Γεια σου φίλη μου! λέω και τη σφίγγω με χαρά. Πανέμορφη είσαι, ουάου, θέλω να τα μάθω όλα.
– Άσε άσε, θα σου πω. Αλλά κι εσύ βρε μανίτσα μου, πού χάθηκες, σε έχουν φάει οι Ευρώπες. Πού είναι η άλλη;
– Θέλει τον χρόνο της, ώστε να κάνει την εντυπωσιακή εμφάνιση που της αξίζει. Ας αποφασίσουμε πού θέλουμε να πάμε και θα την πάρω τηλέφωνο να της πω πού να κατευθυνθεί. Σκεφτόμουν περιπτερόμπυρες και άραγμα έξω, αλλά δε ξέρω πως νιώθεις με αυτό.
– Κοίτα, αυγουστιάτικα στην πόλη δε νομίζω να έχουμε και πολλές επιλογές, οπότε έτσι θα γίνει. Τι σε ψήνει, Κάστρα ή παραλία;
– Το ξέρετε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβω με τα πόδια μετά, ε; Θα πάρουμε ταξί, σας το λέω, φώναξε η Κ., καθώς μας έφτανε αγκομαχώντας.
Αγκαλιές, φιλιά, τι ωραίο μαλλί, τι τέλειο αυτό το φόρεμα, καλά ε, σούπερ στυλ και τέτοια γλυκούλικα.
– Πόσο καιρό έχουμε να αράξουμε μαζί! αναφώνησε η Ο. και ήπιε με όρεξη μια γουλιά Νύμφη. Η κάβα απόψε είχε μπύρα, πολλή μπύρα ελληνική, γιατί εγώ είχα το κόλλημα πως πρέπει να πιω ντόπιο πράγμα να στηρίξω τον τόπο.
– Τι να πεις, σκορποχώρι έχουμε γίνει, δεν έχει μείνει κανείς από την παλιά παρέα στην πόλη, όλοι την έχουν κάνει, είτε έξω, όπως εδώ η κυρία, είπε η Κ. δείχνοντας εμένα είτε για Αθήνα. Χαμογελούσε, αλλά είχε μία πίκρα στο πρόσωπό της. Γύρισε προς το μέρος μου, άπλωσε το χέρι της και έπιασε να παίζει με μία από τις μπούκλες μου. Έγειρα το κεφάλι μου προς το χέρι της και της χαμογέλασα κι εγώ.
– Ναι, δεν ξέρω τι να πω, όποτε είμαι έξω για πολύ καιρό με τρώνε τα σωθικά μου, θέλω να τσιρίξω, να πάρω το επόμενο αεροπλάνο, αφού το χρυσοπληρώσω, και να έρθω πίσω. Έρχομαι πια από ανάγκη, αποζητώ αυτό εδώ, αυτό το απλούστατο που κάνουμε αυτήν τη στιγμή. Ύστερα, είμαι εδώ, περπατάω στους δρόμους, συναντώ ανθρώπους, απλώνω το περιεργαστικό βλέμμα μου στις διαδράσεις, στην καθημερινότητά τους κι ύστερα θυμάμαι, γιατί έφυγα, αναστέναξα κοιτώντας τον ουρανό.
Η Κ. είχε τραβήξει το χέρι της, γιατί το χρειαζόταν για να στρίψει τον πρώτο μπάφο της βραδιάς. Τη ρώτησα, αν θέλει βοήθεια, στο οποίο αποκρίθηκε αρνητικά, ήθελε να μας περιποιηθεί.
– Εγώ πάντως σας θαυμάζω εσάς που φύγατε, συνέχισε η Ο. Εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω, αλλά και να μείνω στη Σαλούγκα παραπήγαινε. Πόσα χρόνια προσπαθούσα να βρω τον δρόμο μου στο τραγούδι και στο θέατρο και κάθε φορά απογοητευόμουν, μου κόβονταν τα φτερά, πληγωνόταν η αυτοπεποίθησή μου. Η Αθήνα είναι χάος, αλλά έχει ευκαιρίες. Αν μπορούσα, θα έβγαινα κι εγώ εξωτερικό, αλλά δεν το σηκώνω, ήδη μου παίρνει χρόνο να συνηθίσω την Αθήνα.
– Εγώ πάλι θαυμάζω εσάς που μείνατε, αποκρίθηκα. Ήπια μια γουλιά από τη Βεργίνα. Όταν πήρα την απόφαση να φύγω, έφυγα τρέχοντας, σα να ξεφεύγω από βέβαιο θάνατο. Έτσι ένιωθα, ότι κάτι πεθαίνει μέσα μου κάθε μέρα που ξυπνάω και ζω εδώ. Ερχόμενη έκτοτε ως επισκέπτρια –ως τουρίστρια–, είπα εμφατικά, βλέπω ότι η ζωή εδώ συνεχίζεται, οι άνθρωποι βρίσκουν τον δρόμο τους, κάτι κάνουν, ζουν και γελάνε, τρώνε τα μούτρα τους, σηκώνονται, όπως και έξω, όπως παντού. Δε μετάνιωσα που έφυγα, αλλά καμιά φορά πονάει η απόσταση. Πονάει να είσαι ξένη παντού και εδώ και εκεί που μένεις.
– Ρε κορίτσια, ας κρατήσει μία το τσιγάρο να ρίξω μέσα το χόρτο, μας είπε η Κ. Γύρισα να τη βοηθήσω να φέρει εις πέρας την αποστολή της. Κάτι αστείο είπε, κάτι με σεξουαλικό υπονοούμενο, γελάσαμε. Να σας πω κι εγώ που έχω μείνει εδώ ότι δεν χάνετε τίποτα που φύγατε. Δε λέω, όλο και κάτι καταφέρνεις, και η φτωχομάνα έχει τη γοητεία της, αλλά είναι αυτός ο φαύλος κύκλος τού να διαπραγματεύεσαι τα αυτονόητα μεγάλη μαύρη τρύπα και σε τρώει. Δεν μπορώ να σκεφτώ να φύγω αυτήν τη στιγμή, αλλά σε κάποια φάση ίσως γίνει η μοναδική λύση. Δε φτιάχνεται τίποτα, μόνο καταστρέφονται κι αυτά τα λίγα που έχουμε.
–Άστα να πάνε, δεν ξέρω από πού να το πιάσω, συμφώνησε η Ο. Ένα από αυτά που μου έχει στοιχίσει περισσότερο είναι τα πανεπιστήμια, πως τα ’χουν καταντήσει έτσι! Θυμάστε τι επικές στιγμές έχουμε ζήσει στην πανεπιστημιούπολη; Τι συνελεύσεις, τι καταλήψεις, τι φεστιβάλ, τι πάρτυ… Τώρα μπάτσοι, ιδιωτικοποίηση και κινδυνεύεις να σε διαγράψουν, αν σε πιάσουν με το παραμικρό δείγμα πολιτικής δράσης, που μπορεί να σημαίνει μια σημαία ή ένα πλακάτ. Θλιβερά πράγματα… Την πείραζε πολύ, το παράπονο στη φωνή της ήταν έντονο. Κι εμάς μας πείραζε, μας πόνεσε πολύ ο θάνατος του ελληνικού πανεπιστημίου. Όλοι από τη γενιά μας με συνείδηση χάσαμε κάτι από αυτήν την ήττα. Δεν απαντήσαμε κάτι συγκεκριμένο, μείναμε λίγο στη σιωπή, αφήσαμε τα τζιτζίκια να κάνουν τις καλοκαιρινές δηλώσεις τους. Η Κ. διέκοψε τον εσωτερικό μας θρήνο δίνοντάς μου τον μπάφο να τον σκάσω. Τσαφ, και τον έσκασα. Άρχισε να γυρίζει ανάμεσα στις τρεις μας, καθώς η κουβέντα πήγαινε εδώ κι εκεί, χωρίς γραμμικότητα ή εμφανή λογική, η μία έπιανε τον μίτο εδώ, η άλλη τον άφηνε για να πιάσει το κουβάρι απ’ αλλού.
Θυμηθήκαμε πολλές ιστορίες, κάποιες πήγαιναν πάνω από μια δεκαετία πίσω στον χρόνο, για το πώς ανακαλύψαμε το κέντρο της Θεσσαλονίκης, τα στέκια, τις καταλήψεις, τις πλατείες. Σκάψαμε να ξεθάψουμε αναμνήσεις από τα πρώτα μας ξενύχτια, γελάσαμε με τη μιζέρια των πρώτων ερώτων μας, αναπαραστήσαμε σκηνές και συμπτώσεις με δραματικότητα και πάθος. Τελείωνε η μία μπύρα, ανοίγαμε άλλη και εκ περιτροπής κατουρούσαμε στις σκιές που βρίσκαμε πίσω από θάμνους ή τα τείχη.
– Ρε συ, τι έγινε με τη Ρ., ακόμα τραβάει το ειδύλλιο; ρώτησα την Κ., καθώς η κουβέντα πήγαινε στις ερωτικές μας περιπέτειες.
– Μου παίρνει καιρό να συνέλθω και να θέσω τα όριά μου, αλλά πάει καλά. Όχι, δεν είμαστε μαζί. Η πρώτη μου σαπφική εμπειρία έφτασε στο τέλος της. Απλά οι λεσβίες έχουμε την τάση να γινόμαστε φίλες και να μπλέκουμε πολύ τις ζωές μας, οπότε ένας χωρισμός γίνεται ακόμη πιο οδυνηρός και άχαρος, όταν πας να τις ξεχωρίσεις πάλι. Θα μου λείψουν τα παιδιά από την παρέα, αυτό είναι σίγουρο, μας εκμυστηρεύτηκε κοιτώντας κάπου αλλού, στο άπειρο.
– Έλα μια βολτούλα στην Αθήνα τώρα που θα κατέβω, να ξεχαστείς, της έκλεισε το μάτι η Ο. Θα είναι πολύ ωραία θα δεις, άλλη ατμόσφαιρα τελείως, να αλλάξεις παραστάσεις.
– Ναι δεν έχεις άδικο, δεν πάω και πουθενά γενικά, όλο Σαλόνικα τη βγάζω και έχω μπουχτίσει. Μέχρι τώρα δεν είχα και δουλειά, μετρούσα τάλιρα. Τώρα κάτι γίνεται…
– Μην τα λέμε μόνο όμως, θα σου ξαναστείλω μήνυμα για αυτό, θα το θυμάμαι, την πείραξε ξανά η Ο.
– Μπράβο ρε κορίτσια, ναι, να βρίσκεστε, εγώ βλέπετε, όποτε έρχομαι επιχειρώ την επανένωση ψυχών, να διατηρούμε ό,τι έχουμε ζωντανό! είπα ενθουσιωδώς, άπλωσα τα χέρια μου, τις έφερα και τις δυο κοντά μου και τις αγκάλιασα σφιχτά, κάθονταν εκατέρωθέν μου. Σας έχω και ζουμερό νέο, αύριο έρχεται ο ρεμπέτης Θεσσαλονίκη και παίζει μουσική σε μία υπόγα στο κέντρο.
– Ε, θα πάμε! φώναξαν η Ο. και η Κ. με μία φωνή. Μας έπιασαν τα γέλια πάλι, καθώς θυμόμασταν τα σεξουαλικά καμώματά μου στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης με τον ρεμπέτη.
– Πόσο θα καθίσεις εσύ; με ρώτησε κάποια στιγμή η Κ. -Έχω ακόμα, ήρθα Ελλάδα προχθές και μεθαύριο θα κατέβω Αθήνα να βρω μια φίλη και να πάμε μαζί με αμάξι προς Πελοπόννησο για κάμπινγκ. Θα καθίσω είκοσι μέρες συνολικά, φεύγω αρχές Σεπτέμβρη. Θέλω να χαρώ το καλοκαίρι, γιατί ο χειμώνας που μας πέρασε ήταν δύσκολος.
–Αχ, εμένα μου λες… αναστέναξε η Ο. Κόντεψα να τα χάσω εγώ, πρώτη φορά ζωή μόνη μου στην Αθήνα, επιβίωση, πρόβες, ηχογραφήσεις, όλα μαζί… Η ψυχολόγος μου μού είπε ότι έχω burnout, ότι πρέπει να σταματήσω να κάνω πολλά. Αλλά πού να σταματήσω, αφού μόλις άρχισα; Δύσκολο, δεν ξέρω καν πως μπορεί να σου φαίνεται εσένα, που είσαι και σε ξένη χώρα.
– Ναι, είναι λεπτή η γραμμή της ισορροπίας και την έχω περάσει κι εγώ, δεν το εύχομαι σε κανέναν, συμφώνησα. Όπως και να ’χει, αποφάσισα ότι μου αξίζουν τρεις εβδομάδες χαράς και απόλαυσης. Γι’ αυτό δε θα μείνω με τους δικούς μου, κι ας δυσκολεύεται ο πατέρας μου να το δεχτεί. Δεν μπορώ όμως, κουράστηκα να κάνω εγώ τον γονιό τους, να είμαι ο βράχος που αντέχει τα πάντα. Θέλω χρόνο για μένα.
– Και πολύ καλά κάνεις! Πώς θα κατέβεις; Με τρένο; ρώτησε η Ο. Εν τω μεταξύ η Κ. έστριβε έναν ολοκαίνουριο μπάφο με προσήλωση και αγάπη, όπως πάντα.
– Όχι ρε, ποτέ ξανά. Μετά τα Τέμπη έχω μεγάλο τραύμα και μεγάλη οργή. Όχι μόνο δεν εμπιστεύομαι αυτόν τον σιδηρόδρομο, αλλά δε θέλω ούτε ευρώ από την τσέπη μου να πάει σε αυτόν.
Παύση. Τι άλλο να πούμε. Σκοτεινιάσαμε για λίγο όλες. Όλες οι συζητήσεις για αυτό το τραγικό έγκλημα είχαν γίνει. Οι πράξεις έλειπαν.
Το ξημέρωμα μας βρήκε να κατεβαίνουμε –με τα πόδια εν τέλει– προς το κέντρο. Λέγαμε ασταμάτητα, γελάγαμε δυνατά, τραγουδούσαμε τραγούδια της πρώτης νιότης μας, παραπατούσαμε και σχολιάζαμε τα πάντα. Ευχαριστηθήκαμε κάθε στιγμή αυτής της γιορτής. Σταθήκαμε μπροστά στη Ρωμαϊκή Αγορά και κοιταχτήκαμε όλες μαζί.
– Μάλιστα, αυτό ήταν λοιπόν, this is goodbye, τους λέω ναζιάρικα.
– Ε, όχι goodbye, εις το επανιδείν, είπε η Ο. και με παίρνει αγκαλιά.
– Αχ, τι όμορφα που ήταν ρε φιλενάδες, μας αγκάλιασε και η Κ.
Δόθηκαν υποσχέσεις για περαιτέρω συναντήσεις εδώ στην πρωτεύουσα και στο εξωτερικό. Μέσα μου ευχήθηκα να γίνουν πραγματικότητα αυτές οι δεσμεύσεις, κι ας ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει για να κανονιστούν. Είπα να τους υπενθυμίσω το αυριανό γλέντι, αλλά δεν το έκανα. Άρχισα να κατεβαίνω προς το Άγαλμα Βενιζέλου και, ενώ περπατούσα, έστριψα ένα τελευταίο τσιγάρο. Είχα κάνει ήδη αρκετά, αλλά το τελευταίο μοναχικό τσιγάρο μιας επικής βραδιάς είναι μοναδικά ωραίο. Το χρώμα του ουρανού ήταν ένα μαγικό ροζ-μωβ, η ησυχία της πόλης που ακόμα χουζούρευε ιερή, η Εγνατία άδεια έδειχνε πιο μεγάλη. Στο πέταλο της Αριστοτέλους κοίταξα προς τη θάλασσα. Η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν καθαρή, από κείνες που κοιτάζοντας τον Θερμαϊκό ξεπροβάλλει ο Όλυμπος. Αυτή η πόλη έχει μία αλήτικη ομορφιά που δε θα ξεπεράσω ποτέ, σκέφτηκα. Επέτρεψα αυτήν τη ρομαντικοποίηση στον εαυτό μου και συνέχισα να κατηφορίζω. Έχω τον νου μου στην επιστροφή, αλλά δε βιάζομαι καθόλου.
Τριγυρνάω στην πόλη, στην όποια πόλη, και δεν ξέρω πού ακριβώς να πάω ή πού ανήκω. Δεν ξέρω πια τι σημαίνουν οι έννοιες πατρίδα, ασφάλεια, σιγουριά. Υπάρχουν σκόρπια πρόσωπα, μέρη, στιγμές, αισθήσεις που με κάνουν να νιώθω σπίτι μου, κομμάτι ενός συνόλου. Κάτι τέτοιες βραδιές, σαν αυτή που μόλις έζησα, γυρνάω σπίτι μου.
Μεγάλο προνόμιο το να αποκαλείς πολλά μέρη σπίτι σου, αλλά και ακριβό το τίμημα, γιατί η ψυχή τεμαχίζεται και πάλι διψάει για ολοκλήρωση. Ναι, αναζητώ την απελπισία στα βλέμματα, τις φωνές και τις κινήσεις των ανθρώπων όχι όμως, για να θυμηθώ το κάποτε, αλλά για να ταυτιστώ στο τώρα. Ό,τι ψάχνω στους άλλους είναι αυτό που διαπραγματεύομαι εντός μου. Όπου και να μετακινηθώ, όσα είναι μέσα μου έρχονται μαζί μου. Κι αν κάποτε με εκνεύριζε η αναμονή, τώρα με τρομάζει το να ξέρω ότι κανείς δεν έρχεται.
Έφτασα στον Λευκό Πύργο και ο ουρανός ήταν ήδη φωτεινός, η μέρα είχε αρχίσει. Χαμογελούσα. Και από συγκίνηση και από πίκρα. Ήμουν έτοιμη για ύπνο. Πλησίασα την πιάτσα των ταξί, μπήκα στο πρώτο και κίνησα για το κρεβάτι που αυτές τις μέρες αποκαλώ «μου».
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
