Τσαλαπατημένα Όνειρα
Το χρονικό μιας ψυχής χωρίς φωνή

Του Ηρακλή Γισδάκη
1
Μου αρέσει να ονειρεύομαι. Θα μπορούσατε να πείτε ότι είναι το χόμπι μου. Σε άλλους αρέσει, δεν ξέρω, να ζωγραφίζουν, να συλλέγουν γραμματόσημα, η ανάγνωση, όμως εμένα μ’ αρέσει να ονειρεύομαι. Είναι εύκολο να ονειρεύεσαι, δεν χρειάζονται πολλά πολλά, μόνο χρόνος. Μπορείς να ονειρευτείς οπουδήποτε και οποτεδήποτε, αρκεί να το θες. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω. Ακόμα και τώρα, τώρα που μιλάω, ονειρεύομαι. Μάλλον έχω ταλέντο σε αυτό. Θα περίμενε κανείς πως, όταν άρχισε ο πόλεμος, θα μου ήταν πια δύσκολο να ονειρεύομαι. Τουναντίον, πλέον ονειρεύομαι περισσότερο από ποτέ! Ίσως θα έπρεπε να ευχαριστήσω τους ανθρώπους για αυτόν τον πόλεμο, πραγματικά μου κάνανε μεγάλη χάρη, από την άλλη, όμως, σκέφτομαι ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ηθικά σωστό.
Μένω μόνος μου σχεδόν όλη μου τη ζωή, τουλάχιστον από τότε που με παράτησαν οι γονείς μου. Δεν θυμάμαι και πολλά με αυτούς. Βασικά δεν θυμάμαι τίποτα εκτός από μια θολή ανάμνηση της μαμάς μου να με θηλάζει. Θυμάμαι την τελευταία μέρα, ήμουν πολύ πεινασμένος και την περίμενα μαζί με τα συνομήλικα αδέρφια μου κλαίγοντας. Ίσως βαρέθηκε το κλάμα μας και τις άγριες τσιμπιές στις ρόγες της κάθε φορά που μας θήλαζε και για αυτό μας παράτησε. Ίσως πάλι να την τράκαρε αυτοκίνητο. Ποσώς με ενδιαφέρει πλέον. Για καλή μου τύχη τα αδιάκοπα κλάματα προσέλκυσαν ένα κορίτσι. Με λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που με είδε, είμαι σίγουρος. Ανέκαθεν ήμουν ο αξιολάτρευτος της οικογένειας. Τα αδέρφια μου χρωστάνε τη σωτηρία τους σε μένα. Φυσικά ποτέ δεν με ευχαρίστησαν. Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ ήταν όλοι τους πολύ εγωιστές. Έχω πολλά χρόνια να τους δω, τι να κάνουν άραγε; Είναι η πρώτη φορά στη μέχρι τώρα ζωή μου που το μυαλό μου απασχολήθηκε με αυτό το ερώτημα. Δεν τους σκέφτηκα ποτέ από τη μέρα που έφυγα. Στοιχηματίζω ότι οι μισοί από δαύτους θα έχουν ήδη πεθάνει. Ζήτημα αν πρόλαβαν να φτάσουν τα μισά μου χρόνια τέτοιοι καλομαθημένοι που ήταν. Όπως έλεγα, το κορίτσι μάς μάζεψε και μας πήγε σπίτι του. Όταν γύρισαν οι γονείς του, δεν χάρηκαν καθόλου, ακόμα θυμάμαι τις φωνές. Παρόλα αυτά, λίγο τα παρακάλια του, λίγο τα νάζια του, λίγο το αξιαγάπητο μουτράκι μου, κατάφερε και τους έπεισε. Μας αγαπούσε εκείνο το κορίτσι, όλους μας, όμως εμένα μου είχε αδυναμία. Ίσως, επειδή δεν του έδινα ποτέ σημασία, σε αντίθεση με τα λιγδιάρικα αδέρφια μου. Όσο το αποστρεφόμουν, τόσο με αναζητούσε. Κάποιες φορές, όταν είχα τις καλές μου ή βαριόμουν να κρυφτώ, το άφηνα να με χαϊδέψει. Πόσο του άρεσε αυτό! Η κρυφή μου αλήθεια είναι ότι και ’γω απολάμβανα ιδιαίτερα εκείνα τα χαδάκια, όμως, δεν άφηνα ποτέ τα μυαλά του να πάρουν αέρα. Κούρνιαζα για λίγο στην αγκαλιά του και μετά έφευγα. Πάντα στενοχωριόταν, όταν δραπέτευα και πάντα στο προσωπάκι του σχηματιζόταν η ίδια έκφραση απορίας. Δεν καταλάβαινε τι έφταιγε. Ό,τι και να δοκίμαζε εγώ έφευγα. Το καημένο.
Μην με παρεξηγείτε, το αγαπούσα, αλήθεια, είμαι σχεδόν βέβαιος. Απλά δεν ήθελα να παίρνει θάρρος, αυτό είναι όλο. Το κορίτσι, ποτέ δεν αποστήθισα το όνομά του, μας αγαπούσε πραγματικά. Μας περιποιούταν, μας φρόντιζε και πάνω απ’ όλα, μας τάιζε. Είχε ένα περίεργο πλαστικό μπιχλιμπίδι, το οποίο λάτρευα να δαγκώνω και μέσα από αυτό έβγαινε γάλα. Έμεινα εκεί μέχρι να μεγαλώσω και να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου.
Η τελευταία μου μέρα σε κείνο το σπίτι ήταν σαν όλες τις άλλες. Καθόμουν στη γωνιά μου, μακριά από τους υπόλοιπους, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι δεν πάει άλλο αυτή η καλοπέραση και η βαβούρα του σπιτιού. Μόλις σηκώθηκα, ήξερα: θα έφευγα για πάντα. Περπατούσα περιμετρικά, τοίχο-τοίχο, προσπερνώντας τα αδέρφια μου. Το τελευταίο που με ένοιαζε ήταν να τα αποχαιρετήσω. Ανέβηκα στο παράθυρο και κοίταξα έξω, την ελευθερία. Και τότε ήταν που άρχισα να ονειρεύομαι για πρώτη φορά. Ο κόσμος φαινόταν τόσο μεγάλος και ’γω τόσο μικρός. Δεν θα καθόμουν να τεμπελχανιάζω μια ζωή μέσα σε ένα σπίτι, παρόλη την αγάπη, παρόλη την ασφάλεια και τη σιγουριά που μου προσέφερε. Βρισκόμουν στο μεταίχμιο της πιο κρίσιμης απόφασης της ζωής μου και τότε ένιωσα να με κοιτάει. Το κορίτσι, καθισμένο στο πάτωμα του σαλονιού, περιτριγυρισμένο από τα αδέρφια μου, που κάνανε γλύκες, με κοιτούσε έντονα και με λύπη. Άλλοτε, όταν είχα γυρισμένη πλάτη, με αιφνιδίαζε και με τύλιγε στην αποπνιχτική αγκαλιά του απ’ την οποία μάταια προσπαθούσα να ξεφύγω. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν με πλησίασε. Σαν να κατάλαβε ότι σκεφτόμουν να φύγω. Δεν ήθελε να επηρεάσει την απόφασή μου. Ίσως πάλι φοβήθηκε πως, αν ερχόταν στα κλεφτά και το καταλάβαινα, μπορεί να τρόμαζα και να πήδαγα. Του έκανα τη χάρη και το κοίταξα στα μάτια με τον πιο χαριτωμένο μορφασμό που μπορούσα να σχηματίσω. Έπειτα του γύρισα την πλάτη. Εγώ είχα όνειρα. Δεν ήμουν ακόμα σίγουρος για το ποια ήταν αυτά, αλλά είχα όνειρα και τα όνειρα με πρόσταζαν να τα ακολουθήσω. Τα είδα να παίρνουν τη μορφή μιας άτακτης πεταλούδας που με προκαλούσε να την κυνηγήσω. Πήδηξα απ’ το παράθυρο και δεν επέστρεψα ποτέ.
2
Μεγαλώνοντας γνώρισα τον κόσμο· είδα, μύρισα, γεύτηκα και έμαθα πολλά. Όταν λέω «γνώρισα τον κόσμο» εννοώ ότι γύρισα όλη τη γειτονιά και, αφού χτένισα το κάθε σπίτι και το κάθε μπαλκόνι, προχώρησα στις γειτονικές περιοχές. Κάπως έτσι το ταξίδι μου τελείωσε πρόωρα. Δυστυχώς, το ταξίδι στον κόσμο για κάποιον, σαν κι εμένα, δεν είναι εύκολο. Το συνειδητοποίησα γρήγορα, όταν έμπαινα στα λεωφορεία και οι κυρίες τσίριζαν που με έβλεπαν, ενώ οι άντρες με κλοτσούσαν βρίζοντας. Έφευγα τρέχοντας και κατατρομαγμένος κάθε φορά. Αποφάσισα τότε να συνεχίσω το ταξίδι περπατώντας. Πηδούσα από κεραμοσκεπή σε κεραμοσκεπή ακολουθώντας τον δρόμο. Σπάνια πλησιάζω τον δρόμο – τρέμω φοβερά τα αυτοκίνητα. Το τελευταίο που θέλω είναι να με πατήσουν. Δεν θέλω να καταλήξω, σαν τους περισσότερους του είδους μου. Φτάνοντας στα όρια της πόλης συνειδητοποίησα πόσο μικρός είμαι και πόσο τεράστιος είναι ο κόσμος. Πραγματικά φαινόταν ατελείωτος. Τα σπίτια όλο και αραίωναν κάνοντας το ταξίδι μου πιο δύσκολο. Γύρω τους απλώνονταν πεδιάδες, λιβάδια και παραπέρα τα βουνά με τα σύννεφα. Πού έπρεπε να πάω; Αν χανόμουν στα λιβάδια; Πόσες ώρες ή μέρες θα χρειαζόμουν; Ως εκεί που έφτανε το μάτι δεν υπήρχε άλλη πόλη. Η μόνη μου επιλογή ήταν να ακολουθήσω τον δρόμο –πλάι-πλάι με τα αυτοκίνητα. Δεν πλησιάζω τον δρόμο. Εκείνη τη μέρα μετάνιωσα οικτρά που έφυγα από το σπίτι του κοριτσιού. Δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω, η περηφάνια μου δεν το επέτρεπε αυτό. Άλλωστε θα πρόδιδα τα όνειρά μου, αν το έκανα. Μέρες και νύχτες γυρνούσα εδώ και ’κει ψάχνοντας το νέο μου σπιτικό. Μάταια, κανένας δεν με ήθελε για συντροφιά.
Τροφή δεν δυσκολευόμουν να βρω. Όπως είπα, είμαι αξιολάτρευτος και πάντα κάποιος περαστικός είχε μια λιχουδιά για μένα. Είχα συνηθίσει αυτήν τη ζωή, την ελευθερία και την ανεξαρτησία μου. Δεν ήταν άσχημα· είχα μάλιστα άπλετο χρόνο να περνάω με τα όνειρά μου. Πόσα λίγα γνώριζα όμως… Ήταν άνοιξη, όταν το έσκασα, και μικρός και άμαθος, καθώς ήμουν, νόμιζα ότι κάθε μέρα δεν διαφέρει από την προηγούμενη. Όταν ο χειμώνας διαδέχτηκε το φθινόπωρο, έμαθα ότι αυτό δεν ισχύει. Έφαγα βροχή και κρύα, σκληρούς ανέμους και αυτό το παγερό, πανέμορφο και θανατηφόρο πράγμα που ονομάζεται χιόνι. Πολλές φορές κόντεψα να πεθάνω, κάθε φορά τη γλίτωνα. Η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Οι άνθρωποι κλείνονταν στις ζεστές φωλιές τους κι εγώ… είχα ασχημύνει. Το απαλό μου τρίχωμα είχε αγριέψει και το λευκό μου χρώμα είχε σκεπαστεί από τη βρόμα και τις λάσπες. Μη έχοντας άλλη επιλογή ξέπεσα, σαν τους υπόλοιπους ξεσπιτωμένους του είδους μου και κατέφυγα για αναζήτηση τροφής στα σκουπίδια. Αηδίαζα και ντρεπόμουν να πλησιάσω. Τι θα σήμαινε αυτό για μένα; Ίσως θα ήταν καλύτερα να πεθάνω παρά να ξεπέσω σε αυτήν την εξαθλίωση. Εν τέλει η πείνα με νίκησε. Μετά από τόσα χρόνια έχω συνηθίσει, πλέον μου φαίνεται τόσο φυσιολογικό και αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου, όσο φυσιολογικό είναι να λάμπει ο ήλιος.
Κάποτε αρρώστησα. Αυτές ήταν οι πιο δύσκολες νύχτες της ζωής μου, δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Ή μάλλον ξέρω, ήταν τα όνειρα που μου έδιναν κουράγιο και με πρόσταζαν να συνεχίσω. Έτσι έμαθα τη λέξη «υγεία» και τη φοβιστική λέξη «αρρώστια». Έμαθα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι πιο προικισμένοι από άλλους και ζουν υγιείς, ενώ άλλοι, πιο άτυχοι, ζουν με την αρρώστια. Έπειτα υπάρχουν και εκείνοι που μπορούν να είναι και υγιείς και άρρωστοι. Έμαθα ότι οι υγιείς μονίμως ξεχνούν ότι κατέχουν αυτό το προνόμιο, ενώ οι άρρωστοι θυμούνται πάντα πόσο τους λείπει η υγεία. Οι άνθρωποι, ωστόσο, είναι πιο περίπλοκοι και πιο παρανοϊκοί απ’ όσο νόμιζα. Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ είναι υγιείς, συμπεριφέρονται συνέχεια, σαν να είναι άρρωστοι· κι άλλοι, άρρωστοι, που αδιαφορούν παντελώς για την αρρώστια τους και ζουν κανονικά τη ζωή τους χωρίς να τους ενδιαφέρει, αν θα τη διαδώσουν.
Έπειτα από αρκετό καιρό περιπλάνησης βρέθηκα σε μια γειτονιά που είχε ένα μεγάλο και παλιό σπίτι, το οποίο οι κάτοικοι χαρακτήριζαν «στοιχειωμένο». Ιντριγκαρισμένος από τη γοητεία που εξέπεμπε το παλιό αρχοντικό αποφάσισα να το εξερευνήσω. Άλλωστε, δεν γνώριζα τότε τι σημαίνει «στοιχειωμένο» –μου άρεσε, όμως, η λέξη και το έκανε ακόμα πιο ελκυστικό για μένα. Ήταν ερείπιο, με σπασμένα παράθυρα και του λείπανε σανίδες από το πάτωμα. Είχε και κάποια σκόρπια έπιπλα, καλυμμένα με σεντόνια που είχαν γκριζάρει από τη σκόνη. Η σκάλα, όσο αθόρυβα και αν την ανέβαινα, έτριζε πάντα. Αυτό το σπίτι ήταν τέλειο για μένα. Από τότε ζω εδώ.
3
Ο πόλεμος σίγουρα άλλαξε πολλά. Όλα είναι πιο ήσυχα τώρα· η βαβούρα της πόλης έχει κοπάσει. Μ’ αρέσει αυτό. Το μόνο που διακόπτει την ησυχία μου είναι ο απότομος και πάντοτε απρόσμενος θόρυβος που κάνουν οι σφαίρες και οι οβίδες που σκάνε. Είναι τόσο απρόβλεπτες που ποτέ δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πότε θα ακουστούν. Αν ήμουν μικρότερος, μπορεί να με τρόμαζαν. Όμως, μετά από τόσα χρόνια με βροντές και καταιγίδες, έχω συνηθίσει. Είναι σχεδόν το ίδιο, με τη διαφορά ότι η φασαρία των ανθρώπων είναι πολύ πιο επικίνδυνη και θανατηφόρα. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι στους ανθρώπους δεν αρέσει η ησυχία. Τη φοβούνται μάλιστα. Όποτε υπάρχει ησυχία είναι πολύ ανήσυχοι. Σπάνια βλέπω πια ανθρώπους να κυκλοφορούν και όποτε τους βλέπω φοράνε τα ίδια χακί ρούχα.
Η αναζήτηση τροφής, παραδόξως, έχει διευκολυνθεί. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους αφήνοντάς τα αφύλαχτα. Όποτε βαριέμαι, τρυπώνω σε κάποιο από αυτά και ψάχνω στα ξεχασμένα ντουλάπια τους. Πάντα βρίσκω κάτι να φάω. Είναι απίστευτο το πόσα φαγώσιμα άφησαν οι άνθρωποι πίσω. Σε κάθε σπίτι συναντώ το ίδιο μοτίβο χάους. Πεταμένα πράγματα εδώ κι εκεί, ανοιχτά ντουλάπια και συρτάρια, ρούχα στο πάτωμα, σπασμένα γυαλικά. Είναι εμφανές ότι φύγανε βιαστικά. Δεν με προβληματίζει καθόλου η αναζήτηση της τροφής μου, τα σπίτια μού φαίνονται άπειρα. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι κάθε βδομάδα απομακρύνομαι όλο και περισσότερο από το στοιχειωμένο μου αρχοντικό και αργώ να γυρίσω. Μου αρέσει αυτό το σπίτι, δεν θέλω να το αποχωριστώ.
Η κατάσταση τις τελευταίες μέρες έχει γίνει αφόρητη. Εδώ και μία βδομάδα, μερικά ξεδιάντροπα πράσινα ανθρωπάκια έχουνε κάνει κατάληψη στο σπιτικό μου. Μετακόμισα μόνιμα στη σοφίτα, τουλάχιστον εδώ δεν πλησιάζουν. Φοβούνται να βρίσκονται ψηλά· προτιμούν να είναι κοντά στο έδαφος. Ξαφνικά ξέχασαν τις φοβίες τους για στοιχειά και φαντάσματα. Τώρα φοβούνται όλα όσα βλέπουν και ακούν. Τους προτιμούσα, όπως ήταν πριν που φοβόντουσαν όσα δεν έβλεπαν και νόμιζαν ότι υπάρχουν. Τότε που φοβόταν μόνο το μυαλό τους και όχι η καρδιά τους. Ο παραμικρός θόρυβος τους τρομάζει και τινάζονται από τις θέσεις τους. Δοκίμασα μια φορά να τους τρομάξω ρίχνοντας στο πάτωμα της σοφίτας ένα παλιό φωτιστικό. Νόμιζα θα τους έδιωχνα, όμως, εκείνοι εμφανίστηκαν με τα όπλα τεντωμένα. Ευτυχώς το ένστικτο και η οξεία αίσθησή μου με προστάτεψαν και πρόλαβα να κρυφτώ. Δεν με είδαν. Απέδωσαν το συμβάν στο ανοιχτό παραθύρι, το οποίο κλείδωσαν, καθιστώντας πια αδύνατο για μένα να το χρησιμοποιήσω. Τώρα πρέπει να κάνω τον γύρο, όποτε θέλω να βγω έξω. Ήδη μου κάνανε τη ζωή πιο δύσκολη γι’ αυτό είναι καλύτερα να κάνω υπομονή. Άλλωστε δεν έχουν πολλές επιλογές. Ή θα φύγουν σύντομα ή θα πεθάνουν. Κάθε μέρα που περνάει οι φωνές τους αραιώνουν, σαν να λιγοστεύουν.
Χθες είδα ένα παιδί να πεθαίνει. Πρέπει να ήταν κάπου δέκα χρονών, σίγουρα μικρότερό μου. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Ακόμα και για μένα, έναν άγριο θηρευτή συνηθισμένο στον θάνατο, ήταν αποτρόπαιο. Είμαι συνηθισμένος στα αίματα. Έχω σκοτώσει διάφορα μικρά ζώα –σαύρες, ποντίκια, ακόμα και πουλιά. Είμαι περήφανος για τα πουλιά που σκοτώνω· είναι τα πιο δύσκολα, γιατί όλο πετάνε τα αναθεματισμένα και ποτέ δεν στέκονται ακίνητα. Έχω υπομονή όμως. Περιμένω να ξαποστάσουν σε ένα κλαδί, σκαρφαλώνω αργόσυρτα στον κορμό του δέντρου και επιτίθεμαι εκεί που δεν το περιμένουν. Μια φορά πέτυχα ένα στον αέρα πηδώντας από μια σκεπή! Ωστόσο, ακόμα και για ένα αρπακτικό όπως είμαι εγώ, το χθεσινό ήταν το πιο ειδεχθές και το πιο λυπητερό θέαμα που αντίκρισα ποτέ. Από πού να ξέφυγε άραγε; Έτρεχε μόνο του, όταν ξαφνικά το χτύπησε μια σφαίρα –στο κεφάλι, νομίζω– και έπεσε ξερό. Λίγο μετά, εμφανίστηκε, όλο λυγμούς, ο μπαμπάς του. Το πήρε στην αγκαλιά του και έκλαιγε. Έτριβε το πρόσωπό του στο κορμάκι του παιδιού και αναθεμάτιζε αυτόν τον μεγάλο, αόρατο Κύριο στον οποίο πιστεύουν οι άνθρωποι. Τότε εμφανίστηκαν οι στρατιώτες. Μάταια προσπάθησαν να το συνεφέρουν. Ένας από αυτούς, μου φάνηκε στενοχωρημένος, νομίζω ζήτησε συγγνώμη. Δεν είμαι σίγουρος. Δεν άκουσα καλά. Ό,τι και να είπε, εξόργισε τον μπαμπά και του επιτέθηκε. Τον εκτέλεσαν λίγο μετά. Αυτοί πρέπει να ήταν από εκείνους που αποκαλούν «δικοί μας» και όχι «κατακτητές», έτσι νομίζω δηλαδή. Η μόνη διαπίστωση που έχω σχηματίσει, στα λίγα κανονικά χρόνια που ζω και στα πολλά ανθρώπινα, είναι ότι οι άνθρωποι σπανίως μαθαίνουν απ’ τα λάθη τους. Νομίζουν ότι ο πόλεμος είναι κάτι παρωχημένο και τριτοκοσμικό, πάντοτε μακριά, όμως στην πραγματικότητα είναι πάντα επίκαιρος. Αυτή είναι άλλωστε η τραγωδία της ανθρωπότητας.
Ο ουρανός σήμερα έλαμψε, έγινε πορτοκαλής. Ήταν εντυπωσιακά τρομακτικό θέαμα. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Θα ήθελα να το ξαναδώ. Εκεί που χθες υπήρχαν σπίτια, τώρα υπάρχει μια μεγάλη τρύπα. Τι γοητευτικό θέαμα! Γνωρίζω τις συνέπειες της παραμονής μου σε αυτό το μέρος. Οι καταληψίες στρατιώτες τα μάζεψαν και έφυγαν. Κατάλαβαν ότι, αν συνεχίσουν να μένουν εδώ, σύντομα θα πεθάνουν. Ίσως το ίδιο να συμβεί και σε μένα. Μα δεν με νοιάζει. Είμαι δεκατεσσάρων χρονών, γέρασα πια. Οι περισσότεροι του είδους μου δεν αντιλαμβάνονται την έννοια του θανάτου· τον αγνοούν. Εγώ, όμως, είμαι προικισμένος απ’ τη φύση μου και έχω πλήρη επίγνωση. Μου είναι, όμως, φοβερά αδιάφορος. Θα αντάλλαζα ευχαρίστως τη ζωή μου, εδώ και τώρα, αν ήταν να ξαναδώ αυτό το μαγικό χρώμα στον ουρανό. Και αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω. Θα μείνω εδώ και θα ονειρεύομαι τη στιγμή που θα συμβεί. Δεν έχω όνομα, αλλά έχω ουρά, μουστάκια και όλα όσα χρειάζεται να έχει ένας γάτος. Παραπάνω απ’ όσα έχει ένας συνηθισμένος γάτος. Εμένα… εμένα μ’ αρέσει να ονειρεύομαι και ονειρεύομαι έναν κόσμο όπου το πράσινο δεν είναι το χρώμα του στρατιώτη, αλλά το χρώμα που έχει το χορτάρι· έναν κόσμο όπου το βουητό που ακούγεται δεν είναι από το σφύριγμα της σφαίρας, αλλά από τα φτερά της μέλισσας, όταν τα χτυπάει.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
