Σκέψεις CultArt: Riot Police

Η τηλεοπτική σειρά Riot Police (Antidisturbios) δεν είναι απλώς μια ακόμη αστυνομική αφήγηση. Είναι μια τομή. Ένα ρήγμα στον καθρέφτη της ευρωπαϊκής κανονικότητας, απ’ όπου ξεπροβάλλουν πρόσωπα κουρασμένα, ιδρωμένα, ηθικά θολά. Δεν μας καλεί να αγαπήσουμε τους ήρωές της· μας υποχρεώνει να τους κοιτάξουμε. Και μαζί τους, να κοιτάξουμε κατάματα την κοινωνία που τους γέννησε.
Η πλοκή ξεκινά με ένα γεγονός που μοιάζει σχεδόν καθημερινό μα και αποτρόπαιο: έναν πλειστηριασμό, μια έξωση. Ένα διαμέρισμα, μια οικογένεια, λίγα έπιπλα, πολλά χρόνια ζωής που πρέπει να μετακινηθούν βίαια στο πεζοδρόμιο. Η ομάδα των ΜΑΤ –οι λεγόμενοι Riot Police– καλείται να «εκτελέσει το καθήκον της». Όμως κάτι πάει στραβά. Ένας άνδρας πεθαίνει. Και από εκείνη τη στιγμή, ο χρόνος πυκνώνει. Η αφήγηση δεν κυλά πια γραμμικά· βαραίνει, σαν να φορτώνεται με το βάρος όλων των προηγούμενων αδικιών που δεν καταγράφηκαν ποτέ.
Η σειρά δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι συνέβη όσο για το πώς και το γιατί. Δεν αναζητά έναν ένοχο με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ξεσκεπάζει μια αλυσίδα ευθυνών, όπου κάθε κρίκος είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα. Οι αστυνομικοί της μονάδας δεν παρουσιάζονται ως τέρατα, αλλά ούτε και ως ήρωες. Είναι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε έναν μηχανισμό που απαιτεί υπακοή, σιωπή και συναισθηματική αναισθησία. Κάθε φορά που φορούν τον εξοπλισμό τους, μοιάζει να αποθέτουν ένα κομμάτι της ανθρωπιάς τους στο ντουλάπι.
Στον πυρήνα της σειράς βρίσκεται η κοινωνική ανισότητα. Οι πλειστηριασμοί δεν είναι απλώς σκηνικό· είναι σύμπτωμα. Η βία δεν ξεκινά από το γκλομπ, αλλά από το χαρτί: από τα τραπεζικά συμβόλαια, τα επιτόκια, τις υπογραφές που δεν άφηναν περιθώριο ανάσας. Το Riot Police δείχνει με χειρουργική ακρίβεια πώς η οικονομική εξουσία μεταφράζεται σε φυσική βία, πώς το κράτος γίνεται το μακρύ χέρι των τραπεζών και πώς η «τάξη» επιβάλλεται πάνω σε ανθρώπους που ήδη έχουν χάσει τα πάντα.
Η αστυνομία, σε αυτό το σύμπαν, δεν είναι ενιαία. Υπάρχει μια εσωτερική διάσπαση, σχεδόν σχιζοφρενική. Από τη μία, οι μονάδες καταστολής, εκπαιδευμένες να μην σκέφτονται, αλλά να εκτελούν. Από την άλλη, η εσωτερική έρευνα, προσωποποιημένη σε μια γυναίκα που λειτουργεί σαν ψυχρό βλέμμα συνείδησης. Η Δικαιοσύνη δεν εμφανίζεται ως φάρος, αλλά ως μηχανισμός εξισορρόπησης συμφερόντων. Δεν αναζητά απαραίτητα την αλήθεια· αναζητά μια εκδοχή της που να μην απειλεί το σύστημα.
Η διαφθορά δεν παρουσιάζεται με κραυγές. Δεν υπάρχουν μεγάλες αποκαλύψεις ή θεαματικές ανατροπές. Υπάρχουν μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις: Ένα ψέμα για να καλυφθεί ένας συνάδελφος, μια έκθεση που «διορθώνεται», μια μαρτυρία που σιωπά. Έτσι, λειτουργεί η εξουσία: όχι με θόρυβο, αλλά με συνήθεια. Το Riot Police μας δείχνει πόσο εύκολο είναι να συνηθίσεις το άδικο, όταν αυτό παρουσιάζεται ως αναγκαίο κακό.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το πώς η σειρά πραγματεύεται την ανδρική ταυτότητα μέσα στην αστυνομία. Οι πρωταγωνιστές είναι άνδρες που έχουν μάθει να μην μιλούν, να μην αμφιβάλλουν, να μην λυγίζουν. Όμως αυτή η σιωπή δεν τους προστατεύει· τους διαβρώνει. Η βία που ασκούν επιστρέφει μέσα τους, μετατρέπεται σε θυμό, αλκοόλ, οικογενειακή αποξένωση. Η στολή δεν τους θωρακίζει· τους απομονώνει.
Και μέσα σε όλα αυτά, πλανάται ένα ερώτημα σχεδόν μεταφυσικό: Υπάρχει ατομική ευθύνη μέσα σε ένα άδικο σύστημα; Η σειρά δεν δίνει απαντήσεις. Αφήνει τον θεατή να περιπλανηθεί μέσα στην ηθική ασάφεια. Να αναρωτηθεί αν η υπακοή μπορεί ποτέ να λειτουργήσει ως άλλοθι. Αν το «εκτελούσα εντολές» έχει ακόμη ισχύ σε έναν κόσμο που γνωρίζει πολύ καλά τις συνέπειες.
Το ύφος του Riot Police είναι λιτό, σχεδόν ασφυκτικό. Η κάμερα δεν εξωραΐζει. Ακολουθεί τα σώματα από κοντά, καταγράφει τον ιδρώτα, την ανάσα, το τρέμουλο των χεριών. Η πόλη παρουσιάζεται ως ένας ζωντανός οργανισμός σε ένταση, όπου κάθε στενό μπορεί να γίνει πεδίο σύγκρουσης. Δεν υπάρχει μουσική που να καθοδηγεί το συναίσθημα· μόνο ο ήχος της σύγκρουσης, της σιωπής, της εσωτερικής διάλυσης.
Τελικά, το Riot Police δεν μιλά μόνο για την Ισπανία. Μιλά για κάθε κοινωνία που επέλεξε να διαχειριστεί τις κρίσεις της με καταστολή αντί για πρόληψη. Για κάθε κράτος που φόρεσε στολή στην αδικία και την ονόμασε «νόμο και τάξη» –μήπως αυτό μας θυμίζει τα τάγματα ICE στις ΗΠΑ που δρουν όπως τα αντίστοιχα της Γκεστάπο στο παρελθόν;
Είναι μια σειρά που δεν ζητά τη συγκατάθεσή μας, αλλά τη συνείδησή μας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της: ότι, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα από ποια πλευρά στεκόμαστε. Γιατί το Riot Police μας ψιθυρίζει κάτι δύσκολο να αντέξουμε: ότι η βία δεν είναι πάντα αλλού. Συχνά, είναι ενσωματωμένη στον τρόπο που επιλέγουμε να ζούμε, να κυβερνόμαστε, να σιωπούμε. Και αυτή η σιωπή, τελικά, είναι ο πιο πιστός σύμμαχος της εξουσίας.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
