Σκέψεις CultArt: Το Τανγκό του Σατανά

Το Τανγκό του Σατανά του László Krasznahorkai είναι ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάζεται απλώς· βιώνεται σαν παρατεταμένη κακοκαιρία. Είναι ένα βιβλίο που σε τραβά αργά, βασανιστικά, μέσα στη λάσπη του χωρίς καμία πρόθεση να σε λυτρώσει. Από τις πρώτες σελίδες καθίσταται σαφές ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με πλοκή με τη συμβατική έννοια, αλλά με μια τελετουργία φθοράς, έναν αργό χορό παρακμής όπου οι χαρακτήρες, η γλώσσα και ο ίδιος ο χρόνος κινούνται σύμφωνα με έναν διαβολικό ρυθμό.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο χωριό της ουγγρικής υπαίθρου, έναν τόπο που μοιάζει ήδη εγκαταλελειμμένος από κάθε έννοια προόδου, ελπίδας ή συλλογικού οράματος. Οι κάτοικοι ζουν μέσα στη φτώχεια, την ανία και την ηθική αποσύνθεση, εγκλωβισμένοι σε έναν κύκλο αμοιβαίας καχυποψίας και μικροπρέπειας. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την αναμενόμενη επιστροφή του Ιερεμία, ενός μυστηριώδους προσώπου που θεωρείται νεκρός –και σε μικρότερο βαθμό από την επανεμφάνιση του δεύτερου θεωρητικά νεκρού Πέτρινα. Με την επανεμφάνισή τους αναστατώνουν τις εύθραυστες ισορροπίες του χωριού. Ο Ιερεμίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως μεσσίας και ως απατεώνας, ως φορέας ελπίδας και ως καταλύτης καταστροφής. Η ίδια η αφήγηση είναι δομημένη σαν τανγκό: έξι κεφάλαια μπροστά, έξι πίσω, υπονομεύοντας κάθε αίσθηση γραμμικής εξέλιξης και προόδου.
Αυτό που κυριαρχεί όμως δεν είναι τόσο το «τι» συμβαίνει, όσο το «πώς». Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι βαριά, λασπωμένη, διαρκώς βροχερή –όχι μόνο μετεωρολογικά, αλλά υπαρξιακά. Η βροχή δεν καθαρίζει, δεν ανανεώνει· αντιθέτως, σαπίζει τα πάντα. Η λάσπη κολλάει στα παπούτσια, στις σκέψεις, στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο χώρος μοιάζει να έχει συνωμοτήσει ενάντια στους κατοίκους του, σαν να τους τιμωρεί για μια αόριστη, συλλογική ενοχή. Η φύση δεν είναι καταφύγιο, αλλά αντανάκλαση της εσωτερικής διάλυσης: άδεια τοπία, ερειπωμένα κτίρια, ζώα που υποφέρουν, μια διαρκής αίσθηση αποσύνθεσης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι ανθρώπινες σχέσεις παρουσιάζονται ως βαθιά τοξικές. Οι κάτοικοι του χωριού δεν συγκροτούν κοινότητα με την ουσιαστική έννοια του όρου. Αντίθετα, συνυπάρχουν μέσα σε ένα καθεστώς αμοιβαίας εκμετάλλευσης, κουτσομπολιού και βίας –συχνά ψυχολογικής, αλλά όχι σπάνια και σωματικής. Η αλληλεγγύη είναι ανύπαρκτη ή προσχηματική και κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης καταλήγει σε φάρσα ή σε προδοσία. Το χωριό λειτουργεί σαν μικρογραφία μιας κοινωνίας όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης διαβρώνει τα πάντα, όπου ο καθένας περιμένει απλώς τη σειρά του να εξαπατήσει ή να εξαπατηθεί.
Σε αυτό το σημείο, το Τανγκό του Σατανά ανοίγει ξεκάθαρα προς την πολιτική του διάσταση. Αν και δεν κατονομάζει ρητά συγκεκριμένα καθεστώτα, το βιβλίο διαπερνάται από την εμπειρία της μετα-σοσιαλιστικής Ουγγαρίας, της κατάρρευσης των μεγάλων αφηγήσεων και της κληρονομιάς των αυταρχικών μηχανισμών εξουσίας. Ο Ιερεμίας ενσαρκώνει την εξουσία που δεν χρειάζεται πια να επιβληθεί με ωμή βία· αρκεί η υπόσχεση, η ρητορική, η ψευδαίσθηση νοήματος. Οι άνθρωποι παραδίδονται πρόθυμα, όχι επειδή πιστεύουν πραγματικά, αλλά επειδή δεν αντέχουν το κενό.
Οι καταπιεστικοί μηχανισμοί που περιγράφει ο Krasznahorkai δεν είναι μόνο κρατικοί ή θεσμικοί· είναι διάχυτοι, εσωτερικευμένοι. Η εξουσία λειτουργεί μέσω της αναμονής, της καθυστέρησης, της αβεβαιότητας. Οι χαρακτήρες είναι διαρκώς σε κατάσταση προσμονής για κάτι που θα τους σώσει –μια αλλαγή, ένα σχέδιο, έναν ηγέτη. Και αυτή ακριβώς η προσμονή τούς παραλύει. Το βιβλίο μοιάζει να λέει ότι η πιο αποτελεσματική μορφή καταπίεσης είναι εκείνη που σε πείθει να μη δράσεις, να περιμένεις.
Παράλληλα, το έργο θίγει με οξύτητα το ζήτημα της ηθικής ευθύνης. Κανείς δεν είναι αθώος, αλλά κανείς δεν είναι και πραγματικά κυρίαρχος των πράξεών του. Οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε έναν λαβύρινθο κοινωνικών ρόλων και φόβων, όπου η ελεύθερη βούληση μοιάζει περισσότερο θεωρητική έννοια παρά βιωμένη εμπειρία. Η κυνικότητα του συγγραφέα δεν έγκειται σε μια εύκολη καταδίκη, αλλά σε μια αμείλικτη διαπίστωση: όταν οι κοινωνικές δομές καταρρέουν, αυτό που απομένει δεν είναι η αυθεντικότητα, αλλά η αγριότητα.
Το ύφος του Krasznahorkai, με τις ατελείωτες προτάσεις και τον υπνωτιστικό ρυθμό, ενισχύει αυτήν την αίσθηση ασφυξίας. Η γλώσσα δεν προσφέρει ανάσα· σε βυθίζει ακόμη περισσότερο. Κάθε σκέψη ξεδιπλώνεται μέχρι εξάντλησης, σαν να αρνείται να κλείσει, όπως ακριβώς και οι ζωές των ηρώων αρνούνται να βρουν κάθαρση. Είναι μια αισθητική επιλογή βαθιά πολιτική: η μορφή του κειμένου αντικατοπτρίζει τον εγκλωβισμό που περιγράφει.
Το Τανγκό του Σατανά δεν προσφέρει λύσεις, ούτε παρηγοριά. Είναι ένα βιβλίο που κοιτά κατάματα την αποσύνθεση –κοινωνική, πολιτική, ηθική– και αρνείται να την ωραιοποιήσει. Στον κόσμο του Krasznahorkai, ο διάβολος δεν είναι μια υπερφυσική οντότητα, αλλά ο ίδιος ο ρυθμός της επανάληψης, της αυταπάτης και της υποταγής. Και το τανγκό του δεν χορεύεται από δύο, αλλά από ολόκληρες κοινωνίες που, βουτηγμένες στη λάσπη, συνεχίζουν να κινούνται, όχι προς τα εμπρός, αλλά γύρω από τον εαυτό τους μέχρι εξάντλησης.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
