Ο εγγονός

Της Κικής Καρβελά
«Πού πάτε, μεσιέ;» ρωτάει ο Φιλίπ τον ψηλόλιγνο άντρα που στέκεται στην άκρη του δρόμου. Ο άντρας καρφώνει το βλέμμα στον Φιλίπ, το μακρουλό του πηγούνι πέφτει αργά, το στόμα του ανοίγει διάπλατα, έτοιμο να μιλήσει, αλλά δεν ξεστομίζει τίποτα. Λίγο φως περνάει μέσα από το πυκνό αγκάλιασμα των δέντρων και φωτίζει τους χωμάτινους λεκέδες πάνω στο παντελόνι του. Ο Φιλίπ βγαίνει από το αυτοκίνητο και τον πλησιάζει. Ο άντρας τού ρίχνει ένα βλέμμα πλάγιο και φοβισμένο, σηκώνει τον δείκτη του αριστερού χεριού και δείχνει στο βάθος του δρόμου. «Ελάτε, μαζί» του λέει ο Φιλίπ, τον καθίζει στη θέση του συνοδηγού, ύστερα επιστρέφει στη θέση του. Το παλιό Ντεσεβό ξεκινάει, μουγκρίζει και ξεσηκώνει τα πουλιά στα δέντρα. Το ραδιόφωνο παίζει ελληνικά τραγούδια κι ο Φιλίπ προσπαθεί να ψαρέψει κάποια λέξη, κάτι που να του θυμίζει τα τραγούδια που άκουγε μικρός στο ραδιόφωνο του παππού. «Πού πάτε, μεσιέ;» τον ξαναρωτάει. Απ’ το χέρι του άντρα πετιέται πάλι ο σκελετωμένος δείκτης. Αλλά, πριν προλάβει καλά-καλά να τον υψώσει, ο άντρας αφήνει το κεφάλι του να πέσει μπροστά και αποκοιμιέται. Ο Φιλίπ προσπαθεί να δει, αν το στήθος του άντρα φουσκώνει κάτω από το φαρδύ του πουκάμισο, κάνει δυο στραβοτιμονιές. Μεγντ, δε βλέπω τίποτα, βαράει το τιμόνι, κάνει στην άκρη και σβήνει τη μηχανή. Μέσα στην ησυχία του έρημου δρόμου πλησιάζει δειλά το αυτί κάτω απ’ τη μύτη του άντρα κι αφουγκράζεται την ανάσα του. Είναι κουρασμένη και βαθιά, σαν να σώθηκε το σώμα από αέρα και πασχίζει να ρουφήξει λίγη ακόμα ζωή. Μοντιέ, ζει, ξεφυσάει και μένει να τον κοιτάζει.
Σε λίγο η ζέστη μπλέκεται με την απλυσιά που αναδύει το ζαρωμένο δέρμα δίπλα του. Ο Φιλίπ τεντώνει το χέρι πάνω από τον κοιμισμένο άντρα και στριφογυρίζει τον λεβιέ στο παράθυρο του συνοδηγού. Ένα απρόσμενο αεράκι γλιστράει μέσα και κουνάει τις λιγοστές άσπρες τρίχες στο κεφάλι του άντρα. Ο Φιλίπ σηκώνει ασυναίσθητα τη ράχη της παλάμης του και τις χαϊδεύει. Όπως έκανε η γιαγιά του, όταν ο παππούς αποκοιμιόταν στην κουνιστή καρέκλα. Γελούσε κάθε φορά με το γαργαλητό από το πέρα-δώθε που έκαναν τα μαλλιά του πάνω στο χέρι της. Ο Φιλίπ χαμηλώνει τη μουσική, έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνει όλ’ αυτά που λένε τα τραγούδια, γυρίζει το κλειδί στη μηχανή, το Ντεσεβό αρχίζει πάλι να μουγκρίζει.
*
«Ξυπνήστε, μεσιέ». Ο άντρας ανοίγει τα μάτια και ανεβάζει το κεφάλι σαν να ‘ναι ασήκωτο. «Θα στρίψουμε εδώ στο χωριό. Θα ψάξουμε την αστυνομία για βοήθεια, ντακόγ;» του λέει κι ακουμπάει στοργικά το γόνατό του. Έρχεται, τότε, ένα χέρι τραχύ και παγωμένο και του αρπάζει τον καρπό, τον σφίγγει, σαν φίδι που σε τυλίγει αργά και σου κόβει το αίμα. Γυρίζει και βλέπει τον άντρα να τον καρφώνει με τα μάτια του ορθάνοιχτα, στο πρόσωπό του ένα αλλόκοτο ανακάτεμα θυμού και έκπληξης και φόβου. Το πηγούνι του έχει σφραγίσει το άψυχο στόμα του, τα χείλη του σφιγμένα, εξαφανισμένα, σαν να τα κατάπιε. «Τι συμ…;» δεν προλαβαίνει να ρωτήσει ο Φιλίπ. Ο άντρας αρπάζει το τιμόνι με το άλλο του χέρι και το στρίβει με βία. Πάνω στον στενό επαρχιακό δρόμο το Ντεσεβό κάνει ασταμάτητα, αλλοπρόσαλλα ζιγκ ζαγκ. Το χέρι του Φιλίπ κλειδωμένο στη χειροπέδα του γέρου, το κιτρινιάρικο χέρι του γέρου κολλημένο στο τιμόνι, μπροστά μια στροφή-φουρκέτα, το μισό αμάξι πάνω στον δρόμο και το άλλο μισό στο κενό, σαν ιπτάμενο. Ο Φιλίπ νιώθει την καρδιά του να αλλάζει θέση, να σέρνεται πάνω στον οισοφάγο, σαν σε ιμάντα, να βγαίνει απ’ το λαρύγγι και να του χτυπάει τη βάση της γλώσσας. Η φωνή του κόβεται, η στροφή τελειώνει, ο δρόμος ισιώνει, ο Φιλίπ βρίσκει επιτέλους το φρένο. Χώνει μια αγκωνιά στην κοιλιά του γέρου, το χέρι του και πάλι ελεύθερο, σβήνει τη μηχανή και τραβάει το χειρόφρενο.
«Μεγντ, τι κάνεις; Θα μας σκοτώσεις!» λέει και γρονθοκοπάει το τιμόνι, για να μη σπάσει τον γέρο στο ξύλο. Ο άντρας κοιτάζει μπροστά, το πηγούνι του έχει πέσει ξανά, τα φρύδια του σηκωμένα ψηλά, μια ηλίθια, αυτοκόλλητη έκπληξη. «Εγώ φταίω που σε μάζεψα, σκατοκέφαλε. Εγώ δε θα πεθάνω εδώ, μαζί σου, σήμερα, μ’ ακούς;». Ακούει, τότε, να βγαίνει μέσα από το στόμα το στοιχειωμένο, μια μπάσα φωνή, μια αράδα από λέξεις σκόρπιες, απόκοσμες. «Τι λες;» τον ρωτάει. Ο άντρας λέει πάλι την ίδια αράδα, σαν μαγνητοφωνημένο μήνυμα σε τηλεφωνητή. Σηκώνει το σκελετωμένο του δάχτυλο, δείχνει μακριά τον δρόμο, τα μάτια του βαραίνουν και πάλι, τα σφραγίζει αργά κι αποκοιμιέται. Ο Φιλίπ σφίγγει το τιμόνι με τις γροθιές του κι ακουμπάει εκεί το ιδρωμένο του μέτωπο. Σε λίγο βραδιάζει. Κανείς δε θα το καταλάβει, εδώ δεν έχει κάμερες, σκέφτεται. Στρέφει το βλέμμα του στον γέρο. Το φως που φεύγει χλωμιάζει ακόμα περισσότερο τα βαθουλωμένα του μάγουλα. Η γωνία των χειλιών του έχει γλιστρήσει τόσο χαμηλά, σαν να λιώνει εκεί μια θλίψη. Του θυμίζει εκείνο το μισοφέγγαρο, το μουντό, το καρφωμένο στα χείλη του παππού του, το αιώνιο αντίο στη γιαγιά. Δεν κατάφερε ποτέ να του το ξεκολλήσει, να του το πάρει, να το πετάξει μακριά. Ο Φιλίπ ξεφυσάει, ανάβει τα φώτα, βάζει μπρος τη μηχανή και ξεκινάει. Ξανά.
*
Ο Φιλίπ μπαίνει στο μίνι μάρκετ του βενζινάδικου, αρπάζει δυο μπουκάλια νερό, ένα σάντουιτς και μια σοκολάτα και πηγαίνει στο ταμείο. Πληρώνει, παίρνει τη σακούλα και βγαίνει από το μαγαζί. Για μια στιγμή κοντοστέκεται και ξαναμπαίνει. Η κάμερα στο ταβάνι γυρίζει, στρίβει λίγο ακόμα, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή, κανείς δεν βλέπει, αρπάζει την κολλημένη αφίσα, γυρίζει πίσω στο αμάξι, κάθεται στη θέση του και σκουντάει τον άντρα. Ίδια σκηνή, ίδιο ξύπνημα, ίδιο βάρος. «Ας τελειώνουμε» του λέει, απλώνει το χέρι, ανεβάζει κοφτά το πηγούνι του άντρα και φέρνει την αφίσα στο ύψος των ματιών του. «Βλέπεις τι λέει; Ξέρεις να διαβάζεις;» του φωνάζει λες κι ο άντρας δίπλα του είναι ξαφνικά κουφός. «Αγνοείται ο ηλικιωμένος άντρας. Εξαφανίστηκε στις 10/08/2023, φορούσε λευκό πουκάμισο και μπεζ υφασμάτινο παντελόνι. Δεν έχει συγγενείς. Αν έχετε οποιαδήποτε πληροφορία, παρακαλώ επικοινωνήστε με το γηροκομείο Αγ. Κωνσταντίνος». Ο Φιλίπ πετάει την αφίσα στα πόδια του άντρα και γυρίζει το βλέμμα έξω από το παράθυρο προς τον δρόμο. Κάτω από τον στύλο ένα σμήνος από νυχτοπεταλούδες κινείται ασταμάτητα, διψάει για λίγο φως μες στη νύχτα, πλέκει ακούραστα ένα σύννεφο ασημί, συμπαγές και ακλόνητο.
«Πρέπει να σε γυρίσω πίσω» του λέει χωρίς να τον κοιτάζει.
«Ό-χι», ακούει να του λέει συλλαβιστά μια στεντόρεια φωνή.
Γυρίζει προς το μέρος του. Τα μάτια του άντρα μισόκλειστα, η καρωτίδα φουσκωμένη από τον ώμο ως το αυτί, τα χέρια του σφιγμένες γροθιές. Ο Φιλίπ τρίβει τις παλάμες σ’ όλο του το πρόσωπο, το μέτωπο, τα μαλλιά ως πίσω στον σβέρκο, λες και θέλει να ξεπλύνει από πάνω του την απόγνωση της νύχτας, την κακή του τύχη, τη μυρωδιά του γέρου που έχει ποτίσει τον αέρα και τα καθίσματα κι έχει κολλήσει πάνω του, σαν να ‘ναι ο ίδιος ένας απών, απελπισμένος, άπλυτος γεροξεκούτης.
Ο Φιλίπ βγαίνει απ’ το αμάξι, ανοίγει το πορτ μπαγκάζ, παίρνει καθαρά ρούχα, το κλείνει κι αρχίζει να αλλάζει με σβελτάδα, σχεδόν σιχασιά. Η πόρτα τού συνοδηγού ανοίγει, ο ψηλός άντρας βγαίνει έξω και τον πλησιάζει. Στα χέρια του η αφίσα τσαλακωμένη, μια ολοστρόγγυλη μπάλα, μια μικρή υδρόγειος. Απλώνει τα δυο του χέρια να τη δώσει στον Φιλίπ, στα μάτια του γέρου λάμπει μια περίεργη αψηφισιά, μια λαχτάρα. Στα χείλη του το μισοφέγγαρο κρέμεται τώρα ανάποδα, σαν χαμόγελο. Ο Φιλίπ κοιτάζει την μπάλα, στο μυαλό του στριφογυρίζουν οι πεταλούδες, η μπάλα, τα φώτα, ο γέρος, τα μαλλιά του, η μπάλα πάλι, ο γέρος, οι άκρες των χειλιών του, τα παιδικά του τραγούδια, μια αχνοσβησμένη ξεγνοιασιά. Ανοίγει ξανά το πορτ μπαγκάζ και χώνει το χέρι βαθιά στη βαλίτσα. Βρίσκει εκείνο το παλιό πουκάμισο με τις καφετιές ρίγες, το γαριασμένο από χρόνια. «Φόρεσέ το» λέει στον άντρα, μπαίνει στο αμάξι και ανοίγει τα φώτα. Στη θέση του συνοδηγού ένα μπουκάλι νερό, μια ζελατίνα με μισό σάντουιτς και μια σοκολάτα.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
