Εγώ²

Του Γιάννη Βαρδάκη
Αθήνα, 15 Φεβρουαρίου 2028
Ήταν λίγο μετά τις επτά, μια Τρίτη χωρίς ίχνος μνήμης. Η πόλη γέμιζε από το καυσαέριο και η πρωινή υγρασία έσφιγγε τα πνευμόνια του Άρη, καθώς περπατούσε την Πανεπιστημίου, κατεβαίνοντας προς Ομόνοια.
Στο δεξί του χέρι ένας καφές που είχε ήδη παγώσει. Στα ακουστικά οι ήχοι των Boards of Canada. Εκείνοι οι ρυθμοί που θόλωναν τη σκέψη. Κάποιος ψιθύριζε πίσω από το τύμπανο. Ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που μάθαιναν να επιπλέουν με τρόπο αθόρυβο. Κανείς δεν του μιλούσε πια χωρίς λόγο. Αν υπήρχε μια λέξη που να του ταίριαζε απόλυτα, ήταν το «διάφανος».
Σαραντατριών δούλευε ως γραφίστας σε εταιρεία ψηφιακής επικοινωνίας, σε ένα ημιυπόγειο στην Καλλιθέα, μαζί με άλλους τρεις ανθρώπους που δεν ήξερε, αν θυμούνται καν το όνομά του. Περνούσε ολόκληρες ώρες μπροστά σε οθόνες φτιάχνοντας layouts για προϊόντα που δεν θα αγόραζε ποτέ. Ζούσε μόνος σε ένα δυάρι που κάποτε νοίκιασε για την «ηρεμία του», αλλά πια έμοιαζε περισσότερο με αποθήκη.
Το φανάρι τον σταμάτησε μπροστά από την Κλαυθμώνος. Ο κόσμος βιαστικός, σκυφτός, έμοιαζε να αποφεύγει τη μέρα. Απέναντι η ροή των σωμάτων συνεχιζόταν. Και τότε, σε εκείνο το ρεύμα, το μάτι του καρφώθηκε σε έναν άντρα.
Έναν άντρα που, στην αρχή, του θύμισε κάποιον. Με τη δεύτερη ματιά… ο χρόνος πάγωσε. Δεν ήταν απλώς ίδιος. Ήταν εκείνος.
Η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά που για μια στιγμή νόμισε πως το σώμα του έγινε ακατάσχετος θόρυβος. Όλα γύρω του έσβησαν, οι ήχοι, οι κινήσεις, το φανάρι, ο καφές στο χέρι του, όλα βυθίστηκαν σε μια παράλογη, πνιγηρή σιωπή. Μόνο εκείνο το πρόσωπο απέναντί του υπήρχε. Όχι απλώς παρόμοιο. Ίδιο.
Ο άντρας απέναντι φορούσε το ίδιο παλτό, το καφέ, εκείνο που είχε ξεχάσει ή χάσει έναν χρόνο πριν. Περπατούσε με το ίδιο ελαφρύ κουτσό βήμα από εκείνο το παλιό στραμπούληγμα που τον άφησε για μήνες με φυσιοθεραπείες. Είχε την ίδια ρυτίδα στη βάση του μετώπου. Το ίδιο κόψιμο στο φρύδι, εκείνο το μικρό, λοξό σημάδι που κουβαλούσε από τα οκτώ του, όταν έπεσε με το ποδήλατο στην αυλή του σχολείου και χρειάστηκε τρία ράμματα. Δεν υπήρχε τρόπος να το ξέρει κανείς, ούτε να το μιμηθεί. Κι όμως, ήταν εκεί.
Το χειρότερο: τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε, όπως κοιτάς τον εαυτό σου, όταν ξέρεις κάτι που οι άλλοι αγνοούν.
Ο Άρης έκανε ένα βήμα πίσω. Η διάβαση γέμισε από κόσμο. Εκείνος έμεινε ακίνητος.
Όταν ξανασήκωσε το βλέμμα του, ο άντρας είχε χαθεί.
Άρχισε να τρέχει. Μπήκε ανάμεσα σε κορμιά, προσπέρασε αγχωμένα βήματα, στρίμωξε τη λογική του σε μια σειρά από λάθος στενά. Ανέβηκε την Παπαρρηγοπούλου, έστριψε στην Κοραή. Τίποτα. Ο «άλλος» είχε εξαφανιστεί. Φάντασμα από καπνό.
Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός άδειου καταστήματος. Το είδωλό του φάνηκε πίσω από το τζάμι. Έβγαλε το κινητό του. Γύρισε την κάμερα προς το πρόσωπό του. Κοίταξε την εικόνα στην οθόνη. Τίποτα περίεργο.
«Εγώ είμαι. Εγώ υπάρχω. Εγώ… είμαι μοναδικός. Έτσι δεν λένε;».
Η φωνή αυτή δεν ήταν δικιά του. Δεν του ανήκε. Ψίθυρος πίσω από τα μάτια του.
Και τότε κατάλαβε. Κάποιος περπατούσε με το πρόσωπό του.
Δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Κάθισε στο σαλόνι μέχρι να βγει το πρώτο φως με την κουβέρτα ριγμένη στους ώμους. Δεν μπορούσε να δουλέψει, ούτε να σκεφτεί καθαρά. Σκεφτόταν μόνο εκείνον. Τον άλλον. Ή τον εαυτό του. Ή…. δεν ήξερε πια.
Το μόνο που ήθελε ήταν μια απάντηση. Κάτι χειροπιαστό. Κάτι να του πει ότι δεν είχε τρελαθεί.
Και τότε, σχεδόν ειρωνικά, ήρθε.
Ο φάκελος έφτασε την επόμενη μέρα νωρίς το απόγευμα. Δεν είχε αποστολέα, ούτε σφραγίδα. Είχε απλώς το όνομά του, «Άρης Μανιάτης», γραμμένο με στυλό, με γράμματα που έμοιαζαν πολύ με τα δικά του.
Γυρίζοντας από το σούπερ μάρκετ τον βρήκε πεσμένο μπροστά από την εξώπορτα. Κάθισε στον καναπέ με τον φάκελο στα χέρια.
Περίμενε λίγα λεπτά. Ίσως και ώρες.
Τον άνοιξε αργά. Μέσα ένα μόνο φύλλο Α4 διπλωμένο στα δύο. Τίποτα άλλο. Ούτε υπογραφή, ούτε σφραγίδα, ούτε ημερομηνία. Μόνο μία φράση, γραμμένη στη μέση της σελίδας, με τον ίδιο ακριβώς γραφικό χαρακτήρα του ονόματός του απ’ έξω:
«Τεστάρουμε τα όριά σου. Επιστροφή: άγνωστη».
Κοίταξε τη φράση. Βόμβα με αντίστροφη μέτρηση. Την ξαναδιάβασε αργά, λέξη προς λέξη. Προσπαθούσε να τη μεταφράσει από κάποια ξεχασμένη γλώσσα.
Άφησε την Α4 στο τραπεζάκι, σηκώθηκε, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Ο δρόμος, αδιάφορος, όπως πάντα. Τίποτα δεν πρόδιδε ότι είχε μόλις διαταραχθεί η σταθερότητα της ύπαρξής του. Ή, τουλάχιστον, του εγώ που νόμιζε πως ήταν.
Γύρισε στο γραφείο και έκατσε μπροστά στον υπολογιστή. Έψαξε τη φράση στο Google, με εισαγωγικά, χωρίς. Τίποτα. Καμία απολύτως αναφορά. Ούτε σε άρθρα, ούτε σε σχόλια, ούτε σε forum. Ούτε καν ως στίχος τραγουδιού, ποιήματος ή απόσπασμα από βιβλίο. Λες και δεν είχε ειπωθεί ποτέ. Ή λες και δεν έπρεπε να υπάρχει καταγραφή της.
Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Τον Θανάση από το γραφείο; Τη Δώρα; Εδώ δεν μπορούσε καν να εξηγήσει στον ίδιο του τον εαυτό τι είχε δει χθες. Ήταν εκείνος. Τελεία. Δεν υπήρχε δεύτερη ανάγνωση.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάξει πίσω. Κυριολεκτικά.
Άνοιξε την εφαρμογή του σπιτιού για τις κάμερες ασφαλείας. Πήγε πίσω στην καταγραφή. Πάτησε στην είσοδο. Ώρα 13:08.
Και τότε τον είδε.
Ο άντρας μπήκε στην πολυκατοικία κρατώντας τον ίδιο φάκελο. Δεν έκρυβε το πρόσωπό του. Δεν κοίταζε γύρω. Πέρασε μπροστά από την κάμερα με απόλυτη φυσικότητα. Και ήταν… αυτός. Ήταν εκείνος.
Με την ίδια ακριβώς στάση σώματος. Την ίδια μικρή κλίση του κεφαλιού προς τα δεξιά. Την ελαφρά χωρίστρα που σχηματιζόταν άθελά του πάντα, ακόμα κι όταν δεν χτενιζόταν.
Πάγωσε. Πάτησε παύση. Πήγε πίσω. Ξανά μπροστά. Καρέ-καρέ.
Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Ο «άλλος» έφερε τον φάκελο. Τον άφησε εκεί. Και χάθηκε.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα. Μια λεπτή, επίμονη ζάλη άρχισε να απλώνεται στον αυχένα του.
Κάποιος, κάπου, δοκίμαζε τα όριά του. Και το χειρότερο, αυτός ο «κάποιος»… του έμοιαζε υπερβολικά πολύ.
Ο Άρης ξαναείδε το βίντεο τέσσερις φορές.
Κάθε φορά παρατηρούσε και κάτι καινούριο: την ελαφρά καθυστέρηση στο πάτημα του κουδουνιού, τον τρόπο που ο άλλος έγερνε το κεφάλι, πριν περάσει το κατώφλι. Ήταν λεπτομέρειες που θα ήταν ασήμαντες, αν δεν αφορούσαν εκείνον.
Ένιωθε πως ο κόσμος είχε υποστεί μια μικρή μετατόπιση. Κάτι είχε γλιστρήσει λίγα χιλιοστά εκτός θέσης. Το είδος της μετατόπισης που δεν βλέπεις, αλλά νιώθεις.
Ξαφνικά το σπίτι του δεν του φαινόταν πια εντελώς δικό του. Κοίταξε τα ράφια, τα βιβλία, τον καθρέφτη στον διάδρομο. Όλα του ήταν γνώριμα, αλλά με έναν ύποπτο τρόπο. Όπως όταν επιστρέφεις στο πατρικό σου μετά από χρόνια και καταλαβαίνεις πως κάποιος έχει αγγίξει πράγματα όσο έλειπες.
Άνοιξε ξανά τον υπολογιστή. Ήθελε να δει το βίντεο άλλη μία φορά. Από ανάγκη. Από αυτοπροστασία. Από τρόμο. Τον πάγωσε κάτι που δεν είχε προσέξει νωρίτερα: ο «άλλος» φορούσε ρολόι. Ήταν το παλιό του ρολόι, ένα Citizen με λευκό καντράν και ασημένιους δείκτες, δώρο του πατέρα του όταν έκλεισε τα δεκαοκτώ, που είχε χαλάσει και είχε παρατήσει σε ένα συρτάρι της αποθήκης.
Πήγε αμέσως εκεί. Το συρτάρι ήταν ανοιχτό. Άδειο.
Δεν ήταν φαντασία. Δεν ήταν σύμπτωση. Κάποιος με το δικό του πρόσωπο είχε μπει στη ζωή του και την ξετύλιγε από μέσα προς τα έξω. Σιωπηλά. Συστηματικά.
Πήγε στο μπάνιο. Έριξε νερό στο πρόσωπό του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Για πρώτη φορά, ένιωσε ότι δεν τον εμπιστευόταν. Δεν του άρεσε το βλέμμα που αντίκρισε. Είχε κάτι το ξένο. Το ελαφρώς… προσποιητό.
Κοίταξε πίσω του. Ο καθρέφτης άδειος. Κανείς.
Αλλά μέσα του η αίσθηση δεν έφευγε.
Τον παρακολουθούσαν.
Και δεν ήξερε πια, αν η σκέψη αυτή ανήκε σ’ εκείνον… ή στον άλλο.
Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος στον καναπέ, μια σκέψη εισέβαλε στο μυαλό του με τρόπο τόσο καθαρό, που σχεδόν τον τρόμαξε: «Φιλολάου 189».
Δεν είχε ξαναπάει. Ούτε θυμόταν κάποιον που να μένει εκεί. Δεν το διάβασε πουθενά. Κι όμως, το ήξερε. Σαν ανάμνηση.
Το επόμενο πρωί κάλεσε ταξί.
Η φωνή του, όταν έδωσε τη διεύθυνση, ήταν σταθερή. Ο οδηγός τον κοίταξε από τον καθρέφτη, αλλά δεν είπε κουβέντα. Η διαδρομή κύλησε χωρίς λέξεις, μόνο με τον βόμβο της πόλης να μοιάζει πιο απειλητικός από ποτέ. Ο Άρης δεν κοίταζε έξω. Κρατούσε το βλέμμα καρφωμένο στο μπράτσο του καθίσματος και προσπαθούσε να αναπνέει αργά.
Η πολυκατοικία ήταν από τις παλιές. Με σκουριασμένο ανελκυστήρα, μαρμάρινη είσοδο και κουδούνια χωρίς ονόματα. Οι αριθμοί δίπλα στα κουμπιά ξεθωριασμένοι. Τα μάτια του πήγαν στο κουδούνι του πέμπτου. Ήταν σβηστό. Καμία ένδειξη κατοικίας και ζωής.
Ανέβηκε με τα πόδια. Η σκάλα μύριζε υγρασία και κλεισούρα. Κάθε πάτημα στο μάρμαρο αντηχούσε μέσα του. Όσο πλησίαζε, τόσο πιο πολύ ήθελε να φύγει. Κι όμως, ανέβαινε.
Ο πέμπτος όροφος είχε δύο πόρτες. Η μία μισάνοιχτη. Μια λεπτή γραμμή σκοτεινιάς πίσω της. Η άλλη κλειστή και βουβή. Πλησίασε την ανοιχτή. Δεν φαινόταν κανείς μέσα.
Στάθηκε εκεί άφωνος. Το χέρι του ανέβηκε, χτύπησε δύο φορές ντροπαλά την πόρτα. Καμία απάντηση. Ξανά. Τίποτα.
Και τότε, πίσω του, βήματα.
Γύρισε απότομα. Στις σκάλες στεκόταν ένα παιδί. Ίσως οκτώ ή εννέα ετών. Φορούσε σκουφί, κρατούσε σημειωματάριο και μολύβι. Το βλέμμα του σταθερό, καθαρό, σχεδόν ανησυχητικά ήρεμο.
– Ψάχνεις κάποιον; ρώτησε.
– Εσύ… μένεις εδώ;
Το παιδί κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
– Όχι. Απλώς σημειώνω.
– Τι σημειώνεις;
Το παιδί τον κοίταξε για μια στιγμή. Αξιολογούσε, αν άξιζε να μάθει.
– Τα πρόσωπα.
Ο Άρης πάγωσε.
– Τα πρόσωπα; Ποια πρόσωπα;
– Όσων έρχονται για πρώτη φορά.
– Και πού τα πηγαίνεις;
Το παιδί δεν απάντησε. Αντί γι’ αυτό του γύρισε την πλάτη και άρχισε να κατεβαίνει ήρεμα τις σκάλες. Σαν να μην ειπώθηκε τίποτα.
Ο Άρης έμεινε ακίνητος. Το ένστικτό του φώναζε να φύγει. Κάτι πιο βαθύ τον κρατούσε εκεί, καρφωμένο στο πλατύσκαλο. Ήταν ήδη μέρος μιας διαδικασίας που δεν είχε ξεκινήσει με δική του απόφαση.
Κοίταξε ξανά την πόρτα. Το άνοιγμα δεν είχε αλλάξει. Ούτε και το σκοτάδι πίσω της.
Και τότε το κατάλαβε: δεν είχε έρθει να δει. Είχε έρθει να βρει.
Πέρασε το κατώφλι σχεδόν ασυναίσθητα. Δεν έσπρωξε την πόρτα. Δεν άγγιξε καν το χερούλι. Κι όμως, αυτή άνοιξε. Το φως στο εσωτερικό ήταν χαμηλό. Εκείνο το σχεδόν σκοτάδι που παραμορφώνει τις γωνίες. Περπάτησε λίγα βήματα. Ο αέρας μέσα ήταν στάσιμος, άοσμος. Κανένας ήχος. Καμία κίνηση.
Ο χώρος θύμιζε παλιό διαμέρισμα, βιβλιοθήκες φορτωμένες, ένα γραφείο με χαρτιά, τοίχοι άδειοι. Όλα κανονικά. Ή σχεδόν. Κάτι έλειπε. Ή είχε προστεθεί, αλλά δεν ήταν ακόμα ορατό.
Στο βάθος υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης. Ψηλός, φαρδύς, με ξύλινο περίτεχνα σκαλιστό πλαίσιο. Δεν ανήκε στο στυλ του υπόλοιπου χώρου. Έμοιαζε παλαιότερος. Βαρύτερος. Πλησίασε υπνωτισμένος.
Και τον είδε.
Όχι απλώς το είδωλό του. Τον άλλον. Αυτόν με το ίδιο πρόσωπο. Στεκόταν εκεί, απέναντί του, μέσα στον καθρέφτη. Δεν ήταν αντανάκλαση. Δεν αντέγραφε τις κινήσεις του. Ήταν ανεξάρτητος. Ζωντανός.
Ο Άρης έκανε μισό βήμα πίσω. Το πρόσωπο στον καθρέφτη δεν κινήθηκε. Τον κοίταζε ήσυχα, όπως κάποιος που περίμενε αυτήν τη συνάντηση καιρό. Χωρίς ένταση, χωρίς οίκτο.
Ο άλλος έγειρε ελαφρώς το κεφάλι.
Ένα δευτερόλεπτο σιωπής.
– Δεν είμαι εσύ. Εσύ είσαι εγώ.
Η φωνή αντήχησε στο δωμάτιο, καθαρή και γεμάτη βεβαιότητα. Είχε σάρκα και βάρος. Δεν ερχόταν από τον καθρέφτη. Ερχόταν από κάπου δίπλα του.
Προσπάθησε να πει κάτι. Τα λόγια δεν σχηματίστηκαν. Μόνο μια αναπνοή. Στεγνή.
– Δεν ήρθες να ρωτήσεις. Ήρθες να παραδώσεις.
– Τι;…
– Την ταυτότητά σου.
Ο καθρέφτης τρεμόπαιξε. Το πρόσωπο του άλλου έγινε πιο καθαρό, βάθαινε. Πήγαινε πιο μακριά αλλά και πιο κοντά ταυτόχρονα. Τα χαρακτηριστικά του ήταν ίδια. Τα μάτια όχι. Στα μάτια υπήρχε κάτι παλιό. Κάτι που δεν είχε δει ποτέ του.
Έκανε ένα βήμα πίσω. Δεν ένιωθε το σώμα του. Τα χέρια του βάραιναν. Κάποιος τραβούσε αργά τα νήματα από μέσα του.
– Δεν έχεις πλέον το δικαίωμα να αναρωτιέσαι, είπε ο άλλος. Τώρα είσαι αυτό που σε κοιτούσε.
Ο καθρέφτης ράγισε. Μια λεπτή ρωγμή διέτρεξε την επιφάνεια από πάνω ως κάτω, χωρίς ήχο. Ο Άρης κοίταξε το χέρι του. Ένα παλαιό ρολόι Citizen στον καρπό του. Το δώρο του μπαμπά του.
Κοίταξε γύρω. Το δωμάτιο δεν υπήρχε πια. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο έξω από τον καθρέφτη.
Τότε κατάλαβε: δεν βρισκόταν πια μπροστά του. Ήταν μέσα του.
Ο καθρέφτης έγινε το μόνο πράγμα που υπήρχε. Και εκείνος το μόνο είδωλο.
Στεκόταν στο κέντρο ενός χώρου χωρίς τοίχους, χωρίς φως, χωρίς ήχους. Δεν ήξερε, αν τα μάτια του ήταν ανοιχτά ή αν τα κρατούσε κλειστά.
Ήταν ξύπνιος. Το ήξερε. Δεν ήταν όνειρο. Δεν ήταν παραισθήσεις.
Μπροστά του ο καθρέφτης δεν υπήρχε πλέον. Ή, μάλλον, είχε γίνει παράθυρο. Από εκεί έβλεπε τον κόσμο όπως ήταν: δρόμους, φώτα, ανθρώπους να περνούν βιαστικά. Έβλεπε το σπίτι του, το γραφείο του, τον σταθμό του μετρό. Όλα στη θέση τους.
Και έπειτα είδε τον εαυτό του.
Στον δρόμο. Να περπατά. Απαρατήρητος. Με το ίδιο καφέ παλτό, το ίδιο βήμα. Έφτασε σε μια καφετέρια, παρήγγειλε καφέ. Χαιρέτησε τον υπάλληλο. Άνοιξε το κινητό. Μίλησε στο τηλέφωνο γελώντας.
Ένιωσε ένα ρίγος. Δεν ήταν μόνο το σώμα του. Ήταν ολόκληρη η ζωή του, αλλά χωρίς εκείνον μέσα της.
Το είδωλο, ο άλλος, το νέο «Εγώ», είχε ήδη πάρει τη θέση του. Και κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα. Κανένας δεν είχε αναρωτηθεί. Όλα συνέχιζαν. Ο κόσμος δεν χρειάζεται πολλά, για να προσαρμοστεί. Έναν άνθρωπο λιγότερο, έναν άνθρωπο ίδιο, ένα πρόσωπο γνώριμο.
Και τότε ακούστηκε η φωνή. Αυτήν τη φορά από μέσα του.
– Τώρα καταλαβαίνεις. Δεν ήταν ποτέ, για να σε τρομάξω.
– Ποιος είσαι; ψιθύρισε ο Άρης. Ή ίσως απλώς σκέφτηκε.
– Είμαι εκείνος που γεννιέται, όταν δεν έχεις πια δύναμη να είσαι εσύ.
Προσπάθησε να φωνάξει. Η φωνή δεν ήρθε. Μόνο το φως, που φούσκωνε γύρω του, άχρωμο, άκαμπτο, με μια ψυχρή, τεχνητή λάμψη που δεν ανήκε πουθενά. Έκλεισε τα μάτια του. Κι όταν τα άνοιξε, όλα είχαν σβήσει.
Ο υπάλληλος στην καφετέρια του χαμογέλασε.
– Το ίδιο καφεδάκι όπως πάντα, κύριε Μανιάτη;
Ο Άρης ή αυτός που λεγόταν Άρης έγνεψε ναι.
Κάθισε δίπλα στην τζαμαρία, έβγαλε το τετράδιο από την τσάντα του, άνοιξε τη σελίδα με τις σημειώσεις. Έγραψε μια φράση στο πάνω μέρος:
«Κι αν δεν είμαι ο πρώτος; Αν απλώς… ήταν η σειρά μου;».
Σήκωσε το βλέμμα. Στον δρόμο ο κόσμος συνέχιζε. Βήματα, καφέδες, τηλεφωνήματα, όλα στη θέση τους.
Το πρόσωπό του καθρεφτιζόταν καθαρά στο τζάμι. Ήρεμο. Σταθερό. Τα μάτια του ζωντανά.
Και για μια απειροελάχιστη στιγμή κάτι ράγισε στην αντανάκλαση του προσώπου του.
Σαν να μειδίασε κάποιος άλλος μέσα απ’ το δικό του δέρμα.
Έμεινε εκεί για ένα δευτερόλεπτο. Μετά… τίποτα.
Ο Μανιάτης σήκωσε την κούπα με τον καφέ. Ήπιε μια γουλιά.
Ο κόσμος δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό.
Ούτε πρόκειται.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
