Το Ημερολόγιο ενός Μελλοθάνατου

Του Μάρκου Γιαπάνη
Κάπου, σε μια ερημική παραλία, ένας γέρος άνδρας κάθεται δίπλα από μία φωτιά. Είναι νύχτα, και κοντά του αχνοφαίνεται ένα πιστόλι κι ένα παλιό ημερολόγιο.
Δεν του ανήκει.
Μόλις το διαβάσει, θ’ αυτοκτονήσει.
✺
Άδειος και ψυχρός, ο νυχτερινός ουρανός απλώνεται πάνω στο στερέωμα σαν το πτώμα ενός έκπτωτου θεού. Κομμάτια του έχουν ξεχειλωθεί και κρέμονται σαν κουρτίνες, καθώς αγκαλιάζουν το κορμί του γέρου. Τα κόκκαλα της ωμοπλάτης του ―μεγάλα, άγαρμπα κήτη κάτω απ’ τα νερά της σάρκας― ανασηκώνονται αργά, καθώς αναστενάζει. Και γραμμές διασχίζουν το μέτωπό του, αποτυπώματα ταξιδιών και χρόνου, σε γη και θάλασσα, γραμμές που χαράσσουν τα πλοία επάνω στους ωκεανούς.
Τα χρώματα της φωτιάς ―σχεδόν ζωντανά― χορεύουν. Χορεύουν σαν γυναίκες της γης της Ισπανίας, με τα μακριά κόκκινα φουστάνια τους και τες μαύρες μπούκλες των μαλλιών τους. Χορεύουν σε γιορτές παράξενες και αρχαίες, γύρω από φωτιές και πυρσούς και φωνές ―Las luminarias―, καθώς άλογα και θηρία άλλα διασχίζουν τες φλόγες πετώντας. Εξαγνισμένα, καθαρά. Και κάπου πιο μακριά, σε άλλους πιο κρύους και κρυφούς τόπους της μνήμης και της γης, άνθρωποι στέκονται ουρλιάζοντας. Λιώνουν μέσα στις φλόγες.
Ο γέρος σηκώθηκε. Κρυμμένο μέσα στο σκοτάδι ήταν το αμάξι του. Περπάτησε σκεφτικός, με τα χέρια στις τσέπες, και θαύμασε τη σιωπή των δέντρων. Κάπου-κάπου, ένα θρόισμα σαν ψίθυρος· και μετά ξανά σιωπή. Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ και έβηξε. Μια παράξενη, κόκκινη υφαντή μάζα. Τα ρούχα ενός νεκρού. Και όπως σηκώνει κανείς ένα μωρό που μόλις ήρθε στον κόσμο, τα σήκωσε και τα παρέδωσε στις φλόγες. Και η φωτιά κατέφαγε τις ίνες και τα κουμπιά και το αίμα. Ακόμα κι εκείνο το κομμάτι μέταλλο που ήταν κρυμμένο: ένα μικρό αγκίστρι. Κάποτε, κρεμόταν γύρω απ’ τον λαιμό ενός παιδιού που ο γέρος αγαπούσε σαν γιο. Δικά του ήταν τα ρούχα.
Πυρακτωμένο, το ατσάλι λάμπει. Λες και ο ίδιος ο ήλιος έκοψε ένα κομματάκι από τη σάρκα του και το έριξε στις φλόγες ―ένα σκληρό κομμάτι φως. Και ο γέρος κοιτάζει. Κοιτάζει σ’ εκείνο το φωτεινό τίποτα, με μάτια ακίνητα και κόκκινα και σταθερά, ώσπου μέσα σε δάκρυα να μη μπορεί άλλο. Κάποια πράγματα δεν είναι για να τ’ αντικρίζει άνθρωπος για ώρα πολλή ―όσο και να το θέλει. Αποστρέφει το βλέμμα και σκουπίζει προσεχτικά τα μάτια του. Μπροστά στο φως, η παλάμη του τρέμει.
Τρέμει, όπως έτρεμαν και τότε τα χεράκια εκείνου του μικρού αγοριού, καθώς ανέσερναν έξω από τα νερά, μαζί με τον πατέρα του, μία πληγωμένη χελώνα. Το στόμα της μια πηγή αίματος ―το αγκίστρι. Ένα δώρο υπόσχεσης…
Ο γέρος πίνει λαίμαργα ό,τι έμεινε απ’ το φλασκί του και πιάνει το πιστόλι. Το ζυγίζει στην αριστερή παλάμη του, όπως θα ζύγιαζε κάποιος ένα φρούτο. Είναι στρατιωτικού τύπου, γερμανικό, παλιό. Καθώς το περιεργάζεται, ένα παράξενο κράμα ντροπής και περηφάνιας τον κατακλύζει ―όπως συνήθως νιώθουν οι άντρες. Και ο κρότος σαν ν’ αντηχεί ξανά, και οι αλλόκοτες λέξεις και το αίμα σαν να ρέουν ακόμα.
Στρέφει το πιστόλι προς τον ουρανό, και φαντάζεται τις σφαίρες να διέρχονται περιστρεφόμενες μέσα απ’ τη σκοτεινή σάρκα τ’ ουρανού, με το δέρμα να στροβιλίζεται και να σχίζεται σαν ένα λουλούδι που ανθίζει βίαια και σβήνει. Και από την πληγή αναβλύζει φως και αίμα ―τ’ αστέρια.
Χαμογέλασε με το παράλογο των σκέψεών του, κι έφερε το πιστόλι στον κρόταφο. Εάν πυροβολούσε τώρα, τα μυαλά του θα πότιζαν τις φλόγες. Έκανε έναν ήχο ικανοποίησης και το έβαλε στο στόμα του. Η κάννη του πιστολιού είναι κρύα και αναπαύεται σκληρά επάνω στη γλώσσα και τα δόντια του. Τρέμει. Η γεύση του μετάλλου ―γήινη κι επίμονη― είναι σαν αίμα: αλάτι και ατσάλι, ζωή και θάνατος. Κλείνει τα μάτια. Δειλιάζει. Ξαπλώνει ξανά το πιστόλι στην παλάμη του και γλείφει τα χείλη και τα κάτω δόντια. «Θα ήταν ένας καλός θάνατος, άραγε;»
✺
Ατελείωτη, η θάλασσα εκτείνεται μπροστά του ―ένας σκοτεινός καθρέφτης, όπου το φως και η αγάπη όλου του κόσμου πέφτει και χάνεται, όπως σε τόπους πολέμου, τόπους θανάτου, όπου αγριόσκυλα γλείφουν λαίμαργα και διψασμένα από πηγές που στερεύουν ―οι γλώσσες τους πινέλα ποτισμένα στο κόκκινο…
Και μέσα στη θάλασσα βότσαλα θρυμματίζονται, και τα ουρλιαχτά ενός γέρου ανθρώπου γίνονται ο αντίλαλος των νερών.
Μάταια. Μάταια. Μάταια.
Κάθεται κάτω.
Κρυώνει.
Έβαλε μερικά ακόμα ξύλα στη φωτιά. Σχεδόν τελείωναν. Η φωτιά δυνάμωσε και οι σκιές απλώθηκαν. Έβαλε το χέρι ξανά στο σακάκι να πάρει το φλασκί. Από συνήθεια. Άδειο. Έβγαλε έξω τη γλώσσα και σήκωσε το φλασκί ψηλά. Μόνο λίγες σταγόνες στάζουν. Άδειο. Θυμήθηκε το βάρος του, όταν ήταν γεμάτο. Ένα γλυκό βάρος. Δίστασε για λίγο, και το έριξε στις φλόγες, όπου μια πορτοκαλοκίτρινη γλώσσα φωτιάς αναδύθηκε ξαφνικά απ’ το στόμιο. Χαμογέλασε. Άδειο…
Τα όρια μεταξύ νερών και ουρανών χάνονται στο τέλος του ορίζοντα, κι ο αφρός των κυμάτων θυμίζει τ’ αστέρια που λείπουνε απόψε. Το φεγγάρι, μια πληγή από δάγκωμα, πάει να στερέψει από φως. Σβήνει. Μόνο η φωτιά αντέχει ―κι ό,τι επιμένει μες στα μάτια του.
Οι φλόγες τρεμοπαίζουν τώρα. Δίνουν έναν μονόλογο δίχως λέξεις ―μόνο σκιρτήματα και δισταγμοί―, ενώ κάτω, στο ακροατήριο, ο ψίθυρος των κυμάτων. Ψιθυρίζουν σε γλώσσες αρχέγονες και ανεκλάλητες, υδάτινα στάχια που συγχέονται και αγκαλιάζονται, γδέρνοντας και γδύνοντας το ’να τ’ άλλο, στον χορό που επιβάλλει ο άνεμος. Και μπροστά στον χορό των νερών και του αέρα, της φλόγας και του σκότους, ένας βαθύς και πρωτόγονος φόβος. Μια μικρή πηγή, τόσο παλιά όσο η δημιουργία, στάζει. Στάζει. Τα κρύα νερά του φόβου, στάλα τη στάλα, σταγόνα τη σταγόνα, στον ασκό της καρδιάς…
Μπροστά στην αιωνιότητα των νερών, ένα μικρό, γερασμένο ανθρωπάκι, γεμάτο με κόκκινο νερό, κόκκινα νερουλά σπλάχνα, κόκκινες υγρές επιθυμίες. Ένα ξεφτισμένο, παλιό σακί με αίμα μπαγιάτικο και ψαροκόκκαλα, προορισμένο για τη θάλασσα και τον ουρανό, τροφή για γλάρους και γοργόνες. Και η φλόγα σκιρτάει. «Όχι ακόμα. Όχι ακόμα…», ψιθυρίζει. Προσευχή. Παράκληση. Προσταγή.
Μέσα στο κέντρο της φωτιάς, τα ρούχα λιώνουν. Κάποια κομμάτια χορεύουν στον αέρα, λες και η φωτιά τούς δίνει ζωή έτσι όπως αναδιπλώνονται και λυγίζουν. Μια ανεμώνα από φλόγες.
Ο γέρος πήρε ένα τσιγάρο και το έφερε κοντά στο φως. Άναψε εύκολα. Μόλις το έφερε στα χείλη, θυμήθηκε το πόσο στεγνό ήταν το στόμα του και συνέχισε να καπνίζει.
Φυσάει λίγο. Ο γέρος κρυώνει ξανά. Μια μικρή ανεμοθύελλα από στάχτες υψώνεται και χάνεται. Μα το αγκίστρι μένει. Μένει. Κόκκινο. Το αγκίστρι. Θυμήθηκε ξανά το παιδί και μετά τον άνδρα που έγινε το παιδί: να γεννιέται, να μεγαλώνει, να, να, να…
Πόσο θέλει να ξεχάσει.
Σηκώθηκε ξανά και πήγε προς τ’ αυτοκίνητο. Κάπου στα πίσω καθίσματα είχε αφήσει μια κουβέρτα. Απλώνοντας τα χέρια στο άγνωστο των καθισμάτων, τη βρήκε επιτέλους, την ξετίναξε και την έφερε στο πρόσωπό του. Μέσα στο σκοτάδι, έγειρε το μάγουλό του πάνω της, και για μια στιγμή ήταν ξανά παιδί. Δίχως θεούς και φωτιές και θάλασσες. Ένα παιδί. Ένα παιδί. Έμεινε για κάμποση ώρα έτσι, ώσπου ένιωσε ξανά την πραγματικότητα του πόνου στα γόνατά του. Έκλεισε την πίσω πόρτα και επέστρεψε χωλαίνοντας προς το πύρινο φως, αργά και σταθερά, όπου τυλίχτηκε την κουβέρτα και τη λάμψη της φωτιάς.
Βαριεστημένος, πήρε στη χούφτα του λίγη άμμο και την άφησε να κυλήσει κάτω. Μυριάδες μικροί κόσμοι από γυαλί και πέτρα ρέουν μέσα απ’ τις χαραμάδες των δαχτύλων του και φωλιάζουν στις χαράδρες των χεριών του. Ξεροκατάπιε και κοίταξε στον ουρανό περιμένοντας. Για κάτι. Για ώρα.
Με μία κοφτή κίνηση, έριξε ό,τι απέμεινε μέσα στις φλόγες και ένιωσε σαν οργισμένος θεός που καταποντίζει αστέρια και γαλαξίες σε ένα τέλος γεμάτο φως και φωτιά. Και κοίταξε γι’ ακόμη μια φορά στον ουρανό και προσευχήθηκε. Για την ημέρα όπου τα αστέρια θα κατεβούν από τους θρόνους τους και θα φωτίσουν το σκοτάδι της θάλασσας, κάνοντας την άμμο στάχτη.
Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, περπάτησε επάνω στις στάχτες κάποιου που αγαπούσε.
Ανατρίχιασε. Θυμήθηκε το πιστόλι που κρατούσε και το πέταξε αηδιασμένος στα βότσαλα δίπλα του· απάντησε παραπονεμένα μ’ έναν μεταλλικό κρότο. Ο γέρος έτριψε με βία τα μπράτσα του και κοίταξε το ξεφτισμένο ημερολόγιο. Η ώρα πλησίαζε. Η ώρα.
Με μια κραυγή όμως, τα κύματα υψώθηκαν από τη γη σαν γίγαντες δίχως κόκκαλα ή σάρκα, εκατοστό τ’ εκατοστό, ―μόνο αίμα και οργή―, ύψος στο ύψος, βάθος στο βάθος, απέναντι κι ενάντιά του ένας Λεβιάθαν από φύκια και πλαστικές σακούλες, απομεινάρια χαμένων άστρων και θεών. Ο γέρος τότε έσφιξε τα χείλη και προσπάθησε να θυμηθεί κάποιο τραγούδι, ένα άσμα, οτιδήποτε για να διώξει τούτο το κάλεσμα της αβύσσου. Μάταια όμως· η μνήμη του τον πρόδιδε. Άρχισε τότε να μιλάει στον εαυτό του λικνιζώμενος μπρος-πίσω μπρος-πίσω μουρμουρίζοντας διάφορες προσευχές και ασυναρτησίες για τον καιρό και την τιμή του γάλακτος και των αβγών, για τη μεγάλη πόλη της Βαβυλώνας και τον Απολλυών και τους αγγέλους, που έπεφταν σαν αστέρια κι αστραπές στους ωραίους κήπους της Βαβέλ με τις πετούνιες και τα τριαντάφυλλα και τους άγριους τόπους του πειρασμού και της πείνας, για τον άνθρωπο που έριξαν στη θάλασσα νεκρό και ζωντανό και περιτυλιγμένο από φλόγες ουράνιες σαν ζωής σάβανο και άγκυρα και φτέρωμα και κύματα να ψάλλουν άσματα πένθιμα και ιλαρά, για τη γένεση νέων τόπων κογχυλιών και κοράλλων ―ώσπου επιτέλους κατέληξε σ’ ένα παραλήρημα γλωσσών, όπου λέξεις έρρεαν απ’ το στόμα άμορφα και συγχυσμένα σαν νερό και σαν γλώσσες φωτιάς δίχως νόημα και χωρίς συνέχεια ούτε ένα σύμφωνο χειλέων και ύψωσε το χέρι απελπισμένα να σχίσει το πέπλο του σκότους και το έχωσε βαθιά-βαθιά μέσα στις φλόγες ώς τον αγκώνα ώς το κόκκαλο να ξεριζώσει κάτι κρυμμένο και αιώνιο και ούρλιαξε, ούρλιαξε για ώρα πολλή και σώπασε.
Και η θάλασσα τραβήχτηκε πίσω.
✺
Ήταν ώρα. Άπλωσε και πήρε το ημερολόγιο. Δειλά. Το χέρι που έδωσε στις φλόγες καταρρέει ―ένα κούτσουρο μισοκαμένο. Δεν έχει πολύ χρόνο. Η πρώτη σελίδα. Η πρώτη σελίδα. Σιγά-σιγά, σαν ένα παιδάκι που μόλις τώρα μαθαίνει να διαβάζει, άνοιξε το στόμα: «Λέγε με Ισμαήλ…».
Γούρλωσε τα μάτια, κι ένα βαθύ γέλιο ανέβηκε από το λαρύγγι του ώς τον ουρανό. «Α, ρε μπασταρδάκο…», ψέλλισε. «Είχες χιούμορ…», και έστρεψε τα μάτια προς τον ουρανό· «Είχες χιούμορ…».
Η θάλασσα έχει κατευνάσει. Ούτε ένα κύμα δεν υψώνεται. Ο ουρανός, τεντωμένος σαν πάπυρος, έχει μαζευτεί. Η φωτιά στεριώνεται ―μια στήλη ακίνητου φωτός, ένα κερί μπροστά στο πρόσωπο της ύπαρξης… Οι αυλές των ματιών του άδειασαν, ησύχασαν. Οι bailaoras απόκαμαν απ’ τον χορό· μαζεύουν τα φουστάνια τους, μαζεύουν και τα μαλλιά τους. Όλος ο κόσμος έχει χαθεί μέσα στα χέρια μιας αόριστης ένωσης νερών και ουρανών στο μεγαλείο του σκότους. Μόνο το σκοτάδι, μόνο η φωτιά, μόνο το βιβλίο απομένουν. Κι εκείνος.
Ανοίγει το στόμα να πει κάτι. Κενό. Κενό από λέξεις, κενό από σάλιο. Γεύεται κάποια από τα δάκρυα που λιμνάζουν γύρω απ’ τα χείλη του και κάνει μ’ αυτά εκείνη την όμορφη λέξη, τη λέξη σωτηρία του ανθρώπινου γένους: «Συγγνώμη…». Σηκώνει το κεφάλι και ψιθυρίζει ξανά, σκουντουφλώντας στην πρώτη συλλαβή: «Συγγνώμη…».
Φέρνει το πιστόλι κοντά του και συνεφέρνει ―όσο γίνεται― τον εαυτό του. Καθαρίζει τον λαιμό του και ξαναδιαβάζει την πρώτη γραμμή. Με δυνατή και σταθερή φωνή ―όσο μπορεί, όσο μπορεί― λες και όλος ο κόσμος ―γη κι ουρανός, θάλασσα κι αστέρια, γυναίκες που χορεύουν, άντρες που γελούν, παιδιά που παίζουν― αναστήθηκε, στάθηκε και σώπασε για ν’ ακούσει:
Λέγε με Ισμαήλ…
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
