Άρωμα μανταρινιού

Της Μαίρης Φραϊδάκη
Το κρύο σέρνεται μέσα από τις σχισμές των παραθύρων σαν αθόρυβος κλέφτης και της σηκώνει τα βλέφαρα. Οι κουβέρτες δεν αρκούν για να καλύψουν την παγωνιά που έχει σκεπάσει το δωμάτιο. Τα αντικείμενα στον χώρο λιγοστά, νιώθουν όλα τους το πρωινό νότισμα. Η Δώρα σηκώνεται ανόρεχτα από το κρεβάτι, βλαστημώντας τον Ηλία που δεν έκανε τίποτα για να καλύψει τα κενά στα κουφώματα. «Τι περιμένει, ήθελα να ’ξερα», μονολογεί. Στρώνει βιαστικά το κρεβάτι και πιάνει τη χοντρή ζακέτα για να κουκουλωθεί. Ανοίγει το παντζούρι κοιτάζοντας επιδεικτικά τις ακάλυπτες τρύπες. Η μυρωδιά, από το διπλανό οικόπεδο, όπου πετούν όλοι τα σκουπίδια τους, φτάνει μέχρι τα σωθικά της, ζαλίζοντάς την. «Ωραία», λέει με μια δόση αηδίας στο πρόσωπο και νιώθει ότι το σύμπαν της στέλνει ένα μήνυμα και για τη σημερινή μέρα. «Καλά πάμε». Κλείνει το παράθυρο και κατευθύνεται στην κουζίνα. Η τουαλέτα είναι κατειλημμένη και το ξέρει. Ο βασιλιάς κάθεται στον «θρόνο» του. «Ας του φτιάξω καφέ μη βγει και παραπονούμενος», σκέφτεται. Όσο για τη δική της φυσική ανάγκη, θα καλυφθεί, όταν ο βασιλιάς μαζέψει το σκήπτρο-κινητό του και σύρει τα βαριά του βήματα στην κουζίνα. Τότε θα μπορέσουν να πάρουν σειρά και οι σκλάβοι.
Βάζει το νερό στο μπρίκι μηχανικά και βγάζει τις φρυγανιές από το ντουλάπι. Κοιτάζει το ψυγείο και συνειδητοποιεί ότι είναι πιο άδειο και από τη ζωή της. Το φως του ανάβει μόνο για να φωτίσει την απουσία. Έχει λαϊκή σήμερα. Πρέπει να πάει. Να πάρει ίσως φρούτα και λίγα χόρτα. Να τα κάνει γιαχνί. Αν είχε λεφτά για κρέας, θα το έκοβε κομματάκια τσιγκούνικα να φτάσει για δυο μέρες ακόμη. Αλλά πού κρέας. Κάνει να κοιτάξει το πορτοφολάκι της. «Αμ, δε με βλέπω να πηγαίνω παρά για να πάρω τον αέρα μου», μονολογεί κουνώντας το κεφάλι της. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στην κουζίνα ο Ηλίας άκεφα. «Τι μουρμουρίζεις;» ρωτάει δίχως καν να την κοιτάζει. «Λέω, δεν ξέρω τι θα πρωτοπάρω σήμερα από τη λαϊκή με τα φραγκοδίφραγκα που έχω στο πορτοφόλι μου». Το πρόσωπο του Ηλία σκοτεινιάζει: «Καλημέρα και σε σένα», της λέει. «Ναι, αλλά το μεσημέρι θα ρωτάς τι καλό έφτιαξα», του απαντά σταυρώνοντας τα χέρια και χτυπώντας το πόδι νευρικά στο πάτωμα. Βγάζει από την τσέπη του και πετάει πάνω στο τραπέζι δέκα ευρώ. «Ω, ευχαριστώ. Αυτό σίγουρα σου εξασφάλισε ένα βασιλικό γεύμα», δεν χάνει την ευκαιρία να ξαναπάρει τον λόγο η Δώρα. Ακούει πίσω της τον καφέ να χύνεται και τρέχει βρίζοντας να σηκώσει το μπρίκι. Όταν γυρίζει το βλέμμα της, ο Ηλίας δεν είναι εκεί. «Θα πήγε να πάρει πρωινό στη Μεγάλη Βρετανία», λέει πικρόχολα. «Άει στον διάολο».
Πηγαίνει στην τουαλέτα να πλυθεί. Φοράει το παντελόνι της και ένα ξεχειλωμένο πουλόβερ. Ψάχνει για κάλτσες. Προτιμάει τις μάλλινες, αλλά δεν τις έχει πλύνει. Στραβομουτσουνιάζει. Πάνω που πάει να βάλει τις λεπτές, βλέπει δύο μάλλινες, όχι ζευγάρι αλλά παρόμοιες. Κάνει τον σταυρό της και τις φοράει βιαστικά. «Δεν βαριέσαι. Δεν πάω για νύφη», κάνει και σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, καθώς κατευθύνεται προς την πόρτα. Την ανοίγει και φεύγει.
Τα κλειδιά τρεμοπαίζουν στην παλάμη, η τσάντα γλιστρά. Τη σηκώνει χωρίς να επιβραδύνει το βήμα. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που όσο και αν εγκαταλείψουν τον εαυτό τους, τα βλέμματα δεν σταματούν να στρέφονται πάνω τους. Έχει μια ομορφιά ατόφια, που βγαίνει από την ψυχή και δίνει δύναμη στα μάτια και φτερά στα πόδια, όταν βαδίζει στους δύσκολους δρόμους που η ίδια επέλεξε στη ζωή. «Θηλυκό από τα λίγα», όπως έλεγε για εκείνη ο Ηλίας, στην αρχή που γνωρίστηκαν και έγιναν ζευγάρι. Τότε. Πριν αφήσει τα πάντα στους ώμους της. Και ήταν πολλά. Που τη λύγιζαν, μα εκείνη δεν έσπαζε. Η δύναμή της ήταν πάντα η κατάρα της.
Φτάνει στη λαϊκή. Διατρέχει με το βλέμμα τους πάγκους. Κόσμος σήμερα, πολύς. Βλέπει τις τιμές και ντρέπεται. Την πιάνει κατήφεια. «Παναγιά μου, τι θα πάρω με τα ψίχουλα που έχω;», συλλογίζεται. Τριγυρνά με γουρλωμένα μάτια. Οι φωνές και οι προσκλήσεις από όλους τους πάγκους την έλκουν, αλλά την απωθούν οι τιμές. «Έλα γλυκιά μου να πάρεις το μανταρίνι το γλυκό, το μέλι. Ούτε κουκουτσάκια να πνιγείς. Μόνο γλύκα. Σαν και σένα», της λέει και την κοιτάζει, όπως όλες τις γυναίκες στις οποίες θα ξεστομίσει σήμερα την ίδια ατάκα, ο άντρας που στέκεται πίσω από τον πάγκο. Αποφασισμένη να μην αγοράσει για την ώρα, του κάνει νόημα με το χέρι της ότι δεν θέλει τη σακούλα που της έχει βάλει μπροστά. «Ό,τι θέλεις, γλύκα μου. Σκέψου το. Ο Λευτέρης είναι πάντα εδώ».
Προχωράει παρακάτω, αλλά δεν μπορεί να βγάλει τα μανταρίνια από το μυαλό της. Οι φωνές δυναμώνουν στο κεφάλι της, αλλά δεν μπορούν να νικήσουν το αγαπημένο της φρούτο. Θυμάται, όταν ήταν μικρή, που έκλεβε με τον αδερφό της μανταρίνια από τον περίβολο της εκκλησίας και ο παπα-Βαγγέλης τους κυνηγούσε με τη μαγκούρα. Πήγαιναν τότε σε μια οικοδομή. Ανέβαιναν τρέχοντας και γελώντας στον πιο ψηλό όροφο και έβγαζαν να μοιράσουν και να απολαύσουν τα υπάρχοντά τους. Στον αδερφό της δεν άρεσαν ιδιαίτερα τα μανταρίνια, αλλά δεν θα έμενε και χωρίς λάφυρα. Η Δώρα ξεφλούδιζε τις «μαγικές μπάλες» και έτρωγε αργά και βασανιστικά, απολαμβάνοντας κάθε μπουκιά και νιώθοντας στον λαιμό της την ξινή και ταυτόχρονα γλυκιά τους γεύση. Όλη την ημέρα τα νύχια της μύριζαν μανταρινίλα και αυτό της άρεσε πολύ. Ένιωθε ότι αυτό ήταν το άρωμά της. Ένα μικρό χαμόγελο της ξεφεύγει. Περνά το δέρμα και φτάνει ως την ψυχή της με τη μορφή φωτός.
Γνωρίζοντας ότι, αν έπαιρνε τα μανταρίνια, σίγουρα δεν θα είχε τίποτα να φτιάξει το μεσημέρι στον Ηλία, γυρίζει απότομα και ξαναπηγαίνει στον πάγκο με τα μανταρίνια. Δεν αφήνει περιθώριο στον άντρα να της μιλήσει, ενώ εκείνος ψευτοφλερτάρει όπως πριν. «Τρία κιλά», του λέει μόνο. «Και γρήγορα». Παίρνει τα ρέστα και τη σακούλα και με αποφασιστικό βλέμμα στρέφεται προς την άλλη πλευρά. Βαδίζει κοφτά. Φτάνει στη στάση των λεωφορείων. Αγοράζει ένα εισιτήριο από το περίπτερο που βρίσκεται δίπλα.
Ανεβαίνει στο πρώτο λεωφορείο που περνά. Δεν ξέρει καν πού πηγαίνει. Προσπαθώντας να καθίσει, χτυπά με τη σακούλα της τον κύριο που κάθεται δίπλα της. «Σιγά, κυρία μου», της λέει ο ηλικιωμένος άντρας και ανακάθεται. Εκείνη δεν τον κοιτά καν. Μετά από μερικές στάσεις σηκώνεται. Όχι όμως για να κατέβει. Πάει να καθίσει σε μια άλλη θέση και, καθώς περνά δίπλα από μια νεαρή γυναίκα, τη χτυπά με τη σακούλα. Αυτήν τη φορά το κάνει επίτηδες. Η κοπέλα σφίγγει τα χείλη, γυρίζει τον ώμο της και καρφώνει το βλέμμα στο παράθυρο. «Τζίφος», σκέφτεται η Δώρα. «Από αυτήν εδώ τη σακούλα θα μαρτυρήσουν πολλοί σήμερα. Όπως κάνω κάθε μέρα κι εγώ. Για να δούμε ποιο θα είναι το επόμενο θύμα μου», σκέφτεται πονηρά και αφήνει τη σκέψη να απλωθεί στο πρόσωπό της.
Ο πρώτος γερός τσακωμός δεν αργεί να έρθει με βρισιές και σπρωξιές.
-«Κοίτα μπροστά σου βρε ζώο!».
-«Σιγά μαντάμ, πώς κάνετε έτσι. Μια σακούλα με μανταρίνια είναι».
Η Δώρα σφίγγει τη σακούλα. Στις άκρες των χειλιών της ανεβαίνει ένα αδιόρατο χαμόγελο.
-«Άμα σου τη ρίξω στο κεφάλι», λέει ο αγανακτισμένος άντρας «θα σου πω εγώ τι είναι. Άντε να χαθείς, βούρλο».
Η Δώρα κατεβαίνει από το λεωφορείο βρίζοντας και χειρονομώντας. Εκτονώνεται, αλλά δεν νιώθει καλύτερα. Σέρνει τα βήματά της προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κοιτά τη σακούλα και βγάζει ένα μανταρίνι να φάει. Αγγίζει τα δάχτυλα στη μύτη. Η μανταρινίλα έντονη στα νύχια. Κοιτά δεξιά και αριστερά τον κόσμο που βηματίζει βιαστικός χωρίς να βλέπει τίποτα μπροστά του. Εκείνη στέκεται και τους παρατηρεί. Δεν έχει πουθενά καλύτερα να πάει. Το τώρα είναι το μόνο που έχει. Και εκείνη η σακούλα με τα μανταρίνια.
Ένας τύπος που βγάζει φωτογραφίες την πλησιάζει. Ξένος. «Photo, photo», της λέει. «Τι θέλεις βρε διάολε. Απ’ όλο τον κόσμο εμένα βρήκες;». «Please», επαναλαμβάνει ο άντρας. «Βρε ουστ», τον σπρώχνει εκείνη. Περπατά ώρα πολλή. Έχει μεσημεριάσει και πριν το καταλάβει βρίσκεται ξανά στη λαϊκή. Οι πωλητές έχουν ξεπουλήσει και ό,τι έχει απομείνει βρίσκεται πεσμένο στο έδαφος ή σε κάτι κασόνια. Όσο οι λαϊκατζήδες μαζεύουν, άνθρωποι-φαντάσματα πέφτουν σαν αρπακτικά να πάρουν ό,τι μπορούν. Το μάτι της πέφτει σε μια γυναίκα· δεν φαίνεται πάνω από είκοσι. Με ένα μωρό στην αγκαλιά και ένα στο χέρι, δυσκολεύεται να πάρει κάτι και γι’ αυτούς. Και τα δυο της χέρια είναι κατειλημμένα. Όποτε κάνει να αφήσει το παιδί που είναι σε ηλικία που περπατά, αυτό τρέχει να φύγει. Βλέπει τους άλλους να παίρνουν τα φρούτα και τα λαχανικά και τους κοιτά με μάτια βουρκωμένα.
Η Δώρα, καταλαμβάνεται από παροξυσμό. Πέφτει και κείνη τώρα πάνω στους άλλους και παίρνει ό,τι μπορεί να λεηλατήσει, χώνοντάς το στη σακούλα με τα μανταρίνια. «Πίσω και σ’ έφαγα ρε μαλάκα», λέει σε έναν άντρα που κάνει να τη σπρώξει. Μαζεύει πατάτες, μαρούλια, μήλα, καρότα και δυο αγγούρια. Το τοπίο ξεκαθαρίζει τώρα από τους εισβολείς. Το μάτι της πέφτει στον ψαρά. Τον πλησιάζει και του λέει: «Δώσε μου, ρε αγόρι μου, λίγο ψαράκι για τα παιδάκια μου. Να χαρείς ό,τι αγαπάς». Εκείνος την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω και κουνώντας το κεφάλι, της λέει ήρεμα: «Εδώ είναι ό,τι έχει περισσέψει. Πάρ’ το και άντε στο καλό». Η Δώρα βάζει και τα ψάρια, κάτι κούτσικα, στη σακούλα και ξεμακραίνει. Έπειτα, ψάχνει με το βλέμμα της τη νεαρή γυναίκα με τα παιδιά. Τη βρίσκει. Η νεαρή φεύγει πιασμένη χέρι-χέρι με το μικρό αγόρι που κρατά ένα μαρούλι, σαν να είναι μπουκέτο με λουλούδια.
Τρέχει να την προλάβει. «Ε, εσύ με τα παιδιά», της λέει «πάρε και αυτά» και της τείνει τη σακούλα. Η νεαρή γυναίκα σκουπίζει τα μάτια στον ώμο, σφίγγει το μωρό, διστάζει πάνω από το καφάσι, κοιτά τη σακούλα της Δώρας. Δεν ξέρει τι να πει. Προσπαθεί να κρύψει το πρόσωπό της στην αγκαλιά του μωρού της, καθώς οι λυγμοί της το τρομάζουν και ξεκινά το κλάμα. Η νέα γυναίκα συνέρχεται λίγο. «Και συ; Κράτα κάτι και για σένα», λέει με ενδιαφέρον. «Βρε άσε με εμένα», απαντά η Δώρα. «Εγώ δεν έχω στόματα να θρέψω. Μόνο εμένα έχω». «Τότε κράτα κάτι και για σένα», συνεχίζει η νεαρή γυναίκα χαμογελώντας τώρα δειλά. «Εδώ μένουμε», συμπληρώνει και δείχνει πίσω της. «Έλα να κάνουμε τη μοιρασιά».
Η Δώρα ακολουθεί κρατώντας τη σακούλα. Το σπίτι μοιάζει εγκαταλελειμμένο, αν και έχει πόρτα. Η κουζίνα φτωχική. Ένα διπλό κρεβάτι και μια πόρτα που λογικά οδηγεί στην τουαλέτα. Η μυρωδιά της μούχλας τρυπά τα ρουθούνια της, φτάνοντας μέχρι την καρδιά της, σκίζοντάς την. «Μωρέ δυστυχία που κρύβεται στον κόσμο», ψελλίζει αφήνοντας τη σακούλα πάνω στο τραπέζι με τον μουσαμά. «Καλό το παλατάκι σου», λέει ειρωνικά. «Έχει και πρίγκιπα το παραμύθι;». «Μόνη μου μένω με τα παιδιά. Ένα σπίτι γεμάτο ορφανά», απαντά χαμηλώνοντας τη φωνή της και κοιτάζει τα παιδιά της τρυφερά. «Κάθισε», λέει σχεδόν παρακλητικά. «Δεν έχουμε πολλά. Να σου ψήσω καφέ;». Η Δώρα θυμώνει με την εξαθλίωση του κόσμου ετούτου. Τσαντίζεται. Νιώθει ότι δεν μπορεί να υπομείνει τον πόνο που της προκαλεί η δυστυχία της κοπέλας και των παιδιών, που φορούν ρούχα παράταιρα σαν ξένα. Για λίγο νιώθει σαν να σηκώνει στους ώμους της το βάρος της ανέχειας των ανθρώπων όλου του κόσμου. «Ποιος μωρέ αποφασίζει τι θα φοράω και πού θα μένω; Αχ! Και να τον έβρισκα. Σακάτη θα τον καταντούσα», σκέφτεται και σηκώνεται απότομα αναποδογυρίζοντας τη σακούλα στο τραπέζι. Η κοπέλα τρομάζει. Η Δώρα χώνει βιαστικά λίγα πράγματα στη σακούλα και κάνει να φύγει. Κοντοστέκεται μπροστά σε αυτό που αποκαλείται πόρτα. «Καλή υπομονή», φωνάζει υψώνοντας τη γροθιά της και φεύγει.
Τώρα παρακολουθεί τα συνεργεία του Δήμου να μαζεύουν ό,τι έχει απομείνει στον χώρο της λαϊκής. Σκύβει το κεφάλι και παίρνει τον δρόμο με τα πόδια μέχρι το σπίτι. Μόλις φτάνει, υψώνει το βλέμμα και αντικρίζει το δικό της φτωχικό. Σέρνει την πόρτα που με ένα τρίξιμο ανοίγει και μπαίνει. Έπειτα σιωπή. Αφήνει τη σακούλα και παίρνει ένα μανταρίνι. Το ξεφλουδίζει κοντά στο πρόσωπό της για να νιώσει την αίσθηση της δροσιάς από τα ζουμιά που πετάγονται. «Κρέμα προσώπου μανταρίνι. Ποιος τη χάρη μου», μονολογεί και χαμογελά. «Ας ετοιμάσουμε κάτι για τον βασιλιά, μη μας στείλει στην πυρά», λέει και ξεκινά να μαγειρεύει.
Μόλις που κλείνει το μάτι της κουζίνας, εμφανίζεται εκείνος. «Καλώς τον Ηλία τον κουβαλητή», λέει περιπαιχτικά, βλέποντάς τον να μπαίνει με σκυμμένους ώμους. «Όρεξη έχεις;» της αντιγυρίζει αυτός. «Έχει τίποτα να φάω;». «Εννοείται, έχεις και ρέστα από τα πρωινά» συνεχίζει κουνώντας το κεφάλι της. «Τι καταλαβαίνεις τώρα; Θα αρπαχτούμε;» υψώνει εκείνος τη φωνή, αγριοκοιτάζοντάς την. «Όχι βέβαια. Όλα καλά. Κάτσε να ξεσβερκωθείς».
Την ώρα που εκείνος τρώει, η Δώρα τον περιεργάζεται με προσοχή. «Τι κοιτάς;», τη ρωτά με άξεστο ύφος. «Τι ωραίος που είσαι, όταν τρως», λέει εκείνη χαμογελώντας. «Μήπως αποφάσισες να πιάσεις καμιά δουλειά να δούμε προκοπή εδώ μέσα;», συνεχίζει σταυρώνοντας τα χέρια της, έτοιμη για καβγά. «Δεν είναι καλή περίοδος», απαντά εκείνος σχεδόν ψιθυριστά, χαμηλώνοντας το κεφάλι. «Γιατί είναι ο Ερμής ανάδρομος;» ρωτά η Δώρα σουφρώνοντας θεατρικά τα χείλη. «Όχου, άσε με να φάω με την ησυχία μου», λέει και τρώει σκυφτός.
Εκείνη τον κοιτάζει να κατεβάζει λαίμαργα τις μπουκιές και μια γεύση πικρή ανεβαίνει στο στόμα της. «Τι κάνω εγώ εδώ; Γιατί;». Θυμάται τη νεαρή γυναίκα με τα παιδιά. Νιώθει ότι δεν υπάρχει τίποτα να την κρατά. Μένει λίγο μετέωρη και ύστερα απότομα σηκώνεται. Παίρνει τη σακούλα που είχε προηγουμένως αδειάσει, βάζει μέσα τα μανταρίνια και κατευθύνεται στο δωμάτιο. Ρίχνει πάνω από τα μανταρίνια εσώρουχα και λίγα ρούχα, όσα δηλαδή χωράνε και πηγαίνει στην πόρτα. «Αντίο», λέει αποφασιστικά πριν ανοίξει την πόρτα. «Τι; Φεύγεις;», ρωτά εκείνος ξαφνιασμένος, διακόπτοντας το φαγητό του. «Δεν περισσεύει άλλος χειμώνας να σου διαθέσω», λέει αργά και καθαρά η Δώρα, τονίζοντας κάθε λέξη, σαν να μιλά σε παιδί και κλείνει πίσω της την πόρτα. Κατηφορίζει τον δρόμο κρατώντας σφιχτά τη σακούλα στο χέρι.
Περιπλανιέται, χωρίς να ξέρει τι όνομα έχει αυτό που ψάχνει. Ξέρει σίγουρα τι δεν μπορεί άλλο να ανεχτεί. Δεν βαστάει άλλο τη μιζέρια, την εναπόθεση της ελπίδας στο αύριο. Πού να πάει; Η πυξίδα ραμμένη πάνω της, δείχνει μέσα της. Η βελόνα δεν τρεμοπαίζει. Έχει σταθεροποιηθεί.
Η νύχτα τη βρίσκει ακόμη έξω. Το στομάχι γουργουρίζει, η ανάσα της βγαίνει σε μικρές ριπές. Χωρίς να το καταλάβει, φτάνει στο σπίτι της αδερφής της. Χτυπά το κουδούνι. Ανεβαίνει. «Ποιος καλός άνεμ…», η αδερφή της σταματά, μόλις την αντικρίζει με τη σακούλα στο χέρι. Παραμερίζει, καλώντας την να περάσει. Χωρίς να ρωτήσει πηγαίνει στην κουζίνα και της βάζει να φάει. «Μπορώ να μείνω λίγες μέρες;» ρωτά η Δώρα με σταθερή φωνή. «Όσες θέλεις», απαντά η αδερφή της και της χαϊδεύει τα μαλλιά. «Στον παρακάτω δρόμο, στην καφετέρια του Αντρέα ψάχνουν σερβιτόρα», την ενημερώνει. Τα χείλη της Δώρας τραβιούνται σε κάτι που μοιάζει με χαμόγελο. Σηκώνεται. «Πάω μια βόλτα. Σε μια ώρα θα είμαι πίσω». Η αδερφή της αφήνει στο τραπέζι δυο κλειδιά. Η Δώρα τα παίρνει κουνώντας το κεφάλι.
Βγαίνει και πάλι στον δρόμο. Θέλει να χαρεί τις επιλογές. Τις καινούριες. Τις μη καμωμένες. Αυτές που περίμεναν καιρό και αυτές που σε λίγο θα έρθουν, αυτές που θα δημιουργήσει. Ο αέρας δροσίζει το πρόσωπό της και ένα άρωμα μανταρινιού απλώνεται γύρω της, σαν μια υπόσχεση παλιά πως όλα θα γίνουν καλύτερα.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
