Σκέψεις CultArt: La Haine

Η ταινία La Haine (1995) του Mathieu Kassovitz δεν είναι απλώς μια ταινία για τα γαλλικά προάστια· είναι μια κραυγή παγωμένη στον χρόνο, ένα ασπρόμαυρο χρονικό οργής που αρνείται να γεράσει. Γυρισμένη με την αισθητική της ντοκιμαντερίστικης αλήθειας αλλά δομημένη σαν αρχαία τραγωδία, η ταινία παρακολουθεί είκοσι τέσσερις ώρες από τη ζωή τριών νεαρών ανδρών –του Vinz, του Saïd και του Hubert– μετά από μια νύχτα εξέγερσης σε ένα υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. Η αφορμή είναι η αστυνομική βία: ένας φίλος τους, ο Abdel, χαροπαλεύει μετά από άγριο ξυλοδαρμό από την αστυνομία. Η αιτία όμως είναι βαθύτερη, σχεδόν μεταφυσική: η αίσθηση ότι ο κόσμος έχει ήδη αποφασίσει γι’ αυτούς, πριν καν προλάβουν να μιλήσουν.
Η πλοκή είναι λιτή, σχεδόν αναιμική από άποψη γεγονότων. Οι τρεις φίλοι περιφέρονται άσκοπα, πρώτα στο προάστιο και έπειτα στο κέντρο του Παρισιού. Συζητούν, καυγαδίζουν, αστειεύονται, προκαλούν, ταπεινώνονται. Ένα όπλο που χάνεται από έναν αστυνομικό και πέφτει στα χέρια του Vinz λειτουργεί ως συμβολικός πυροκροτητής: η πιθανότητα της βίας μετατρέπεται σε εμμονή, σε φαντασίωση δύναμης για κάποιον που δεν είχε ποτέ καμία. Όμως το La Haine δεν ενδιαφέρεται για την κορύφωση με την παραδοσιακή έννοια. Η ταινία κυλά σαν εκκρεμές, μέχρι την τελική, μοιραία ακινησία.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή, ο Kassovitz μάς προσφέρει το περίφημο «ανέκδοτο» που θα στοιχειώσει ολόκληρη την αφήγηση: ένας άνθρωπος πέφτει από έναν ουρανοξύστη και, καθώς περνά από κάθε όροφο, επαναλαμβάνει «μέχρι εδώ καλά είμαστε». Το νόημα δεν βρίσκεται στην πτώση, αλλά στην πρόσκρουση. Δεν έχει σημασία πώς πέφτεις· σημασία έχει πώς προσγειώνεσαι. Αυτή η φράση λειτουργεί ως φιλοσοφικός άξονας της ταινίας, ως προοικονομία αλλά και ως κοινωνικό σχόλιο. Οι ήρωες του La Haine βρίσκονται ήδη σε πτώση: οικονομική, κοινωνική, υπαρξιακή. Κι όμως, επιμένουν –ή αναγκάζονται– να λένε στον εαυτό τους ότι «μέχρι εδώ καλά είμαστε», γιατί η παραδοχή της επικείμενης σύγκρουσης θα σήμαινε παράλυση.
Σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, η ταινία είναι μια ανελέητη καταγγελία της θεσμικής βίας και της δομικής ανισότητας. Τα προάστια παρουσιάζονται όχι ως γεωγραφικός χώρος, αλλά ως κατάσταση ύπαρξης. Είναι ζώνες αποκλεισμού, όπου το κράτος εμφανίζεται μόνο με τη μορφή της αστυνομίας και όπου η ταυτότητα –εθνική, φυλετική, ταξική– γίνεται στίγμα. Ο Vinz, Εβραίος· ο Saïd, Άραβας· ο Hubert, μαύρος. Τρεις διαφορετικές καταγωγές, μία κοινή μοίρα: η αορατότητα. Η Γαλλική Δημοκρατία της ισότητας και της αδελφοσύνης μοιάζει να σταματά στην περιφερειακή οδό.
Ο Kassovitz δεν εξιδανικεύει τους ήρωές του. Είναι συχνά επιθετικοί, σεξιστές, αυτοκαταστροφικοί. Όμως ακριβώς εκεί έγκειται η πολιτική δύναμη της ταινίας: αρνείται να τους μετατρέψει σε «καλά θύματα». Η βία τους δεν δικαιολογείται, αλλά ερμηνεύεται ως προϊόν ενός συστήματος που τους έχει στερήσει κάθε ειρηνικό τρόπο διεκδίκησης νοήματος. Όταν ο Vinz φαντασιώνεται ότι θα σκοτώσει έναν αστυνομικό για εκδίκηση, δεν το κάνει μόνο από μίσος· το κάνει από την ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του ότι υπάρχει, ότι μπορεί να αφήσει ένα ίχνος, έστω αιματηρό.
Υπαρξιακά, το La Haine είναι μια ταινία για τον χρόνο που δεν προχωρά. Τα ρολόγια που εμφανίζονται στην οθόνη υπογραμμίζουν ειρωνικά μια ακινησία: οι ήρωες δεν βαδίζουν προς το μέλλον, απλώς παρατείνονται στο παρόν. Δεν ονειρεύονται· επιβιώνουν. Ο Hubert, ο πιο στοχαστικός από τους τρεις, θέλει να φύγει, να ξεφύγει από τον κύκλο. Όμως ακόμα κι αυτό το όνειρο μοιάζει αφηρημένο, σχεδόν αδύνατο. Η κοινωνία δεν τους επιτρέπει να φανταστούν μια άλλη ζωή, μόνο μια άλλη εκδοχή της ίδιας αποτυχίας.
Το «ανέκδοτο» της πτώσης επιστρέφει στο τέλος, όταν η πρόσκρουση γίνεται πραγματική. Η τελευταία σκηνή, από τις πιο σπαρακτικές στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, δεν προσφέρει κάθαρση. Προσφέρει σιωπή. Έναν πυροβολισμό. Και μια φράση που αιωρείται: «Το σημαντικό δεν είναι η πτώση, αλλά η προσγείωση». Εκεί καταρρέει η ψευδαίσθηση. Εκεί αποκαλύπτεται ότι το «μέχρι εδώ καλά είμαστε» δεν ήταν αισιοδοξία, αλλά άμυνα. Ένας μηχανισμός για να αντέχεται το αναπόφευκτο.
Σε τελική ανάλυση, το La Haine είναι μια αλληγορία όχι μόνο για τις ζωές των τριών πρωταγωνιστών, αλλά για τις ζωές όλων των μη προνομιούχων. Για όλους όσοι μαθαίνουν να ζουν σε πτώση, να βαφτίζουν την επιβίωση επιτυχία και την απουσία θανάτου ευτυχία. Ο κυνισμός της ταινίας δεν είναι μηδενιστικός· είναι προειδοποιητικός. Μας λέει ότι μια κοινωνία μπορεί να αγνοεί τους «από κάτω» μόνο για ένα διάστημα. Κάποια στιγμή, η πρόσκρουση θα έρθει. Και τότε δεν θα αφορά μόνο εκείνους που έπεφταν, αλλά και εκείνους που κοίταζαν από ψηλά και έλεγαν, με την ίδια ψευδαίσθηση ασφάλειας: «μέχρι εδώ, καλά είμαστε».
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
