Σκέψεις CultArt: Το τελευταίο Σημείωμα

Η ταινία Το τελευταίο σημείωμα του Παντελή Βούλγαρη που αφορά στην εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, μετατρέπει το ιστορικό αυτό γεγονός σε στοχασμό πάνω στην αξιοπρέπεια, την ηθική επιλογή και την έννοια της συλλογικής ευθύνης. Οι πρόσφατες φωτογραφίες από εκείνη την εκτέλεση που βγήκαν στη δημοσιότητα –πρόσωπα γαλήνια, βλέμματα καθαρά, σώματα που βαδίζουν προς τον θάνατο με απροσδόκητη σταθερότητα– λειτουργούν ως σιωπηλές μαρτυρίες ενός θάρρους που δεν επιζητεί τον ηρωισμό, αλλά τον πραγματώνει.
Στην ταινία ο Βούλγαρης αποφεύγει τον μελοδραματισμό. Η κάμερά του στέκεται με σεβασμό πάνω στα πρόσωπα και τους χαρακτήρες των μελλοθάνατων. Δεν τους εξιδανικεύει ως υπερανθρώπους, αντίθετα τους παρουσιάζει ως ανθρώπους με συναισθήματα, μνήμη, νοσταλγία. Κι όμως, μέσα από αυτήν τη γήινη απλότητα, αναδύεται κάτι υψηλότερο, που δεν είναι άλλο από τη συνειδητή επιλογή να μην προδώσουν τις ιδέες και τους συντρόφους τους. Η θυσία δεν προκύπτει ως παρόρμηση, αλλά ως ώριμη απόφαση και στάση ζωής.
Στον πυρήνα της αφήγησης δεσπόζει η μορφή του Ναπολέων Σουκατζίδη, του διερμηνέα στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Η ψυχοσύνθεσή του είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της ταινίας. Βρίσκεται σε μια ενδιάμεση, σχεδόν τραγική θέση. Είναι ο άνθρωπος της γλώσσας, ο μεσολαβητής ανάμεσα στον κατακτητή και τον κρατούμενο. Η γλώσσα, που κανονικά γεφυρώνει χάσματα, εδώ γίνεται εργαλείο εξουσίας. Ο Σουκατζίδης μεταφράζει διαταγές θανάτου· κάθε λέξη που εκφέρει είναι ένα βήμα πιο κοντά στην άβυσσο.
Η κορυφαία σκηνή –όταν ο Γερμανός διοικητής τού προτείνει να εξαιρεθεί από τη λίστα των εκτελεστέων– αποκαλύπτει το μέγεθος της εσωτερικής του σύγκρουσης. Η πρόταση δεν είναι απλώς μια ευκαιρία σωτηρίας. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο: ένας πειρασμός εξατομίκευσης. Να σωθεί ο ίδιος, να επιβιώσει ως μονάδα, αποδεχόμενος ότι κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση του. Στο βλέμμα του περνά αστραπιαία ο ανθρώπινος φόβος. Δεν είναι άφοβος, έχει πλήρη συνείδηση της κατάστασης. Κι όμως, η άρνησή του δεν εκφέρεται ως ρητορική πράξη. Είναι ήσυχη, σταθερή, σχεδόν απλή. Προτιμά να μοιραστεί τη μοίρα των συντρόφων του.
Εδώ η ταινία αγγίζει το αρχαιοελληνικό τραγικό πρότυπο, όπου η ελευθερία του ανθρώπου πραγματώνεται μέσα από την αποδοχή της αναγκαιότητας. Ο Σουκατζίδης δεν είναι μάρτυρας από έπαρση, είναι άνθρωπος που δεν διανοείται να αποσπαστεί από το συλλογικό σώμα στο οποίο ανήκει. Η ταυτότητά του δεν είναι ατομική αλλά πολιτική και ηθική. Στον αντίποδα της επιβίωσης ως αυτοσκοπού, επιλέγει την αξιοπρέπεια ως ύστατη πράξη ελευθερίας.
Η ταινία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ατομική ηρωοποίηση. Αναδεικνύει τη συλλογικότητα της Αντίστασης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κρατούμενοι δεν βαδίζουν ως άτακτο πλήθος, βαδίζουν ως κοινότητα. Τραγουδούν, μοιράζονται ψωμί και βλέμματα, κρατούν ο ένας τον άλλον όρθιο. Η ιδεολογία τους –κομμουνιστές, αριστεροί αγωνιστές– δεν παρουσιάζεται ως δόγμα, αλλά ως βίωμα αλληλεγγύης. Σε μια εποχή που ο ναζισμός επεδίωκε την απόλυτη απανθρωποποίηση, εκείνοι αντιπαραθέτουν την αλληλοϋποστήριξη.
Παράλληλα, η ταινία θίγει και το σκοτεινό ζήτημα της συνεργασίας. Οι ταγματασφαλίτες, Έλληνες συνεργάτες των ναζί, εμφανίζονται όχι ως καρικατούρες αλλά ως φορείς μιας επιλογής, που δεν είναι άλλη από την προσαρμογή στην ισχύ, την ένταξη στον μηχανισμό καταστολής για λόγους ιδεολογίας, φόβου ή ιδιοτέλειας. Η στάση τους, σε αντίστιξη με εκείνη των εκτελεσμένων, είναι η αποκρυστάλλωση της ηθικής πτώσης της δεξιάς. Ενώ οι μελλοθάνατοι υπερασπίζονται μια ιδέα ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, οι συνεργάτες υπηρετούν την κατοχική εξουσία, συμβάλλοντας ενεργά στη διαιώνιση της βίας.
Στο Τελευταίο Σημείωμα ο Βούλγαρης δεν κηρύσσει, υπαινίσσεται. Μέσα από μικρές λεπτομέρειες –ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα χαμόγελο πριν την επιβίβαση στα καμιόνια– αποκαλύπτει ότι η αξιοπρέπεια είναι πράξη καθημερινή, όχι μεγαλοστομία. Το φως της Αττικής, που λούζει τις τελευταίες στιγμές των εκτελεσμένων, λειτουργεί λυτρωτικά, σαν να αρνείται η φύση να συμμετάσχει στη βαρβαρότητα.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η ταινία εγείρει το ερώτημα της ευθύνης της κοινότητας απέναντι στην Ιστορία. Πώς θυμόμαστε; Ποιους τιμούμε; Και πώς αντιμετωπίζουμε τις περιόδους όπου η κοινωνία διχάστηκε; Η μνήμη της εκτέλεσης στην Καισαριανή δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο του πολέμου, είναι σύμβολο της σύγκρουσης ανάμεσα στην υποταγή και την αντίσταση, ανάμεσα στον ατομικισμό της σωτηρίας και τη συλλογικότητα της θυσίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, το έργο υπενθυμίζει ότι οι αριστεροί της Αντίστασης υπήρξαν από τους πλέον συνεπείς πολέμιους –αν όχι οι μόνοι– του ναζισμού στην Ελλάδα. Ωστόσο, η μεταπολεμική πραγματικότητα δεν τους επιφύλαξε δικαίωση. Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν την ανάσχεση της κομμουνιστικής επιρροής στην Ευρώπη, στηρίζοντας αντικομμουνιστικά καθεστώτα και δυνάμεις. Η γεωπολιτική λογική της εποχής οδήγησε σε συνεργασίες με αυταρχικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Φρανθίσκο Φράνκο στην Ισπανία, ενώ στην Ελλάδα ο εμφύλιος πόλεμος και η μετεμφυλιακή καταστολή έθεσαν στο περιθώριο πολλούς από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στην αντίσταση κατά των ναζί, ενώ αντάμειψαν με εξουσία όλους αυτούς που ήταν στις λίστες της CIA ως συνεργάτες του ναζισμού. Το γεγονός αυτό δείχνει την πραγματική ποιότητα της συμβολής των ΗΠΑ στην ήττα του Άξονα, καθώς με τη στάση τους άφησαν υπολείμματα αυτής της τερατώδους συμμαχίας να κυβερνά κράτη μέχρι και σήμερα.
Η ιστορία, βεβαίως, δεν είναι ασπρόμαυρη. Όμως η ταινία επιλέγει –συνειδητά– να φωτίσει εκείνους που στάθηκαν απέναντι στον ναζισμό με κόστος τη ζωή τους. Επιμένει στην ηθική διάσταση και όχι στα συμφέροντα των «μεγάλων». Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται η δύναμή της τελικά. Δηλαδή στο γεγονός ότι υπενθυμίζει πως, πέρα από στρατηγικές και συμμαχίες, η Ιστορία γράφεται από πρόσωπα, που σε μια κρίσιμη στιγμή, λένε «όχι». Όχι, όμως, από τα «όχι» των δικτατόρων που διώκουν, φυλακίζουν και βασανίζουν τους αριστερούς, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και που προτιμούν να παραδώσουν στους κατακτητές ναζί τους φυλακισμένους αριστερούς αντί να τους ελευθερώσουν. Όχι από αυτούς που θεωρούν μεγαλύτερη απειλή την αντίσταση από τη ναζιστική κατοχή.
Το Τελευταίο Σημείωμα δεν είναι μόνο το γράμμα που αφήνεται πίσω. Είναι το ίχνος που χαράσσεται στη συλλογική συνείδηση. Η άρνηση του Σουκατζίδη να σωθεί μόνος του μετατρέπεται σε διαχρονικό ερώτημα: τι σημαίνει να είσαι πιστός στις ιδέες σου, όταν το τίμημα είναι η ίδια σου η ζωή; Και, κατ’ επέκταση, τι σημαίνει για μια κοινωνία να αναγνωρίζει και να τιμά εκείνους που επέλεξαν την αξιοπρέπεια αντί της επιβίωσης;
Οι φωτογραφίες της εκτέλεσης, όπως και η ταινία του Βούλγαρη, δεν εξυμνούν τον θάνατο. Εξυμνούν την ελευθερία της επιλογής απέναντι στον φόβο. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς συχνά επιβάλλεται ως μοναδική λογική, η ιστορία εκείνων των διακοσίων υπενθυμίζει ότι υπάρχει και μια άλλη λογική. Η λογική της αλληλεγγύης, της συνέπειας, της αντίστασης. Και αυτή η λογική, όσο κι αν διώχθηκε μεταπολεμικά, παραμένει ζωντανή κάθε φορά που η μνήμη ανακαλεί το φως εκείνης της Πρωτομαγιάς.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
