Σκέψεις CultArt: Η Πηγή των Δακρύων

Υπάρχει ένα περίεργο, σκοτεινά αστείο παράδοξο στον πυρήνα του μυθιστορήματος «Η Πηγή των Δακρύων» του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά: ο αφηγητής, ο Πωλ Σόρενσεν, είναι ένας άνδρας που αποφασίζει να «σκοτώσει» τον πατέρα του –όχι όσο ήταν ζωντανός, αλλά αφού εκείνος έχει ήδη πεθάνει– μέσα σε μια θαμπή, σχεδόν τελετουργική στιγμή στη σιωπή της νεκροψίας. Η πράξη αυτή, ψυχρή και αινιγματική, δεν είναι απλώς ένα έγκλημα· είναι η τελική λέξη μιας σχέσης που υπήρξε σαν δηλητήριο. Ένας τρόπος να επιτεθεί κάποιος στη μνήμη που τον κυριεύει. Η αφήγηση ξεκινά από το σημείο της «έκρηξης» και έπειτα γυρίζει πίσω, αποκαλύπτοντας με σπασμωδικούς αναστροφικούς ρυθμούς το παρελθόν που οδήγησε σε αυτήν την απεγνωσμένη στιγμή –και εκεί, ανάμεσα στις γραμμές, κατοικεί η πραγματική πηγή των δακρύων.
Ο Ντυμπουά δεν γράφει ένα απλό αστυνομικό ή μια ψυχολογική «ομολογία». Το ύφος του είναι μοιραία υβριδικό: συνδυάζει το μαύρο γκροτέσκο με έναν σαρκαστικό, ελαφρώς ειρωνικό τόνο που αφήνει χώρο για μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, τα δάκρυα αποκτούν πολλαπλές σημασίες –φυσιολογική εκροή, ψυχική ρήξη, κοινωνική αποστέωση. Αν ο γιατρός-ψυχίατρος του αφηγητή, ο Φρεντερίκ Γκουζμάν, έχει μια οργανική αιτία για τα δάκρυά του (μια οφθαλμική διαταραχή που τον κάνει να δακρύζει διαρκώς), ο Πωλ εμφανίζεται με την αντίθετη πληγή: στεγνός, σκληρός, αμήχανα ανέκφραστος, σαν να φοβάται ότι κάθε δάκρυ θα τον κατακλύσει και θα τον καταστρέψει περισσότερο από οποιαδήποτε ένοχη πράξη. Η αντίθεση αυτή –ο γιατρός που αναβλύζει δάκρυα χωρίς λόγο και ο ασθενής που μοιάζει να μην ξέρει πώς να κλάψει– είναι ένα έξυπνο ηθικό και ψυχολογικό δίπολο που φωτίζει το θέμα του βιβλίου: από πού πηγάζουν τα δάκρυα και τι σημαίνουν όταν δεν έρχονται;
Στο βάθος, όμως, το βιβλίο δεν περιορίζεται στην ατομική ψυχοπαθολογία. Ο Ντυμπουά πλέκει έναν κοινωνικό μανδύα γύρω από την προσωπική ιστορία: υπάρχει μια πόλη βρεγμένη αδιάκοπα από βροχή, μια μικροκοινωνία που μοιάζει να έχει υποστεί κλιματική και ηθική «υπερπλημμύρα». Το επάγγελμα του Πωλ –σε μια βιομηχανία θανάτου, που κατασκευάζει νεκρικές κουβέρτες και σάκους– δεν είναι τυχαία επιλογή· λειτουργεί σαν καθρέφτης για μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με τον θάνατο και την απόσταση από τα συναισθήματα. Η κοινωνική σιωπή, η αποξένωση και η εισαγωγή της βιομηχανικής ψυχρότητας στις πιο ανθρώπινες στιγμές –τη φροντίδα, την κηδεία, την ανάμνηση– γίνονται στο μυθιστόρημα πεδίο κριτικής. Η σύγχρονη ζωή δημιουργεί ανθρώπους διαμελισμένους συναισθηματικά, ικανούς να ενεργούν, αλλά όχι να νιώθουν.
Η ψυχοσύνθεση του Πωλ είναι το πραγματικό αριστούργημα της αφήγησης. Μοιάζει να είναι πλασμένος από ξηρό υλικό, με έναν πυρήνα μνήμης που καίει σαν ασβεστόλιθος. Ο Ντυμπουά αναπτύσσει με λεπτή επιμονή την εσωτερική του λογική –όχι για να δικαιολογήσει, αλλά για να κατανοήσει. Ο Πωλ δεν είναι ένας ψυχοπαθής «κακός»· είναι θύμα και εν δυνάμει θύτης, συσσωρευτικός φορέας τραύματος. Η σχέση με τον πατέρα του είναι ένα παλιό κατακάθι από ταπεινώσεις βίας και συναισθηματικής στέρησης· μια τοξίνη που μεταβιβάστηκε σε γενιές, σαν οικογενειακή παράδοση. Έτσι η οργή του Πωλ δεν είναι απλά εκρηκτική, είναι επίμονη: έχει μορφή εμμονής, μια αδιάκοπη ανακύκλωση μίσους που τον διατηρεί σε κατάσταση επιβίωσης παρά ζωής.
Αλλά ο Πωλ είναι και επιμελώς αυτοσαρκαστικός. Το χιούμορ του Ντυμπουά, συχνά πικρό και κουτοπόνηρο, εμφανίζεται στην εσωτερική ετυμηγορία του ήρωα. Ο Πωλ παρατηρεί τον εαυτό του με αργή περιφρόνηση, γνωρίζοντας την αντίφαση του να αποζητά ελευθερία από την επιρροή του πατέρα και να μην μπορεί να βρει στην ελευθερία τίποτα να αντικαταστήσει το κενό. Αυτή η ειρωνεία λειτουργεί ως ψυχική άμυνα αλλά και ως βαθιά, ανθρώπινη αλήθεια. Συχνά δεν είμαστε αυτοί που νομίζουμε ότι είμαστε· είμαστε οι ιστορίες που μας έχουν ανατεθεί και οι ρόλοι που δεν τολμήσαμε να απαρνηθούμε. Η πράξη της βίας πάνω στην άψυχη σάρκα του πατέρα μοιάζει, λοιπόν, λιγότερο με λύτρωση και περισσότερο με απόπειρα αποκοπής ενός «αφεντικού» που διατηρεί την αυτονομία του ακόμα κι από τον τάφο.
Ψυχολογικά, μπορούμε να διαβάσουμε τον Πωλ μέσα από πολλές πτυχές: ο ενήλικας που δεν μπόρεσε να αναπτύξει επαρκή δεσμό, ο θυμός που έγινε προσωπική ταυτότητα, η επιθετικότητα που εκτράφηκε ως μοναδικό μέσο ανάκτησης χαμένου ελέγχου. Κοινωνικά, το μυθιστόρημα θέτει ερωτήματα για την ευθύνη του περιβάλλοντος –οικογενειακού, εργασιακού, πολιτισμικού– στη διαμόρφωση αυτών των πληγών. Ο Ντυμπουά δεν δικάζει με ωμότητα· αφήνει τον αναγνώστη να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη και να αναγνωρίσει την πιθανότητα πως η «Πηγή των Δακρύων» δεν είναι πάντα τραγωδία ενός μοναδικού προσώπου αλλά συλλογική ρωγμή.
Τέλος, το βιβλίο λειτουργεί και ως δοκίμιο για τα ίδια τα δάκρυα, για τη θλίψη –για το πότε, γιατί και πώς κλαίμε. Τα δάκρυα του γιατρού μοιάζουν αλλόκοτα και απρογραμμάτιστα· τα δάκρυα που δεν έρχονται στον Πωλ μοιάζουν σαν μια έλλειψη ορίου που οδηγεί σε βία. Ο Ντυμπουά μετατρέπει την ερώτηση «από πού προέρχονται τα δάκρυα;» σε μια πιο σύνθετη διερεύνηση: από τη βιολογία, από το τραύμα, από την κοινωνία, από την ανάγκη να δώσεις νόημα σε μια ζωή που, αλλιώς, παραμένει ασυνάρτητη.
Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που ξυπνά μαζί συμπόνια και αποστροφή. Μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε τον Πωλ χωρίς να τον απλοποιήσουμε: δεν είναι μόνο θύμα ούτε μόνο θύτης· είναι μια ανθρώπινη οντότητα που έχει μάθει να ζει με τον θρυμματισμό της ψυχής του και, στο τέλος, επιχειρεί έναν βίαιο, σχεδόν τελετουργικό, αποχρωματισμό της οικογενειακής του ιστορίας. Κι αυτό, περισσότερο από κάθε άλλη «λύση», είναι το καίριο ερώτημα που μας αφήνει –πώς απελευθερωνόμαστε από τις ιστορίες που μας καθορίζουν, χωρίς να καταλύσουμε την ίδια μας την ανθρωπιά;
«Η Πηγή των Δακρύων» είναι ένα βιβλίο που δεν φοβάται την αντίφαση: διασκεδάζει και συγκινεί, διακωμωδεί και καταγγέλλει, αμφισβητεί και αποδέχεται. Ο Ντυμπουά γράφει με την ήρεμη πυκνότητα ενός συγγραφέα που γνωρίζει πως οι πιο ισχυρές αφηγήσεις δεν λύνουν τις ψυχές· τις φωτίζουν. Και με αυτόν τον φωτισμό, ο Πωλ, με την ξηρή ψυχή και την εκρηκτική μνήμη, γίνεται ένας καθρέφτης όπου βλέπουμε όχι μόνο την καταστροφή αλλά και την πιθανότητα να ξαναμάθουμε να κλαίμε, να ξαναμάθουμε να νιώθουμε.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
