Σκέψεις CultArt: Ένα Κάποιο Κενό

Βγαίνοντας από την αίθουσα, μετά το τέλος της παράστασης «Ένα κάποιο κενό» σε σκηνοθεσία της Βαλέριας Δημητριάδου, δεν έχεις την αίσθηση ότι είδες απλώς ένα έργο. Έχεις περισσότερο την αίσθηση ότι κάποιος άνοιξε ένα συρτάρι μέσα σου που ήξερες πως υπάρχει, αλλά απέφευγες συστηματικά να τραβήξεις. Και μέσα δεν βρήκες τίποτα θεαματικό· βρήκες το τίποτα. Ένα κάποιο κενό. Όχι εκκωφαντικό, όχι δραματικό. Ένα κενό ήσυχο, σχεδόν τακτοποιημένο. Ένα κενό που έχουμε μάθει να συντηρούμε με ευλάβεια.
Η παράσταση κινείται γύρω από πρόσωπα που δεν κραυγάζουν, δεν επαναστατούν, δεν καταρρέουν θεαματικά. Ζουν. Ή, για να είμαστε ακριβείς, επιτελούν τη ζωή τους. Οι ήρωες του έργου μοιάζουν να κατοικούν σε έναν κόσμο όπου όλα λειτουργούν κανονικά: οι ρόλοι μοιράζονται, οι μέρες περνούν, οι σχέσεις διατηρούνται σε μια ανεκτή θερμοκρασία. Κι όμως, κάτι λείπει. Δεν είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός, ούτε ένα τραύμα με όνομα. Είναι η απουσία νοήματος, η αποσύνδεση από τον ίδιο τον εαυτό, η αίσθηση ότι η ζωή συμβαίνει αλλού, ενώ αυτοί απλώς τη σχολιάζουν από απόσταση.
Η πλοκή, λιτή και φαινομενικά καθημερινή, λειτουργεί ως δόλωμα. Μικρές σκηνές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, λόγια που μοιάζουν ασήμαντα, σχεδόν πρόχειρα. Όμως αυτή η φαινομενική απλότητα είναι παγίδα. Κάτω από τον ρεαλισμό κρύβεται μια ακριβής ανατομία του σύγχρονου ανθρώπου: ενός ανθρώπου εξαντλημένου από την ανάγκη να ανταποκρίνεται, να προλαβαίνει, να φαίνεται λειτουργικός. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να ζει χωρίς να ρωτά γιατί.
Η σκηνοθεσία της Βαλέριας Δημητριάδου δεν χαρίζεται. Δεν προσφέρει εύκολες συγκινήσεις ούτε ψευδείς κορυφώσεις. Αντίθετα, αφήνει χώρο στη σιωπή, στον αμήχανο χρόνο, σε εκείνες τις παύσεις όπου ο θεατής δεν έχει πού να κρυφτεί. Είναι μια σκηνοθεσία που μοιάζει να λέει: «Κοίτα. Αυτό είσαι. Όχι όταν υποφέρεις ηρωικά, αλλά όταν βαριέσαι, όταν αποσπάσαι, όταν συμβιβάζεσαι». Και αυτή η ματιά είναι βαθιά πολιτική.
Γιατί «Ένα κάποιο κενό» δεν μιλά απλώς για προσωπικές υπαρξιακές ελλείψεις. Μιλά για ένα κοινωνικό και πολιτικό τοπίο που έχει εκπαιδεύσει τον άνθρωπο να ζει μακριά από τον εαυτό του. Έναν κόσμο όπου η προσοχή διασπάται διαρκώς, όπου η ουσία θυσιάζεται στον βωμό του επείγοντος, όπου το ασήμαντο αποκτά τεράστια σημασία και το ουσιώδες αναβάλλεται επ’ αόριστον. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ήρωες ασχολούνται με μικροπράγματα, λεπτομέρειες, διαδικασίες. Είναι ο μόνος τρόπος να μην κοιτάξουν το κενό κατάματα.
Η παράσταση φωτίζει με χειρουργική ακρίβεια τη συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου που ζει μια ζωή που δεν τον περιλαμβάνει. Μια ζωή σχεδιασμένη από άλλους, για άλλους, με όρους παραγωγικότητας, κανονικότητας, κοινωνικής αποδοχής. Οι ήρωες δεν είναι θύματα με την κλασική έννοια. Είναι συνένοχοι. Έχουν αποδεχτεί τους ρόλους τους, έχουν εσωτερικεύσει τις απαιτήσεις, έχουν μάθει να μην ενοχλούνται από την απουσία επιθυμίας. Κι αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό σχόλιο του έργου: ότι η αλλοτρίωση δεν επιβάλλεται πια με τη βία, αλλά με τη συναίνεση.
Σε πολιτικό επίπεδο, το έργο συνομιλεί με έναν κόσμο όπου οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, αλλά τίποτα ουσιαστικό δεν τις αντικατέστησε. Η δημοκρατία λειτουργεί ως διαδικασία, όχι ως βίωμα. Η ελευθερία περιορίζεται σε επιλογές κατανάλωσης. Η ευθύνη διαχέεται τόσο πολύ, που τελικά εξαφανίζεται. Οι ήρωες μοιάζουν να ζουν μέσα σε ένα διαρκές «μεταξύ»: ούτε δυστυχισμένοι, ούτε ευτυχισμένοι· ούτε ενεργοί, ούτε εντελώς παθητικοί. Είναι πολίτες ενός κόσμου που δεν ζητά πια συμμετοχή, μόνο συμμόρφωση.
Ταυτόχρονα, η παράσταση αγγίζει με λεπτό αλλά ανελέητο τρόπο την καθημερινότητα: τις σχέσεις που λειτουργούν από αδράνεια, τις συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά, την επικοινωνία που γεμίζει τον χρόνο αλλά όχι το νόημα. Οι χαρακτήρες μιλούν, αλλά δεν λένε. Ακούνε, αλλά δεν ακούν. Αγγίζονται, αλλά δεν συναντιούνται. Είναι άνθρωποι περικυκλωμένοι από λέξεις, πληροφορίες, ερεθίσματα, και όμως βαθιά μόνοι. Όχι γιατί δεν έχουν άλλους γύρω τους, αλλά γιατί έχουν χάσει την επαφή με το εσωτερικό τους τοπίο.
Ο λυρισμός του έργου δεν βρίσκεται σε ποιητικές εξάρσεις, αλλά στην ακρίβεια. Στον τρόπο που μια φράση επαναλαμβάνεται μέχρι να αδειάσει. Στον τρόπο που μια καθημερινή χειρονομία αποκτά σχεδόν μεταφυσικό βάρος. Και ο κυνισμός του δεν είναι ειρωνικός· είναι διαυγής. Δεν κοροϊδεύει τους χαρακτήρες, τους κατανοεί. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν τους δικαιολογεί.
Η παράσταση «Ένα κάποιο κενό» δεν προσφέρει λύσεις. Δεν υπόσχεται αφύπνιση, ούτε κάθαρση. Σου αφήνει, όμως, μια ενοχλητική επίγνωση: ότι το κενό δεν είναι κάτι που θα έρθει στο μέλλον, αν συνεχίσουμε έτσι. Είναι ήδη εδώ. Το κουβαλάμε μαζί μας, το ταΐζουμε με περισπασμούς, το στολίζουμε με δραστηριότητες, το βαφτίζουμε «κανονικότητα». Και ίσως η πιο ανατρεπτική πράξη που προτείνει, χωρίς να την κατονομάζει, είναι η στάση. Το να σταθείς. Να κοιτάξεις. Να αναρωτηθείς αν η ζωή που ζεις σε αφορά.
Και αυτή η ερώτηση, απλή και αμείλικτη, είναι τελικά το πιο πολιτικό, το πιο «επικίνδυνο», το πιο αναγκαίο πράγμα που μπορεί να σου προσφέρει το θέατρο σήμερα.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
