Σκέψεις CultArt: Τέλος του Παιχνιδιού

Το Τέλος του Παιχνιδιού του Samuel Beckett είναι ένα έργο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία· στήνει έναν κλειστό κόσμο και μας κλειδώνει μέσα του. Στη σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου, ο κόσμος αυτός δεν παρουσιάζεται ως θεατρικό εύρημα αλλά ως κατάσταση ύπαρξης: ένα τοπίο ερειπίων, όπου ο χρόνος έχει χάσει τη γραμμική του φορά και η ζωή επιμένει μόνο από αδράνεια. Το έργο δεν ζητά από τον θεατή να παρακολουθήσει, αλλά να υπομείνει. Να μείνει, όπως μένουν και οι ήρωές του, σε μια αναμονή χωρίς προσδοκία.
Η πλοκή του έργου είναι λιτή έως ασφυκτική. Ο Χαμ, τυφλός και ανήμπορος να κινηθεί, κάθεται στο κέντρο της σκηνής σαν έκπτωτος βασιλιάς. Ο Κλοβ, ο υπηρέτης του, μπορεί να περπατήσει, αλλά όχι να καθίσει· βρίσκεται σε μια μόνιμη ένταση ανάμεσα στη φυγή και στην αδυναμία να φύγει. Στο βάθος, μέσα σε δύο σκουπιδοτενεκέδες, οι γονείς του Χαμ, ο Ναγκ και η Νελ, μισοζωντανοί, μισοξεχασμένοι, εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν υπολείμματα μιας προηγούμενης ζωής. Έξω από τον χώρο δεν υπάρχει τίποτα· τουλάχιστον τίποτα που να αξίζει να ονομαστεί κόσμος. Η φύση έχει σβήσει, η κοινωνία έχει καταρρεύσει, και ό,τι απομένει είναι μια τελετουργία επανάληψης: οι ίδιες κινήσεις, οι ίδιες φράσεις, οι ίδιες απειλές αποχώρησης που ποτέ δεν πραγματοποιούνται.
Αυτή η φαινομενική απουσία δράσης δεν είναι έλλειμμα· είναι το ίδιο το θέμα του έργου. Ο Beckett αφαιρεί κάθε ψευδαίσθηση εξέλιξης και μας φέρνει αντιμέτωπους με την ύπαρξη ως στασιμότητα. Το παιχνίδι έχει τελειώσει, όχι επειδή υπήρξε νικητής ή ηττημένος, αλλά επειδή δεν υπάρχει πια νόημα στο να παίζεται. Και όμως, οι ήρωες συνεχίζουν. Συνεχίζουν να μιλούν, να διατάζουν, να υπακούν, να θυμούνται αποσπασματικά. Η ζωή, στον κόσμο του Beckett, δεν τελειώνει με ένα γεγονός· τελειώνει αργά, μέσα από την επανάληψη του ίδιου κενού.
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η υπαρξιακή αγωνία: τι σημαίνει να υπάρχεις, όταν όλα τα νοήματα έχουν καταρρεύσει; Ο Χαμ μιλά ακατάπαυστα, όχι για να επικοινωνήσει, αλλά για να επιβεβαιώσει την παρουσία του. Ο λόγος του δεν οδηγεί πουθενά· περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, όπως ένας νους που φοβάται τη σιωπή περισσότερο από την αλήθεια. Ο Κλοβ, από την άλλη, είναι η ενσάρκωση της συνείδησης που γνωρίζει πως το τέλος έχει ήδη έρθει, αλλά εξακολουθεί να υπηρετεί μια τάξη πραγμάτων που δεν πιστεύει. Η μεταξύ τους σχέση δεν είναι απλώς σχέση εξουσίας· είναι σχέση αλληλεξάρτησης. Ο ένας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον άλλον, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή δεν έχει μάθει πώς να υπάρξει αλλιώς.
Η υπαρξιακή διάσταση του έργου βαθαίνει μέσα από την έννοια του χρόνου. Στο Τέλος του Παιχνιδιού ο χρόνος δεν κυλά· λιμνάζει. Το παρελθόν εμφανίζεται ως θραύσμα, ως αφήγηση που δεν οδηγεί σε κατανόηση αλλά σε σύγχυση. Το μέλλον είναι απλώς μια λέξη, μια απειλή ή μια υπόσχεση που δεν υλοποιείται ποτέ. Το παρόν είναι ένα διαρκές τώρα, ένα παγωμένο σημείο, όπου η ύπαρξη εγκλωβίζεται. Ο Beckett δεν προτείνει λύση· δεν προσφέρει παρηγοριά. Αντίθετα, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε την ύπαρξη χωρίς τα στηρίγματα της προόδου, της πίστης ή της ελπίδας.
Πέρα όμως από την υπαρξιακή του διάσταση, το έργο φέρει έντονα κοινωνικά και πολιτικά φορτία. Ο Χαμ είναι μια φιγούρα εξουσίας που επιβιώνει παρότι είναι ανίκανη. Εξαρτάται πλήρως από τον Κλοβ και όμως διατηρεί τον ρόλο του αφέντη μέσα από τη γλώσσα, τη συνήθεια, την κληρονομημένη ιεραρχία. Ο Κλοβ, αν και έχει τη φυσική δυνατότητα να φύγει, παραμένει δέσμιος ενός συστήματος που γνωρίζει ότι είναι άδειο. Η σχέση τους θυμίζει τις δομές εξουσίας που συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμη και μετά την κατάρρευση των ιδεολογικών τους θεμελίων. Η εξουσία, στον Beckett, δεν χρειάζεται πλέον δικαιολογία· επιβιώνει από αδράνεια, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι που την υπηρετούν.
Οι γονείς, κλεισμένοι στα σκουπίδια, είναι η πιο σκληρή κοινωνική εικόνα του έργου. Είναι το παρελθόν που δεν τιμάται, που δεν ακούγεται, που απλώς αποθηκεύεται μέχρι να σβήσει. Ο Beckett δεν μιλά μόνο για τη φθορά της οικογένειας, αλλά για τη φθορά της συλλογικής μνήμης. Μια κοινωνία που δεν έχει χώρο για τους ανήμπορους, για τους ηλικιωμένους, για όσους δεν παράγουν πια, είναι μια κοινωνία που έχει ήδη αποδεχτεί το τέλος της.
Στη σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου, αυτή η πολιτική και υπαρξιακή διάσταση δεν κραυγάζει· υπονοείται μέσα από τη σιωπή, την ακινησία, το βάρος των παύσεων. Η σκηνή δεν λειτουργεί ως αναπαράσταση, αλλά ως τόπος εγκλωβισμού. Οι ηθοποιοί δεν «παίζουν» ρόλους· κατοικούν καταστάσεις. Ο λόγος αποκτά υλικότητα, γίνεται σχεδόν αντικείμενο που πέφτει βαριά στον χώρο. Το σκοτάδι δεν είναι απλώς φωτιστική επιλογή· είναι η φυσική κατάσταση αυτού του κόσμου.
Το Τέλος του Παιχνιδιού δεν προσφέρει κάθαρση. Τελειώνει όπως αρχίζει: με την αίσθηση ότι τίποτα ουσιαστικό δεν άλλαξε. Και όμως, ο θεατής φεύγει διαφορετικός. Όχι γιατί έμαθε κάτι, αλλά γιατί βίωσε κάτι. Ο Beckett, και μαζί του η σκηνοθετική ματιά του Παπαδημητρίου, μας αναγκάζουν να σταθούμε απέναντι στο κενό χωρίς διαφυγή. Να αναρωτηθούμε, αν η συνέχιση, αυτή η πεισματική επιμονή στο «ακόμη», είναι πράξη ελπίδας ή απλώς φόβος μπροστά στο τέλος.
Ίσως τελικά το παιχνίδι να έχει πράγματι τελειώσει. Αλλά όσο υπάρχουν φωνές που μιλούν μέσα στο σκοτάδι, όσο υπάρχουν σώματα που αρνούνται να σωριαστούν εντελώς, το τέλος δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Παραμένει σε εκκρεμότητα, όπως και η ίδια η ύπαρξη. Και αυτή η εκκρεμότητα είναι το πιο ανυπόφορο –και ταυτόχρονα το πιο αληθινό– στοιχείο του έργου του Beckett.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
