Σκέψεις CultArt: Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων

Η ταινία Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων δεν επιχειρεί απλώς μια διασκευή του Ντίκενς σε ελληνικό φόντο· επιχειρεί κάτι σαφώς πιο φιλόδοξο και πιο επικίνδυνο: να δοκιμάσει, αν ο μύθος του Σκρουτζ επιβεβαιώνεται και μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Αν μπορεί, δηλαδή, η έννοια της μεταμέλειας, της ηθικής αφύπνισης και της κοινωνικής ευθύνης να σταθεί σε μια χώρα κουρασμένη από αφηγήσεις σωτηρίας, γεμάτη καχυποψία απέναντι σε κάθε «θαύμα». Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν λειτουργεί μόνο ως χριστουγεννιάτικο παραμύθι, αλλά ως πολιτισμικό σχόλιο πάνω στην ίδια την ιδέα της ελπίδας. Η αποτύπωση αυτής της σκοτεινής, αλλά συνάμα γιορτινής ατμόσφαιρας, αποτυπώνεται στην ταινία με απόλυτη επιτυχία, όπως την παρουσιάζει και ο ίδιος ο Ντίκενς στο πρωτότυπο κείμενο.
Ο Λυκούργος –ο ελληνικός Σκρουτζ– δεν είναι απλώς ένας φιλάργυρος ή αντικοινωνικός χαρακτήρας. Είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής και κοινωνικής συνθήκης. Δεν μισεί τους ανθρώπους από ιδιοτροπία· τους αντιμετωπίζει λογιστικά. Σαν κόστος. Σαν μεταβλητές σε έναν ισολογισμό που ποτέ δεν βγαίνει. Σε αυτό το σημείο η ταινία αποδεικνύει τη διορατικότητά της: μετατοπίζει το πρόβλημα από το ηθικό στο δομικό. Ο Λυκούργος δεν είναι εξαίρεση· είναι σύμπτωμα.
Η προσαρμογή του ντικενσιανού μύθου στα ελληνικά δεδομένα δεν περιορίζεται σε ονόματα και χώρους. Ενσωματώνει την εμπειρία της κρίσης, της μικροαστικής ανασφάλειας, της διάχυτης αγωνίας για επιβίωση. Ο κόσμος γύρω από τον Λυκούργο δεν είναι μόνο ένας κόσμος φτώχειας με τη ρομαντική έννοια του 19ου αιώνα· είναι ένας κόσμος εξουθενωμένος, όπου η αλληλεγγύη έχει αντικατασταθεί από αυτοπροστασία και όπου η έννοια της κοινότητας υπάρχει κυρίως ως ανάμνηση ή ως σύνθημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα κάλαντα αποκτούν διπλή σημασία. Από τη μία, παραπέμπουν ευθέως στο ντικενσιανό πρωτότυπο και στη χριστουγεννιάτικη τελετουργία. Από την άλλη, λειτουργούν ως αμήχανη υπενθύμιση ενός συλλογικού ήθους που έχει αποσυνδεθεί από την καθημερινή πράξη. Τα παιδιά που τραγουδούν δεν είναι φορείς αθωότητας, αλλά αγγελιαφόροι μιας ερώτησης: υπάρχει ακόμη χώρος για ανιδιοτελή προσφορά σε έναν κόσμο που μετρά τα πάντα;
Η ταινία δεν απαντά εύκολα. Αντίθετα, αφήνει τον Λυκούργο να αντιστέκεται στις εύκολες απαντήσεις. Και αυτή η αντίσταση είναι βαθιά πολιτική. Ο χαρακτήρας του, όπως τον ενσαρκώνει ο Λώρης Λοϊζίδης, δεν είναι καρικατούρα· είναι ψυχρός, κουρασμένος, σχεδόν λογικός. Η τσιγκουνιά του δεν παρουσιάζεται ως ηθικό ελάττωμα, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης σε έναν κόσμο που έχει προδώσει τις υποσχέσεις του.
Η παρουσία του Γιάννη Μπέζου λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Η Γιούλικα Σκαφιδά, από τη μία, ενσαρκώνει το παρελθόν, άρα τη μνήμη. Ο Ορέστης Χαλκιάς, από την άλλη, ενσαρκώνει το παρόν. Ο δικός του ρόλος δεν έρχεται να συγκινήσει, αλλά να υπογραμμίσει το χάσμα και να δείξει με τρόπο κυνικό στον Λυκούργο το ποιος πραγματικά είναι.
Τα «πνεύματα» δεν λειτουργούν ως υπερφυσικοί τιμωροί. Λειτουργούν ως μηχανισμοί μνήμης. Υπενθυμίζουν στον Λυκούργο όχι τι θα μπορούσε να γίνει, αλλά τι έχει ήδη χαθεί και πώς με τις πράξεις μας μπορούμε να διαμορφώσουμε μέρος του «αύριο». Και εδώ η ταινία απομακρύνεται συνειδητά από τη γλυκανάλατη λύτρωση. Η μεταστροφή δεν παρουσιάζεται ως θαύμα, αλλά ως επίπονη διαδικασία, η οποία στο τέλος φαίνεται να επιτυγχάνει τον σκοπό της.
Σε πολιτικό επίπεδο, Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων μιλούν για μια κοινωνία που ζητά από τα άτομα να γίνουν καλύτερα, χωρίς να αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Η ταινία θέτει το ερώτημα με σαφήνεια: αρκεί η ατομική ηθική αφύπνιση, όταν το σύστημα επιβραβεύει τη σκληρότητα, τη διαφθορά και τη σαπίλα; Μπορεί ο αλλαγμένος πια Λυκούργος να σωθεί, αν ο κόσμος γύρω του παραμένει αμετάβλητος;
Σε έναν κόσμο, όπου η έννοια της συλλογικής ευθύνης έχει γίνει σχεδόν ύποπτη, Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων λειτουργούν σαν δοκιμασία. Όχι για τον Λυκούργο, αλλά για εμάς. Για το αν πιστεύουμε ακόμη ότι μια κοινωνία μπορεί να αλλάξει –όχι επειδή συγκινήθηκε, αλλά επειδή κοίταξε κατάματα τον εαυτό της. Και αυτό είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό της κατόρθωμα.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
