Σκέψεις CultArt: Η Κουζίνα

Η «Κουζίνα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή δεν είναι απλώς μια θεατρική παράσταση· είναι ένας παλλόμενος οργανισμός, ένας χώρος, όπου ο χρόνος ιδρώνει, τα σώματα συγκρούονται και η ανθρώπινη φωνή μετατρέπεται σε εργαλείο επιβίωσης. Η κουζίνα –όχι ως οικιακή θαλπωρή αλλά ως βιομηχανικό πεδίο μάχης– γίνεται ο τόπος, όπου το αόρατο κοινωνικό βάρος αποκτά μορφή, ήχο και ρυθμό. Εδώ, τίποτα δεν είναι ουδέτερο. Ούτε τα μαχαίρια, ούτε τα βλέμματα, ούτε οι σιωπές.
Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε μία ημέρα, σε μια τεράστια κουζίνα εστιατορίου. Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, γλώσσες και κοινωνικές καταβολές συνυπάρχουν κάτω από την τυραννία του ρολογιού και των παραγγελιών. Μάγειρες, βοηθοί, σερβιτόροι, προϊστάμενοι: Όλοι παγιδευμένοι σε έναν μηχανισμό που απαιτεί ταχύτητα, ακρίβεια και σιωπηλή υποταγή.
Οι προσωπικές τους ιστορίες διασταυρώνονται στιγμιαία, σαν βλέμματα πάνω από ατμούς και τηγάνια. Έρωτες που δεν προλαβαίνουν να ανθίσουν, θυμοί που συσσωρεύονται, μικρές επαναστάσεις που σβήνουν πριν ακουστούν. Στο κέντρο, ένας άνθρωπος που δεν αντέχει άλλο: Η πίεση της εργασίας, η ματαίωση, η αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς να αφήνει ίχνος, οδηγούν αναπόφευκτα σε μια έκρηξη. Όχι ως μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως σύμπτωμα ενός συστήματος που αλέθει ανθρώπους, όπως τα υλικά στον πάγκο.
Ο Κουτλής αντιμετωπίζει την κουζίνα όχι ως σκηνικό αλλά ως πολιτικό τοπίο. Είναι ένας χώρος, όπου ο καπιταλισμός αποκαλύπτει το γυμνό του πρόσωπο: Παραγωγή χωρίς παύση, εργασία χωρίς αναγνώριση, άνθρωποι που μετρούνται όχι ως υπάρξεις αλλά ως λειτουργίες. Η κουζίνα γίνεται μια συμπυκνωμένη κοινωνία, μια πόλη χωρίς ουρανό, όπου το φως είναι τεχνητό και ο χρόνος μετριέται σε παραγγελίες.
Οι εργαζόμενοι δεν έχουν πολυτέλεια εσωτερικότητας. Το σώμα προηγείται της σκέψης. Η κούραση δεν είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση. Και η γλώσσα –πολυγλωσσική, αποσπασματική, συχνά βίαιη– δεν λειτουργεί για επικοινωνία αλλά για επιβίωση. Ο καθένας μιλά για να ακουστεί, όχι για να γίνει κατανοητός. Η συνύπαρξη δεν σημαίνει κοινότητα· σημαίνει απλώς ότι πολλοί αναπνέουν τον ίδιο αέρα.
Στην παράσταση, η εργασία δεν παρουσιάζεται ως μέσο αυτοπραγμάτωσης αλλά ως μηχανισμός φθοράς. Οι ήρωες δουλεύουν ασταμάτητα, όμως το αποτέλεσμα της δουλειάς τους δεν τους ανήκει. Τα πιάτα φεύγουν από την κουζίνα, όπως φεύγουν και οι ώρες από τη ζωή τους: Χωρίς επιστροφή. Αυτό που παράγουν δεν τους θρέφει, ούτε υλικά ούτε ψυχικά.
Ο Κουτλής δίνει μεγάλη έμφαση στον ρυθμό: Οι κινήσεις είναι επαναληπτικές, σχεδόν χορογραφημένες, σαν να έχουν μάθει τα σώματα να υπακούν πριν καν σκεφτούν. Εδώ, η αλλοτρίωση δεν είναι θεωρητική έννοια· είναι ο πόνος στη μέση, το κομμένο δάχτυλο, η φωνή που σπάει από τις φωνές.
Η κουζίνα είναι γεμάτη ξένους. Όχι επειδή ήρθαν να «ανακαλύψουν» κάτι, αλλά επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή. Οι χαρακτήρες κουβαλούν πατρίδες που δεν χωρούν πια στο παρόν τους. Η γλώσσα τούς προδίδει, τα ονόματά τους παραποιούνται, οι ιστορίες τους δεν έχουν χώρο να ειπωθούν.
Η παράσταση δεν εξιδανικεύει τη διαφορετικότητα· δείχνει τη σκληρή της καθημερινότητα. Οι συγκρούσεις δεν είναι μόνο ταξικές, αλλά και πολιτισμικές. Η κουζίνα γίνεται ένας τόπος, όπου η παγκοσμιοποίηση δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά ιδρώτας που στάζει πάνω σε κοινό πάγκο. Οι μετανάστες δεν παρουσιάζονται ως «θύματα», αλλά ως άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο που τους χρειάζεται, αλλά δεν τους αναγνωρίζει.
Η βία στην «Κουζίνα» δεν είναι πάντα εκκωφαντική. Συχνά είναι χαμηλόφωνη, ενσωματωμένη στη δομή της καθημερινότητας. Είναι η φωνή του προϊσταμένου που κόβει την ανάσα, η απειλή της απόλυσης που αιωρείται, η απαίτηση για περισσότερη ταχύτητα, όταν το σώμα έχει ήδη φτάσει στα όριά του.
Και όταν η βία ξεσπά, δεν έρχεται ως έκπληξη. Έρχεται σαν φυσική συνέπεια. Ο Κουτλής δεν την παρουσιάζει ως ατομική παθολογία, αλλά ως κοινωνικό αποτέλεσμα. Η έκρηξη δεν είναι πράξη τρέλας· είναι η στιγμή που το σύστημα αποκαλύπτει το κόστος του.
Στην παράσταση, το σώμα είναι το κύριο πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Πειθαρχημένο, εξαντλημένο, εκτεθειμένο. Δεν υπάρχει ιδιωτικότητα, δεν υπάρχει ανάπαυση. Το σώμα ανήκει στη δουλειά πριν να ανήκει στον άνθρωπο. Και όμως, μέσα από αυτό το σώμα γεννιέται και η αντίσταση: Ένα βλέμμα που καθυστερεί, μια κίνηση που ξεφεύγει από τον ρυθμό, μια σιωπή που αρνείται να γεμίσει.
Η «Κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή δεν ζητά τη συμπόνια του θεατή· ζητά την εγρήγορσή του. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε λυτρωτικά φινάλε. Αντίθετα, λειτουργεί σαν καθρέφτης που δεν κολακεύει. Μας καλεί να αναρωτηθούμε: Πόσες κουζίνες υπάρχουν γύρω μας; Πόσες ζωές μαγειρεύονται καθημερινά χωρίς να τις βλέπουμε;
Με λογοτεχνική σκληρότητα και σκηνική ακρίβεια, η παράσταση μετατρέπει το θέατρο σε χώρο πολιτικής εμπειρίας. Μια εμπειρία που δεν τελειώνει με το χειροκρότημα, αλλά συνεχίζει να καίει, αργά και επίμονα, όπως μια κουζίνα που δεν σβήνει ποτέ.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
