Σκέψεις CultArt: One Battle After Another

Η ταινία «One Battle After Another» του Paul Thomas Anderson είναι μία δραματική και ταυτόχρονα αιχμηρή πολιτική αλληγορία. Ένας πρώην επαναστάτης, μία κόρη που μεγαλώνει υπό καθεστώς απόκρυψης, ένας στρατιωτικός μηχανισμός που επανεμφανίζεται κι ένας κόσμος στον οποίο οι άμυνες της ατομικής ελευθερίας και οι επιθέσεις της εξουσίας συγκρούονται διαρκώς. Το έργο συστήνει, μέσα από ένα ύφος που συνδυάζει θρίλερ, πολιτικό δράμα και μαύρη κωμωδία, ένα είδος σύγχρονου μύθου για την αντίσταση, την εξουσία, την κληρονομιά των ιδεών και για το τι απομένει, όταν η επανάσταση «τελειώνει», αλλά η μάχη συνεχίζεται.
Ο χαρακτήρας του Leonardo DiCaprio, ο Bob Ferguson υπήρξε παλαιότερα μέλος της επαναστατικής οργάνωσης «French 75». Ενώ, όμως, η οργάνωση διαλύεται –η ταινία κάνει ένα χρονικό άλμα περίπου 16 χρόνια– ο Bob ζει αποτραβηγμένος, «εκτός δικτύου», με την κόρη του Willa, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του την ένοπλη πολιτική βία.
Όμως η αναδυόμενη απειλή της εξουσίας ενσαρκώνεται στη μορφή του Sean Penn, ο οποίος υποδύεται τον στρατιωτικό διοικητή Colonel Steven A. Lockjaw και η ειρηνική ζωή του Bob ανατρέπεται, όταν η κόρη του εξαφανίζεται και ο μηχανισμός της καταστολής αναγεννιέται.
Η αφήγηση της ταινίας, χάρη στο λογοτεχνικό υλικό (η ταινία εμπνέεται έμμεσα από το μυθιστόρημα Vineland του Thomas Pynchon), κινείται σε έναν υπαρκτό αλλά συγχρόνως υπερρεαλιστικό «παραλλαγμένο» παρόν: οι μεν επαναστάτες δεν είναι πια οι νεανικοί ριζοσπάστες των δεκαετιών του ’60–’70· η δε εξουσία δεν είναι σαφώς ένα ορθόδοξο κράτος, αλλά ένας συνδυασμός στρατιωτικής, ιδεολογικής και τεχνοκρατικής καταστολής. Η ζωή μετά την επανάσταση –ή έστω μετά την ενεργό συμμετοχή σε αυτή– γίνεται το πραγματικό πεδίο μάχης.
Αν υπάρχει ένα θέμα που αποκαλύπτεται ως πυρήνας του έργου, αυτό είναι ότι η επανάσταση δεν τελειώνει με μία νίκη. Ο τίτλος «One Battle After Another» λέει ακριβώς αυτό. Είναι η καθημερινότητα της αντίστασης, η καταδίωξη από ένα σύστημα που δεν χρειάζεται πάντα να χτυπά με σαφή ηγεσία· συχνά αρκεί να υπάρχει η απειλή της.
Αρχικά, η ταινία θίγει το ζήτημα της κρατικής βίας και της καταστολής, ειδικά απέναντι σε διαφορετικές ιδεολογικά ομάδες από την ιδεολογία της κρατικής εξουσίας, είτε αυτές οι ομάδες είναι μετανάστες είτε είναι υπόγειες οργανώσεις. Ο διοικητής Lockjaw εκπροσωπεί όχι απλώς την εξουσία, αλλά τη λογική που λέει: «χρειάζομαι έναν εχθρό». Όταν ο εχθρός πάψει να υπάρχει, η εξουσία τον κατασκευάζει. Η αντίσταση γίνεται το προαπαιτούμενο για να διατηρηθεί η καταστολή. Ο Bob και η Willa γίνονται στόχοι όχι μόνο εξαιτίας της δράσης τους, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι η ύπαρξή τους αμφισβητεί τη λογική που λέει «οφείλεις να είσαι υπάκουος». Έτσι, η ταινία γίνεται μεταφορά για μία κοινωνία στην οποία ο έλεγχος δεν είναι πάντα ορατός, αλλά η απειλή του είναι.
Δεύτερον, η ταινία θέτει το ερώτημα της κληρονομιάς των ιδεών· τι απομένει, όταν η γενιά της επανάστασης περνάει στον χρόνο. Ο Bob, κάποτε ετοιμοπόλεμος επαναστάτης, βρίσκεται τώρα σε μία ζωή φαινομενικά συντηρητική –όχι επειδή έχασε τα πιστεύω του, αλλά επειδή η μάχη του έπαψε να έχει νόημα ή προοπτική. Η κόρη του, Willa, μεγάλωσε ήδη σε μία φάση που η επανάσταση δεν φαίνεται να είναι «μόδα» αλλά αντιμετώπιση. Η απόσταση ανάμεσα στο ιδεώδες και στο εφικτό είναι η βασική ρωγμή που διαπερνά την αφήγηση. Και αυτή η ρωγμή συνδέεται άμεσα με τη σύγχρονη πραγματικότητα: την απογοήτευση πολλών από τα μεγάλα κινήματα που έχτιζαν τον συλλογικό αγώνα, όταν ήταν νέοι, και την αίσθηση ότι «τώρα πρέπει να φυλάμε την οικογένεια, τη ζωή, τη ρουτίνα».
Τρίτον, η ταινία ανακαλύπτει τη σύνδεση της ατομικότητας με τον συλλογικό αγώνα και το πόσο εύκολη είναι η μετάβαση από τον συλλογικό στον ιδιωτικό. Ο Bob δεν είναι απλώς επαναστάτης· είναι πατέρας. Και η προστασία της κόρης του γίνεται πλέον η νέα του «μάχη». Η ιδέα της επανάστασης αποκτά προσωπικό χαρακτήρα: η κρίση της κόρης του δεν είναι απλώς ιδεολογική, αλλά συναισθηματική και υπαρξιακή. Έτσι, η ταινία επιτυγχάνει να δείξει ότι η πολιτική δεν είναι πάντα στο ύψος της μαζικής κινητοποίησης πολλές φορές είναι προσωπική επιλογή, περιέχει φόβο, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς. Και αυτό το στοιχείο καθιστά την ταινία άμεσα συνδεδεμένη με την παρούσα διεθνή πολιτική τάση, όπου τα μεγάλα ριζοσπαστικά ιδεώδη συχνά συγκρούονται με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, του φόβου, της επιβίωσης, της προστασίας.
Τέταρτον, και πολύ κρίσιμο, η ταινία αντανακλά τον σημερινό φόβο για την παγκόσμια οπισθοδρόμηση σε «απολυταρχικά» ή «υβριδικά» συστήματα εξουσίας. Παρά την απουσία ρητών αναφορών σε πρόσωπα (π.χ. δεν αναφέρεται ο Τραμπ ή ο Νετανιάχου), φωτογραφίζεται με μεγάλη ενάργεια η σημερινή χάραξη πολιτικής από δικτάτορες της εποχής μας.
Η ταινία χτίζει έναν κόσμο στον οποίο η εξαίρεση –η κράτηση μεταναστών, η μυστική δράση εξουσίας, η παρακολούθηση– δεν είναι σκηνικά επιστημονικής φαντασίας, αλλά μέρος του καθημερινού. Ο Bob και η κόρη του ζουν σε μια αποικία της αντίστασης, αλλά «η μάχη» ποτέ δεν σβήνει, μεταλλάσσεται. Η ταινία μιλά στην εποχή της αύξησης της ριζοσπαστικοποίησης, της πόλωσης δεξιά–αριστερά, της έκρηξης των κινημάτων ταυτότητας και της εξής αίσθησης: η εξουσία χρειάζεται εχθρό για να υπάρξει.
Τέλος, η ταινία εισάγει και ένα μετα-πολιτικό στοιχείο: την κωμική, σατιρική διάσταση της αντίστασης και της καταστολής. Ο Bob, ο οποίος ζει αποτραβηγμένος, εμφανίζεται ως ένας αργοπορημένος επαναστάτης –κυριολεκτικά χαμένος στον χρόνο. Αυτή η αποστασιοποίηση αποτελεί μια κριτική προς όσους επαναστάτες δεν κατάφεραν να διατηρήσουν τη δυναμική τους ή προς μια επανάσταση που εγκαταστάθηκε στην άμυνα παθητικά. Η συμμετοχή του σε νέο αγώνα δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Και η ταινία δεν ρομαντικοποιεί το βίαιο πέρασμα προς τον νέο αγώνα· το δείχνει ως εξάντληση, ως αναποφασιστικότητα, ως φόβο. Και εδώ η σύνδεση με τη σύγχρονη πραγματικότητα είναι εμφανής: πολλές κοινωνίες βρίσκονται σε φάση «επαναστατικής κόπωσης». Η αυτοκριτική, ο προβληματισμός, η ανάγκη για νέα μορφή δράσης είναι πιο επείγοντα από ποτέ.
Θεωρώ σημαντικό να σταθώ και στην ανάλυση της ψυχοσύνθεσης των δύο βασικών χαρακτήρων της ταινίας. Από τη μία, ο Bob είναι πρώην επαναστάτης, δεν είναι επιτυχημένος «ήρωας» με λαμπρό παρελθόν. Είναι ένας άνθρωπος που έφυγε από τη γραμμή της οργάνωσης, έπεσε στην αδράνεια. Η προσωπικότητά του συνταιριάζει απελπισία και χιούμορ, ιδεαλισμό και έναν χαρακτήρα σε κόπωση. Ο χαρακτήρας του πραγματεύεται την αίσθηση της ήττας, όχι απαραίτητα της ιδεολογικής, αλλά της πρακτικής. Το γεγονός ότι έχει κόρη τον μεταμορφώνει: η φροντίδα, η αγωνία, η ευθύνη τον επαναπροσδιορίζουν. Αυτή η μετατόπιση –από το συλλογικό, επαναστατικό «εγώ» στο ιδιωτικό, οικογενειακό– είναι ο πυρήνας της εξέλιξής του.
Η ερμηνεία του DiCaprio, όπως αναφέρει σε συνέντευξή του ο ίδιος, ήταν βασισμένη «σε ένα μείγμα διαφόρων επαναστατών… σε σύγχρονο πλαίσιο». Αυτό δείχνει ότι ο Bob δεν είναι απλώς μυθοπλασία, αλλά συμπύκνωση πεποιθήσεων και λαθών. Ο Bob είναι η γενιά που πίστεψε στη ρήξη, απέτυχε ή εγκατέλειψε και τώρα ζει τις συνέπειές της. Είναι ένας πατέρας που δεν θέλει να δει την κόρη του να ζει αυτό που εκείνος επέλεξε κι όμως έλκεται ξανά στη σύγκρουση.
Από την άλλη μεριά, αν ο Bob προσωποποιεί την αποδομημένη επαναστατικότητα, ο Lockjaw προσωποποιεί την εξουσία που βρήκε χρόνο να ωριμάσει, να κρυφτεί, να εμφανιστεί ξανά. Ο Penn τον αποδίδει σαν έναν μισητό, αλλά και ακραία ανθρώπινο –αν και με ανατριχιαστικό τρόπο – χαρακτήρα: το κακό δεν είναι καρικατούρα, αλλά βαθιά πληγωμένη και μισαλλόδοξη ψυχή. Η προσωπικότητά του λειτουργεί ως αντίποδας του Bob: όπου ο Bob έφυγε από τη μάχη, ο Lockjaw την ασπάζεται· όπου ο Bob παλεύει να ζήσει με τις επιλογές του, ο Lockjaw αναζητά νομιμοποίηση μέσα από την εξουσία.
Η ταινία δεν δείχνει μόνο τη σύγκρουση ιδεών, αλλά τη σύγκρουση τρόπων ζωής: η ριζοσπαστική νεότητα έναντι της κατεστημένης μεσότητας, η αντίσταση έναντι της επιβολής, η ανάγκη έναντι της νομιμοποίησης.
Η αφήγηση της ταινίας αναπνέει με μεγάλους ρυθμούς και εναλλαγές: από τη δυναμική της νεότητας στη ρωγμή της μεσήλικης απομόνωσης. Ο σκηνοθέτης εισάγει «κλειστές» και «ανοιχτές» σκηνές, όπως η ζωή στο δάσος, η απόκρυψη, η σιωπή, καθώς και η σύγκρουση, η δίωξη. Το ύφος είναι λακωνικό αλλά με πυκνά στρώματα, όπως σε ένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα βάθους.
Συνδέοντας όλα αυτά με τη σύγχρονη διεθνή πολιτική τάση, μπορούμε να δούμε πως η ταινία αντανακλά τη μετατόπιση από τις μαζικές κινητοποιήσεις προς την πιο προσωπική, πιο κατακερματισμένη αντίσταση. Οι κοινωνίες βλέπουν ότι τα μεγάλα συλλογικά όνειρα –κοινωνική δικαιοσύνη, επανάσταση, ριζικός μετασχηματισμός– δεν επιτυγχάνονται ούτε γρήγορα ούτε γραμμικά και συχνά καταλήγουν σε μορφές μικρότερης σύγκρουσης: μετανάστευση, παρακολούθηση, τεχνολογική κυριαρχία, εσωτερική ασφάλεια. Η ταινία δείχνει πως όσο πιο ναρκωμένος είναι ο επαναστάτης, τόσο πιο δυνατή γίνεται η εξουσία, όχι με βαριά όπλα, αλλά με την κουλτούρα του φόβου. Και αυτός ο φόβος καθρεφτίζεται στην καθημερινότητα.
Η ταινία, συνεπώς, γίνεται καθρέφτης της εποχής μας, όπου η αντιπαράθεση δεν είναι πια μόνο δεξιά–αριστερά, αλλά ανάμεσα σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν σε συλλογικά όνειρα και σε όσους επιμένουν στη λογική της επιβίωσης. Η ταινία υποστηρίζει ότι η μάχη συνεχίζεται όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή έτσι είναι η κατάσταση.
Στην εποχή που τα ιδεολογικά σύνορα θολώνουν –ακραίες πολιτικές, κοινωνική πόλωση– η ταινία δεν δίνει απλές απαντήσεις· ανοίγει ερωτήματα. Τι σημαίνει αντίσταση σήμερα; Ποιος είναι ο εχθρός; Πώς ζει κανείς με την πτώση των ιδεών του;
Τέλος, η ταινία προβάλλει μία ελπίδα: η επόμενη γενιά –η Willa– δεν είναι μόνο κληρονόμος της επανάστασης, αλλά και της αποτυχίας της. Και ίσως η πραγματική επανάσταση σήμερα είναι η αντίπερα όχθη: η δημιουργία της «κανονικότητας» μέσα από τη ρήξη· η ζωή με αξιοπρέπεια, η υπεράσπιση της ελευθερίας με τρόπους που δεν μοιάζουν πάντοτε αποδεκτοί. Έτσι, ο Anderson προτείνει όχι ένα οριστικό τέλος των μαχών, αλλά τη συνέχιση με νέους όρους, πιο ταπεινούς, πιο προσωπικούς, αλλά ίσως πιο ρεαλιστικούς.
Το «One Battle After Another» δεν είναι απλώς ένα πολιτικό θρίλερ. Είναι ένας καθρέφτης. Καθρέφτης για τις κοινωνίες που πίστεψαν στη ρήξη, αλλά τώρα αμφιβάλλουν για το νόημά της. Καθρέφτης για τους ανθρώπους που πάλεψαν, ηττήθηκαν ή υποχώρησαν και τώρα ζουν με τις συνέπειες. Καθρέφτης για έναν κόσμο στον οποίο η εξουσία δεν κατακτιέται μόνο με όπλα, αλλά με τον φόβο, τη ρουτίνα, τη συνεχή καταδίωξη του «διαφορετικού». Με ταυτόσημη σαφήνεια, η ταινία δείχνει ότι η αντίσταση, αν έχει νόημα, δεν ξεκινά μόνο με επαναστάσεις αλλά πως αφορά τις καθημερινές επιλογές μας, τη στάση ζωής μας.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
