Σκέψεις CultArt: Bugonia

Μια παράξενη, σχεδόν μυθική μελωδία απλώνεται στην «Bugonia» του Γιώργου Λάνθιμου — σαν μέλισσα που ψιθυρίζει στο αυτί μας μια αλήθεια που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε. Η ταινία, remake της νοτιοκορεάτικης sci-fi μαύρης κωμωδίας «Save the Green Planet!», ανασχηματίζει τη φρίκη και την κοινωνική πίεση σε ένα αλλόκοτο σκηνικό τεχνοκρατίας και καταστροφής.
Ο Τέντι, ένας συνωμοσιολόγος μελισσοκόμος (τον υποδύεται ο Jesse Plemons), πιστεύει ακράδαντα πως, ο ίδιος μαζί με τον ξάδελφό του τον Ντον, είναι η μόνη γραμμή άμυνας της ανθρωπότητας. Από την άλλη μεριά, η Μισέλ Φούλερ (Emma Stone), διευθύνουσα σύμβουλος μιας παγκόσμιας φαρμακευτικής εταιρείας, δεν είναι απλώς «τυπική» επιχειρηματίας· είναι μια εξωγήινη, από την κακόβουλη φυλή των Ανδρομεδανών, που θέλει να καταστρέψει τη Γη.
Ο Τέντι, συνοδευόμενος από τον ευάλωτο και διανοητικά διαφορετικό ξάδερφό του, τον Ντον, αποφασίζει να απαγάγει τη Φούλερ. Τη χωρίζει από τον έξω κόσμο. Τη φυλακίζει στο υπόγειο του σπιτιού του, της ξυρίζει το κεφάλι –μια πράξη που, στην παρανοϊκή λογική του, αποτρέπει κάποια επικοινωνία της Φούλερ με το εξωγήινο διαστημόπλοιο. Τέλος, της δίνει προθεσμία τεσσάρων ημερών· αν δεν πείσει τη «φιλόδοξη» αυτοκρατορική ηγεσία των Ανδρομεδανών, η Γη θα καταστραφεί, ειδικά κατά τη διάρκεια μιας επερχόμενης σεληνιακής έκλειψης που θα επιτρέψει στη μητρική μηχανή των εξωγήινων να εισέλθει αθέατη.
Μέσα από ορισμένα flash-backs, μαθαίνουμε ότι η μητέρα του Τέντι, Σάντι, συμμετείχε σε κλινική δοκιμή της εταιρείας Auxolith –μιας φαρμακοβιομηχανίας της Μισέλ– και έμεινε σε κώμα μετά από αυτό.
Σε μία σκηνή που παγώνει την ανάσα, ο Τέντι εφαρμόζει ηλεκτροσόκ, αναζητώντας αποδείξεις της εξωγήινης καταγωγής της Μισέλ –θεωρώντας ότι η ανθεκτικότητά της στον πόνο είναι ένδειξη ότι δεν είναι απλώς CEO, αλλά βασίλισσα ή υψηλόβαθμο μέλος της ανδρομεδανικής ιεραρχίας.
Με μια πρώτη ανάγνωση, η «Bugonia» μοιάζει μια τρελή ιστορία απαγωγών κι εξωγήινων, όμως, κάτω από την επιφάνεια κρύβεται μια πυκνή, διάφανη αλληγορία –και όπως συχνά συμβαίνει με τον Λάνθιμο, ο σουρεαλισμός δεν είναι στόχος, αλλά μέσο για να αποδομηθεί πιο βαθιά η πραγματικότητα.
Η Μισέλ Φούλερ δεν είναι απλώς εξωγήινη για τον Τέντι· αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά τεχνο-ολιγαρχών. Εταιρείες, όπως η δική της (φάρμακα, τεχνολογία) έχουν δύναμη συγκεντρωμένη και απρόσωπη. Στον κόσμο της «Bugonia», οι Ανδρομεδανοί δεν είναι μεταφορικά απλώς εξωγήινοι· είναι οι τεχνο-ολιγάρχες μας: Εκείνοι που κυβερνούν από ψηλά, αδιαφορούν για τις ζωές των «μικρών» και εκμεταλλεύονται τη φύση και τη βιολογία (όπως οι μέλισσες) χωρίς δισταγμό.
Η έννοια της μέλισσας δεν είναι τυχαία: Οι μελισσοκόμοι, η παραγωγή μελιού, η απειλή εξαφάνισης των μελισσών –όλα αυτά συνδέονται με την ευθραυστότητα του οικοσυστήματος. Η απώλεια των μελισσών δεν είναι μια περιβαλλοντική λεπτομέρεια· είναι ένα σύμβολο της οικολογικής κρίσης, της καταστροφής των φυσικών πόρων και της ασυνείδητης καταστροφής που επιτρέπει η κυριαρχία των μεγάλων εταιρειών. Ο Τέντι, στον αγώνα του, είναι ένας απελπισμένος φροντιστής της φύσης –αντιμέτωπος με έναν αντίπαλο που δεν βλέπει απλώς τη Γη ως πεδίο δράσης, αλλά ως εργαστήριο.
Ταυτόχρονα, η ταινία θίγει λεπτά την κοινωνική αποξένωση. Ο Τέντι και ο Ντον, απομονωμένοι, θεωρούμενοι από την κοινωνία ως «κραυγαλέα διαφορετικοί», βρίσκουν νόημα σε μια συνωμοσιολογική αφήγηση –μια αφήγηση που πολλοί στον σύγχρονο κόσμο ήδη συμμερίζονται, και η οποία, παρά την εξωφρενικότητά της, αντικατοπτρίζει κάτι αληθινό: Την αίσθηση ότι η εξουσία είναι αλλόκοτη, άπιαστη και ανήκει σε όντα που δεν κατανοούμε. Η ομολογία της Μισέλ ότι «οι άνθρωποι δεν μπορούν να βοηθήσουν τους εαυτούς τους» δεν είναι απλώς μια δήλωση απογοήτευσης· είναι μια σκοτεινή, σχεδόν τραγική παραδοχή πως η ανθρωπότητα, εγκλωβισμένη στο σύστημα που η ίδια δημιούργησε, είναι ανίσχυρη απέναντι σε αυτούς που κατέχουν την τεχνολογία, την οικονομική ισχύ και την πληροφόρηση.
Η επιλογή των εξωγήινων δεν είναι τυχαία επινόηση, αλλά καθρέφτισμα. Είναι αυτοί οι «Άλλοι» που αντιπροσωπεύουν όσους κατέχουν τεράστια ισχύ και για πολλούς είναι «άγνωστοι». Οι Ανδρομεδανοί δεν είναι απλώς ύποπτοι· είναι μυθικοί και σαρωτικοί, και η απειλή τους είναι τόσο υπαρκτή όσο και συμβολική.
Η αναμονή της έκλειψης της σελήνης λειτουργεί ως σύμβολο κρίσης. Μια ευκαιρία για εισβολή, για αλλαγή, για «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», λειτουργεί, όμως, και ως ειρωνεία. Αντί για εξωτερική, ξεκάθαρη απειλή, η εισβολή που φοβούνται είναι ήδη σε εξέλιξη· δεν χρειάζεται να έρθει από το διάστημα γιατί το «εξωγήινο» βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας: Στην κεφαλή των πολυεθνικών, στα γραφεία των τεχνοκρατών, στα εργαστήρια των φαρμακοβιομηχανιών.
Η ταινία δείχνει πώς η τεχνολογία και η συγκέντρωση του πλούτου γίνονται όπλα. Δεν απαιτείται ένας μοχθηρός εξωγήινος εισβολέας όταν έχεις CEOs που συμπεριφέρονται σαν να κυβερνούν μια αυτοκρατορία, σχεδιάζουν δοκιμές σε ανθρώπινες ζωές και αδιαφορούν για τις συνέπειες. Η δήλωση της Μισέλ ότι «δεν υπάρχουν αποδείξεις πως αλλάξαμε» γίνεται καθρέφτης της πραγματικότητας: Και αν δεν αλλάξουμε, ίσως, πράγματι, η καταστροφή να είναι αναπόφευκτη.
Ο Λάνθιμος δεν περιορίζεται στο να αφηγηθεί μια ιστορία· χτίζει ένα σκηνικό όπου η σουρεαλιστική παράνοια συναντά την ακραία πολιτική κριτική. Η χρήση ενός υπογείου ως σκηνικό απαγωγής, η απογύμνωση του κεφαλιού, η απομόνωση… Όλα αυτά δεν είναι μόνο κινηματογραφικά ευρήματα, αλλά μεταφορικές πράξεις απογύμνωσης εξουσίας.
Η μουσική — γραμμένη από τον Jerskin Fendrix — κινείται σε τόνους που συνδυάζουν το ορχηστρικό μεγαλείο με τον αγχωτικό θόρυβο, αντανακλώντας την εσωτερική ένταση του Τέντι και την κλιμακούμενη απειλή.
Η εικόνα, όπως πάντα στον Λάνθιμο, είναι ψυχρή και ακριβής: Μια ματιά που δεν φοβάται να αποκαλύψει την άβυσσο της ανθρώπινης αδυναμίας, ούτε να προσφέρει μια ειρωνική αποστασιοποίηση.
Η «Bugonia» μπορεί να διαβαστεί ως σύγχρονη πολιτική αλληγορία, όχι για ήρωες με παλιά όπλα, αλλά για ανθρώπους που παλεύουν ενάντια σε συστήματα απρόσωπα και ισχυρά. Δεν είναι απλώς μια ταινία επιστημονικής φαντασίας· είναι ένα προειδοποιητικό παραμύθι, γραμμένο με γλώσσα παράλογου, αλλά με νόημα αιχμηρό.
Η απαγωγή της Φούλερ δεν αποδίδει ηθική λύτρωση, δεν υπάρχει ξεκάθαρος νικητής ή ηττημένος. Αντίθετα, η ταινία αφήνει μια πικρή γεύση, την αίσθηση ότι ίσως δεν υπάρχει σωτηρία εκτός αν οικοδομήσουμε τον κόσμο από την αρχή και ότι οι «Άλλοι» που φοβόμαστε μπορεί να είμαστε εμείς οι ίδιοι, όταν στρέφουμε την τεχνολογία ενάντια στη φύση και ενάντια στους αδύναμους.
Σε έναν κόσμο όπου οι εξουσίες δεν φορούν πανοπλία αλλά κοστούμια, όπου η τεχνολογία δεν είναι εφεύρεση αλλά εργαλείο εξουσίας, η «Bugonia» του Λάνθιμου είναι ένας καθρέφτης. Και όχι εύκολος καθρέφτης· ένας καθρέφτης που μας κοιτά πίσω, με έντονα, ανήσυχα μάτια.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
