Σκέψεις CultArt: Black Rabbit

Η σειρά «Black Rabbit» δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό θρίλερ που παίζει με ρυθμούς και ανατροπές· είναι ένα καθρέφτισμα, όπου ο σύγχρονος άνθρωπος κοιτάζει και αναγνωρίζει, τα ξεθωριασμένα του χαρακτηριστικά. Με πρωταγωνιστές τους Jude Law και Jason Bateman στους ρόλους του Jake και του Vince, η αφήγηση τοποθετεί τον θεατή μέσα στον μικρόκοσμο μιας επιτυχημένης επιχειρηματικής βιτρίνας –ενός μπαρ/εστιατορίου που είναι ταυτόχρονα οικογένεια, επιχείρηση και πεδίο μάχης– και από εκεί τον σπρώχνει βαθύτερα προς τα σκοτεινά μονοπάτια που οδηγούν στoν υπόκοσμο. Η σειρά έχει την τόλμη να μην περιορίζεται στο είδος· μεταμορφώνεται σε κοινωνική, ψυχική και ηθική χωρίς να λείπουν τα στοιχεία του αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ.
Στη βάση της αφήγησης βρίσκεται η σχέση δύο αδελφών –του «διορθωμένου» Jake και του «χαλασμένου» Vince– που μοιάζει με δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Jake έχει οικοδομήσει μια προσεγμένη ανθρώπινη κατασκευή: Επιτυχία, εικόνα, έλεγχος. Ο Vince επιστρέφει σαν ένα ρήγμα στην επιφάνεια· φέρνει μαζί του χρέη, εθισμούς, παλιές κηλίδες που ο Jake είχε πιστέψει πως είχε καλύψει. Η δυναμική τους είναι παραπάνω από ένας απλός ρομαντισμός ανάμεσα σε «σωστό» και «λάθος»: Είναι μια μελέτη της κώφωσης που δημιουργεί η επιτυχία απέναντι στη ρίζα του πόνου. Ο Jake καλύπτει, δικαιολογεί, διαπραγματεύεται, όχι γιατί είναι αδύναμος, αλλά επειδή η αγάπη που νιώθει για τον αδελφό είναι ταυτόχρονα ασπίδα και θηλιά. Ο Vince, από την άλλη, μοιάζει να κινείται με ένα μόνιμο ψυχικό βάρος, αυτό της ενοχής και αυτοτιμωρίας· οι πράξεις του μοιάζουν αδέξιες αλλά φορτισμένες με παλιές αποφάσεις που ποτέ δεν εκτοξεύτηκαν προς το φως. Αυτή η σχέση των δύο τόσο διαφορετικών αδελφών είναι το δραματουργικό κέντρο· πάνω της στηρίζονται όλα τα υπόλοιπα –η βία, η διαφθορά, η προδοσία.
Από αυτόν τον πυρήνα ξεπροβάλλουν τα μεγάλα κοινωνικά θέματα: Ο υπόκοσμος που δρα σαν καρκίνωμα γύρω από τις επιχειρήσεις, οι πελάτες που νομίζουν ότι αγοράζουν εμπειρίες, ενώ καταναλώνουν ανομία και η κουλτούρα της επιτυχίας που συγκαλύπτει βιασμούς, αδικίες και εκμετάλλευση. Η σειρά δεν παρουσιάζει τον υπόκοσμο ως εξωτικό στοιχείο· τον δείχνει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός κόσμου, όπου οι οικονομικές συναλλαγές γίνονται με ψευδαισθήσεις ηθικής· όπου τα κοινωνικά δίχτυα είναι τόσο λεπτά που σπάνε με την πρώτη ταραχή. Η έμφαση δεν είναι στην εγκληματική διεργασία μόνο, αλλά στην ηθική φθορά που οδηγεί εκεί· στις μικρές συμβιβαστικές κινήσεις που μοιάζουν λογικές σε στιγμές κρίσης και που στο τέλος πολλαπλασιάζονται μέχρι να καταστρέψουν την ίδια την ταυτότητα.
Ένα ζήτημα που η σειρά το προσεγγίζει χωρίς να το εξωραΐζει είναι η αυτοκτονία –και εδώ η σειρά γίνεται ιδιαίτερα τολμηρή και επώδυνη. Ο θάνατος του Vince, που καταλήγει σε αυτοκτονία στην κορύφωση της ιστορίας, δεν παρουσιάζεται ως απλό «σκοτεινό κουτσομπολιό» ή ως εύκολη δραματική έξοδος· τοποθετείται σαν τελετουργία λύτρωσης και ομολογίας. Η αυτοκτονία εδώ έχει δύο όψεις: Είναι πράξη απόγνωσης, αλλά και μια σκόπιμη θυσία που ο Vince επιλέγει ως τρόπο να προστατεύσει αυτούς που αγαπά ή, πιο κυνικά, ως την τελευταία μορφή ελέγχου πάνω στην αφήγηση της ζωής του. Η σειρά δεν ιδεολογικοποιεί τη λύση, αλλά την τοποθετεί στο ηθικό δίλημμα που είχε πλέξει ο ίδιος ο χαρακτήρας. Η σειρά προτιμά να αφήνει το αίσθημα της αμηχανίας να δουλέψει ως καθρέφτης.
Στο ψυχολογικό πεδίο, η σειρά επιτυγχάνει γιατί δεν περιορίζεται σε αφηρημένες ψυχολογίες· φτιάχνει μικρές, χειροπιαστές στιγμές που φωτίζουν το γιατί οι ψυχές των δύο αδελφών αποτυγχάνουν να συνυπάρξουν αρμονικά. Ο Jake θυμίζει τον άνθρωπο που έχει επενδύσει όλη του την αξία στην εικόνα· η ασφάλεια που δημιουργεί του επιτρέπει να αντέξει την αληθινή ψυχική αγριότητα του παρελθόντος, ωστόσο φαίνεται να την αντέχει μόνο έως ένα σημείο. Ο Vince μοιάζει με άνθρωπο κατασκευασμένο απ’ τις αντιφάσεις: Θραυσματικός, επιθετικός, τρυφερός σε περιόδους, όπου κανείς δεν τον βλέπει. Οι σκηνές, όπου οι δυο τους επιστρέφουν σε παλιές φωτογραφίες, στα αντικείμενα μιας παιδικής ζωής, έχουν την πιο ανθρώπινη δύναμη· εκεί αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι οι πράξεις που τους ορίζουν αλλά οι τρόποι που απέτυχαν να τις εξηγήσουν και να τις συγχωρήσουν.
Τέλος, στα πολύ σημαντικά στοιχεία του «Black Rabbit» είναι η ικανότητα να κάνει το απλό, δηλαδή, την καθημερινότητα ενός εστιατορίου, τους ρυθμούς μιας μεγαλούπολης, να μοιάζει με απόλυτο σκηνικό μιας τραγωδίας. Η σειρά θυμίζει παλιές οικογενειακές τραγωδίες: Μικρές διαμάχες που κλιμακώνονται σε καταστροφή, μυστικά που σιγοκαίνε μέχρι να καταπιούν τους ανθρώπους. Όμως το μέγεθος της σύγχρονης ηθικής κρίσης δεν είναι μόνο προσωπικό· είναι συστημικό. Όπου ο Jake προσπαθεί να «σώσει» την επιχείρηση και όπου ο Vince προσπαθεί να σωθεί από τον εαυτό του, αποκαλύπτεται η αδυναμία ενός κόσμου που δεν έχει τρόπους να περιθάλψει τις ρωγμές του, μόνο τρόπους να τις εκμεταλλευτεί.
Σε τελευταία ανάλυση, το «Black Rabbit» μας αφήνει με μια αίσθηση πικρής συμπόνιας: Για τον κόσμο που φτιάχνουμε, για τις ψυχές που στενεύουν από την πίεση της εικόνας και για τους ανθρώπους που, αντί να μιλήσουν, αποφασίζουν να εξαφανιστούν με έναν τρόπο που μοιάζει σώφρων μέσα στην τρέλα του. Η σειρά δεν δίνει εύκολες απαντήσεις και γι’ αυτό ακριβώς μοιάζει τόσο αληθινή. Σαν όλα τα μεγάλα έργα, δεν τελειώνει, όταν το φως χαμηλώσει· συνεχίζει να δουλεύει μέσα μας, σαν μια πληγή που διδάσκει πως η πραγματική λύση δεν είναι να κλείσουμε τα μάτια αλλά να μάθουμε να βλέπουμε.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
