Σκέψεις CultArt: Το Παιδί

Το μυθιστόρημα «Το Παιδί» του Fernando Aramburu αποτελεί μια βαθιά και συνεπαγωγική νύξη στην τραγωδία, το πένθος, το συλλογικό και ατομικό τραύμα –είναι ένα έργο που δεν δίνει εύκολες λύσεις στον αναγνώστη αλλά τον καλεί σε εγρήγορση, σε σύγκρουση με τη φθαρτότητα, τη μνήμη, το αδύνατο. Σε ένα τραγικό σκηνικό –μία έκρηξη αερίου σε σχολείο της μικρής πόλης Ορτουέγια στη Χώρα των Βάσκων, το 1980– ο Aramburu στήνει ένα συμπαγές και πολυφωνικό αφήγημα που διαπερνά ατομικά τραύματα και συλλογικές ρωγμές, αποφεύγοντας ωστόσο τον μελοδραματισμό και τη φανταχτερή «λύτρωση». Αυτό ακριβώς είναι, άλλωστε, το στοίχημά του και η λογοτεχνική του επιτυχία.
Η βασική πλοκή της ιστορίας τοποθετείται στο πρόσωπο του συνταξιούχου Νικάσιο, ο οποίος κάθε Πέμπτη επισκέπτεται τον εγγονό του στον τάφο του στο νεκροταφείο της Ορτουέγια. Το παιδί ήταν ένα από τα πολλά παιδιά που χάθηκαν εξαιτίας της έκρηξης. Η απώλεια λειτουργεί εδώ ως καταλύτης: Ο Νικάσιο βρίσκεται διαρκώς μπροστά στο κενό ενός εγγονού που δεν είναι πια εδώ και η επίσκεψη στο κοιμητήριο δεν είναι ακριβώς ιεροτελεστία αλλά μάλλον ένας τρόπος να κρατήσει ζωντανή τη σκιά, τον δεσμό, την ενοχή.
Παράλληλα, η αφήγηση περνά μέσα από τις μαρτυρίες της μητέρας –έξι, επτά χρόνια μετά– και του οικογενειακού περιβάλλοντος, που βλέπουν τις ζωές τους να αλλάζουν ριζικά εξαιτίας της τραγωδίας. Το δυστύχημα αποδεικνύεται ότι δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός· είναι θραύσμα ενός κόσμου που κλονίζεται, είναι φανέρωση του πώς η ζωή εντός μιας κοινότητας μπορεί να ανατραπεί ανεπανόρθωτα. Η αφήγηση είναι πολυφωνική (με εναλλαγές προσώπων, χρόνων, αφηγήσεων) και έτσι αποφεύγει την παθητική θυματοποίηση. Ο Aramburu δεν αφήνει μόνο τον παππού να μιλάει, αλλά δίνει φωνές στο περιβάλλον, στην οικογένεια, στην κοινωνία.
Ο Aramburu δηλώνει ότι «το υλικό της δουλειάς του… δεν είναι η αλήθεια, αλλά το σύνολο των λεπτομερειών που θα του επιτρέψουν μια συνεκτική αναπαράσταση ιδιωτικών ζωών». Αυτό σημαίνει πως δεν γράφει ντοκουμέντο, αλλά λογοτεχνία και την ίδια στιγμή ένα είδος συλλογικής μαρτυρίας.
Το βιβλίο, όμως, πέρα από λογοτεχνία θίγει μια πληθώρα ζητημάτων. Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει είναι η διαχείριση της απώλειας, του προσωπικού τραύματος. Ο Νικάσιο, η μητέρα, οι οικογένειες βιώνουν μία απώλεια που δεν έχει επιστροφή. Δεν υπάρχει το παιδί. Και στο βιβλίο η απώλεια αυτή δεν «λύνεται» με μια απλή κάθαρση· δεν υπάρχει εύκολη λύση.
Η ενοχή είναι το δεύτερο βασικό ζήτημα που θίγεται: «Μπορούσε να κάνει κάτι για να σώσει τα παιδιά;» αναρωτιέται ο παππούς. Αυτό σημαίνει πως η απώλεια διαπλέκεται με την ιδέα της ευθύνης, του «ήμουν εγώ υπεύθυνος;» ή «θα μπορούσα να έχω αντιδράσει». Η σκιά της δυνατότητας που δεν γίνεται όμως πράξη. Αυτή η ενοχή μένει αποτυπωμένη στις ζωές των επιζησάντων.
Τρίτον, είναι και η συλλογική διάσταση: Η πόλη αυτή στην πολύπαθη χώρα των Βάσκων, αποτέλεσε σκηνικό του δυστυχήματος· η τραγωδία δεν είναι ιδιωτική μόνο αλλά κοινωνική. Η συνέπεια για μία κοινωνία που έχει βιώσει –και βιώνει– βία, τραύμα, συλλογική μνήμη είναι χρήσιμη για να διαβάσουμε το πώς η κοινωνία μετακινείται από την άρνηση στη μνήμη, από τη σιωπή στην επεξεργασία. Ο Aramburu φαίνεται να γράφει ακριβώς αυτό: Πώς ένα γεγονός που «έσκασε» στο παρελθόν συνεχίζει να διαμορφώνει (ή μήπως παραμορφώνει;) το παρόν.
Ένα ακόμη κοινωνικό στοιχείο είναι η αναμέτρηση με τον χρόνο και η αδυναμία της λήθης. Ο χρόνος δεν «γιατρεύει» αυτόματα· το νεκροταφείο γίνεται σύμβολο όχι τόσο της τραγωδίας όσο της διαρκούς επιστροφής που συνοδεύεται από τα ανείπωτα.
Οι ζωές δεν συνεχίζονται απρόσκοπτα· η είσοδος στη ζωή της απώλειας διαμορφώνει μια νέα κανονικότητα, ένα διαρκές δίλημμα: «Ζω με τον νεκρό» ή «ζω με τη σκιά του θανάτου του». Κοινωνικά, η ανάδειξη της συλλογικής υπευθυνότητας και της αδυναμίας του κοινωνικού σώματος, αλλά και της πολιτικής εξουσίας να προστατεύσει τα αδύναμα μέλη της είναι έκδηλη. Η πόλη και η κοινωνία ως σύνολο, αλλά και η πολιτική εξουσία καλείται να αναμετρηθεί με το γεγονός ότι πολλά μικρά παιδιά χάθηκαν. Η τραγωδία γίνεται δείκτης μιας μεγαλύτερης αποτυχίας: Της ασφάλειας, της προνοητικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η αφήγηση επίσης θίγει το θέμα της επικοινωνίας ή τη μη ύπαρξη αυτής. Με τον θάνατο δεν μιλάς αλλά μένεις μόνος. Ο ήρωας δεν ψάχνει απαντήσεις, δεν διεκδικεί κάθαρση. Αυτό αποκαλύπτει μια ώριμη συνειδητοποίηση ότι η τραγωδία δεν εξαγνίζει απαραίτητα και δεν κλείνει με συγχώρεση – ή έστω, η συγχώρεση δεν είναι δεδομένη, δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια διαδικασία.
Τέλος, είναι και το συλλογικό τραύμα. Η πόλη αυτή στη χώρα των Βάσκων δεν είναι απλώς σκηνικό· η ιστορία της είναι γεμάτη βία, ένοπλες συγκρούσεις, κοινωνικές ρωγμές. Η έκρηξη του σχολείου γίνεται έτσι μια μεταφορά για το πώς μία κοινωνία μπορεί να συγκλονιστεί από ένα γεγονός και να αναγκαστεί να αποδεχτεί πως η ασφάλεια δεν είναι ποτέ δεδομένη. Ο Aramburu δεν χαρίζεται, δεν απαλύνει, δεν αφαιρεί την πραγματικότητα. Γράφει με ευθύτητα και με σεβασμό προς το τραύμα.
Η γλώσσα του Aramburu είναι χαρακτηριστική. Είναι εξομολογητική χωρίς να είναι εξομολόγηση. Δεν πέφτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, δεν εκκινεί στην ευκολία της συγκίνησης. Αντίθετα, χτίζει την αφήγηση με οικονομία, με σιωπές, με τη μεγάλη τέχνη του αραιού αλλά ουσιαστικού.
Η πολυφωνικότητα του έργου είναι επίσης στυλιστικό και ηθικό του εύρημα: Πολλαπλές αφηγηματικές φωνές που δεν συγκλίνουν πάντα, που δεν «δίνουν» όλα τα στοιχεία στο ακέραιο, αλλά αφήνουν αδράνεια, αντιφάσεις, ασάφειες, όπως συμβαίνει και στη ζωή. Αυτός ο πολλαπλός τόνος, η εναλλαγή αφηγητών και χρόνου, επιτρέπει στον αναγνώστη να δει πως δεν υπάρχει μία «αλήθεια» για την τραγωδία· υπάρχουν πολλές.
Επιπλέον, η επιλογή του Aramburu να βασίσει το μυθιστόρημα σε πραγματικό περιστατικό, αλλά να το επεξεργαστεί λογοτεχνικά – να μεταφέρει την τραγωδία στον χώρο της φαντασίας, χωρίς να την εξωραΐζει– είναι απόδειξη της λογοτεχνικής του ωριμότητας. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι πως η αφήγηση δεν εξαγνίζει, αλλά κοιτά τον πόνο και την απώλεια κατάματα – χωρίς να απαιτεί λύτρωση για να γίνει «καλή» ιστορία και αυτό επιτρέπει στον αναγνώστη να προσεγγίσει το τραύμα και όχι να το παρατηρήσει από απόσταση.
Διαβάζοντας, όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο, μοιραία έκανα τη σύνδεση με το έγκλημα των Τεμπών. Αν και δεν πρόκειται για όμοιες καταστάσεις, πρόκειται, όμως, για καταστάσεις που έχουν ορισμένα όμοια χαρακτηριστικά. Η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια αναμετράται με μία βαθιά κοινωνική και ηθική κρίση μέσω του Εγκλήματος των Τεμπών –το οποίο συγκλόνισε την κοινή γνώμη και άνοιξε θέμα ευθύνης, θεσμικής αδράνειας και συλλογικού τραύματος. Σε αυτήν την κατεύθυνση το «Το Παιδί» μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης.
Στην ελληνική περίπτωση, η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι «ατύχημα» στην πλήρη έννοια του όρου· είναι αποτέλεσμα πολιτικής διαφθοράς και εγκληματικής αμέλειας πολιτικών προσώπων και της εταιρίας που είχε αναλάβει τον «εκσυγχρονισμό» του ελληνικού σιδηροδρόμου. Όμως το κοινό με το μυθιστόρημα του Aramburu είναι πως και στις δύο περιπτώσεις η απώλεια ενός παιδιού (ή πολλών παιδιών) γίνεται το σύμβολο μιας κοινωνίας που πρέπει να κοιτάξει τη ρωγμή της – όχι μόνο ως τεχνική αποτυχία, αλλά ως ηθική και κοινωνική και στην περίπτωση των Τεμπών πολιτική αποτυχία.
Όπως ο Νικάσιο πηγαίνει στο νεκροταφείο, για να επισκεφτεί τον εγγονό που χάθηκε, έτσι και η ελληνική κοινωνία καλείται να μην ξεχάσει, όσο και αν η κυβέρνηση κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να επιβάλλει τη λήθη με αποκορύφωμα τη χουντική τροπολογία για τον Άγνωστο Στρατιώτη. Όμως, η λήθη δεν μπορεί πάντα να επιβληθεί. Η ελληνική κοινωνία δεν θα ξεχάσει και προπάντων δεν θα επιτρέψει καμία συγκάλυψη όσο και αν η παρούσα κυβέρνηση κάνει τα πάντα για να συγκαλύψει την αλήθεια. Το έργο του Aramburu υπενθυμίζει πως, όταν ένα παιδί χάνεται, δεν χάνει μόνο ένας παππούς, μια οικογένεια· χάνει μια κοινότητα, χάνει ο κοινωνικός ιστός.
Το ζήτημα της ευθύνης –προσωπικής, συλλογικής, θεσμικής, πολιτικής– είναι κοινό. Στο βιβλίο, η ενοχή δεν απονέμεται με μονοκόμματα σχήματα· υπάρχει η υποψία, η παρότρυνση, η απραξία. Στην ελληνική τραγωδία των Τεμπών, το ερώτημα «ποιος ευθύνεται;» έγινε δημόσιο, διαρκές. Και το ερώτημα «πώς θα αναστηθεί η εμπιστοσύνη;» παραμένει.
Τέλος, το συλλογικό τραύμα δεν αφορά μόνο την οικογένεια των θυμάτων, αλλά το σύνολο της κοινωνίας. Όπως στο μυθιστόρημα «Το Παιδί», όπου η κοινωνία της Ορτουέγια δεν μπορεί να συνεχίσει όπως πριν, έτσι και η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει «σαν να μη έγινε τίποτα». Χρειάζεται προς τα εμπρός να υπάρξει μετασχηματισμός, αναστοχασμός και μνήμη.
«Το Παιδί» είναι ένα βιβλίο λιτό, ισορροπημένο, συγκινητικό χωρίς να εκβιάζει τη συγκίνηση· δυνατό χωρίς να φωνάζει. Ο Aramburu μας υπενθυμίζει πως η απώλεια – προσωπική ή συλλογική– δεν επιδέχεται εύκολη λύση, πως η σιωπή δεν είναι πάντα λύση, αλλά συχνά μέρος του προβλήματος και πως η λογοτεχνία, όταν γίνεται με τέτοιο τρόπο, μπορεί να γίνει καθρέφτης και τομή της εποχής της. Και εν τέλει, στη σύνδεση με την ελληνική πραγματικότητα: Όσο και αν η χρονική και γεωγραφική απόσταση μοιάζει μεγάλη, τα βασικά ζητήματα είναι ίδια: Οι ευθύνες, το τραύμα, η μνήμη, ο κοινωνικός ιστός. «Δεν είμαι εδώ για να γράψω ένα απλό έργο τέχνης», λέει ο συγγραφέας· «είμαι εδώ για να κρατήσω τη μαρτυρία των λεπτομερειών».
Ας διαβαστεί λοιπόν το βιβλίο, όχι ως καλλιτεχνικό προϊόν μόνο, αλλά ως πρόσκληση να σταθούμε στο «τίποτα που μας περιμένει», όπως λέει μια φράση σε άλλο έργο του και να πράξουμε, ώστε αυτό το τίποτα να μην μείνει άνευ νοήματος.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
