Σκέψεις CultArt: Στόουνερ

Το Στόουνερ του John Williams είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν φωνάζουν· ψιθυρίζουν. Και όμως, ο ψίθυρός τους αντηχεί για χρόνια μέσα στον αναγνώστη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα φαινομενικά απλό, σχεδόν λιτό, που αφηγείται τη ζωή ενός ανθρώπου χωρίς εξάρσεις, χωρίς ηρωισμούς, χωρίς εξωτερικά δράματα μεγάλης κλίμακας. Κι όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή τη σιωπηλή πορεία, ο Williams κατορθώνει να συλλάβει κάτι θεμελιώδες: την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, το βάρος της καθημερινότητας, την τραγικότητα, αλλά και την αξιοπρέπεια μιας ζωής που δεν δικαιώνεται από τον κόσμο, αλλά επιμένει να υπάρχει.
Ο William Stoner γεννιέται στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια στο Μισούρι. Οι γονείς του είναι άνθρωποι σκληραγωγημένοι από τη γη, σιωπηλοί, σχεδόν άκαμπτοι, φορείς μιας ζωής που δεν προσφέρει εναλλακτικές. Ο Στόουνερ στέλνεται στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει γεωπονία, όχι από φιλοδοξία αλλά από ανάγκη. Εκεί, σχεδόν τυχαία, έρχεται σε επαφή με τη λογοτεχνία και βιώνει μια εσωτερική αποκάλυψη: την αναγνώριση ότι υπάρχει κάτι που τον αφορά βαθιά, κάτι που δεν είναι χρηστικό αλλά ουσιώδες. Η αγάπη του για τη λογοτεχνία τον οδηγεί να εγκαταλείψει τη γεωπονία και να αφιερωθεί στη διδασκαλία. Από εκεί και πέρα, η ζωή του εκτυλίσσεται μέσα στο πανεπιστήμιο, σε έναν γάμο αποτυχημένο, σε συγκρούσεις μικρές αλλά καθοριστικές, σε έναν έρωτα που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί και τελικά σε έναν θάνατο ήσυχο, σχεδόν ανεπαίσθητο.
Σε επίπεδο πλοκής, το Στόουνερ δεν επιδιώκει την ένταση· επιδιώκει τη διάρκεια. Ο Williams ενδιαφέρεται όχι για τα μεγάλα γεγονότα, αλλά για τη συσσώρευση των μικρών: τις σιωπές, τις παρανοήσεις, τις επιλογές που δεν έγιναν, τις στιγμές που χάθηκαν χωρίς να αναγνωριστούν ως καθοριστικές. Αυτή η αφηγηματική επιλογή δεν είναι απλώς αισθητική· είναι βαθιά φιλοσοφική. Το βιβλίο υποστηρίζει, χωρίς να το διακηρύσσει ότι οι περισσότερες ζωές δεν είναι επικές και ότι αυτό δεν τις καθιστά λιγότερο αληθινές.
Σε κοινωνικό επίπεδο, το μυθιστόρημα αποτυπώνει με λεπτότητα τις δομές της αμερικανικής κοινωνίας του 20ού αιώνα. Η μετάβαση από την αγροτική ζωή στην ακαδημαϊκή κοινότητα δεν σημαίνει απελευθέρωση. Ο Στόουνερ κουβαλά πάντοτε το βάρος της καταγωγής του, μια αίσθηση αδεξιότητας, σχεδόν ενοχής, απέναντι σε έναν κόσμο πιο εκλεπτυσμένο, πιο κυνικό. Το πανεπιστήμιο, αντί να λειτουργήσει ως χώρος πνευματικής ελευθερίας, αποκαλύπτεται συχνά ως πεδίο μικροπολιτικής, ανταγωνισμών και προσωπικών φιλοδοξιών. Η σύγκρουσή του με τον Lomax και η υπόθεση του Charles Walker δείχνουν πώς η εξουσία, ακόμη και σε χώρους γνώσης, μπορεί να είναι αυθαίρετη και ανελέητη.
Πολιτικά, το Στόουνερ δεν είναι στρατευμένο, αλλά είναι βαθιά πολιτικό με έναν υπόγειο τρόπο. Η απουσία μεγάλων ιστορικών γεγονότων από το προσκήνιο –ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, για παράδειγμα, περνά σχεδόν σιωπηλά– υπογραμμίζει μια άλλη αλήθεια: ότι για πολλούς ανθρώπους, η Ιστορία δεν είναι κάτι που βιώνεται ως δράμα, αλλά ως φόντο. Ο Στόουνερ δεν γίνεται ήρωας, δεν διαμορφώνει τον κόσμο· διαμορφώνεται από αυτόν. Και μέσα σε αυτήν την παθητικότητα αναδεικνύεται μια σκληρή πολιτική θέση: ότι τα συστήματα, κοινωνικά και θεσμικά, συνθλίβουν συχνά εκείνους που δεν διαθέτουν τη θέληση ή την ικανότητα να τα χειριστούν.
Ψυχολογικά, ο Στόουνερ είναι μια μορφή βαθιάς εσωστρέφειας. Δεν είναι αδύναμος, αλλά ούτε και δυναμικός με τον τρόπο που επιβραβεύει η κοινωνία. Η τραγικότητά του έγκειται στην αδυναμία του να εκφράσει τον εαυτό του συναισθηματικά, να διεκδικήσει, να συγκρουστεί ουσιαστικά. Ο γάμος του με την Edith είναι ίσως η πιο οδυνηρή έκφραση αυτής της ανικανότητας επικοινωνίας: δύο άνθρωποι παγιδευμένοι σε μια σχέση χωρίς αγάπη, χωρίς κατανόηση, χωρίς διέξοδο. Ο Williams δεν αποδίδει ευθύνες με ευκολία· δείχνει πώς οι χαρακτήρες είναι προϊόντα φόβου, κοινωνικών προσδοκιών και εσωτερικών αδιεξόδων.
Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η ερώτηση για το νόημα της ζωής. Τι σημαίνει να ζεις; Υπάρχει νόημα σε μια ζωή που δεν αφήνει ίχνη; Το βιβλίο απαντά χωρίς ρητορική: το νόημα δεν βρίσκεται στην αναγνώριση, ούτε στην επιτυχία, αλλά στην αφοσίωση. Ο Στόουνερ βρίσκει νόημα στη λογοτεχνία, στη διδασκαλία, στη σιωπηλή του σχέση με τα κείμενα. Η αγάπη του για αυτό που κάνει δεν τον σώζει από τον πόνο, αλλά του προσφέρει μια εσωτερική συνοχή. Και αυτό, για τον Williams, φαίνεται να είναι αρκετό.
Η σημασία του να κάνεις πράγματα που αγαπάς δεν παρουσιάζεται ως συνταγή ευτυχίας. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως πράξη αντίστασης απέναντι στην κενότητα. Ο Στόουνερ δεν είναι ευτυχισμένος άνθρωπος· είναι, όμως, πιστός σε κάτι που τον υπερβαίνει. Και μέσα σε αυτήν την πίστη, η ζωή του αποκτά βάρος, ακόμη κι αν δεν αποκτά λάμψη.
Τέλος, η περιγραφή του θανάτου του Στόουνερ είναι από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της παγκόσμιας λογοτεχνίας ακριβώς επειδή είναι απλή. Δεν υπάρχει δραματοποίηση, δεν υπάρχει λύτρωση με την κλασική έννοια. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που, καθώς χάνει τις αισθήσεις του, κρατά στα χέρια του το ίδιο του το βιβλίο, σαν να κρατά τη ζωή του συμπυκνωμένη σε λέξεις. Ο θάνατός του δεν αναιρεί τη ζωή του· την ολοκληρώνει. Και μέσα σε αυτήν την ήσυχη αποχώρηση, ο Williams μάς υπενθυμίζει ότι η αξία μιας ύπαρξης δεν μετριέται από το πόσο θορυβώδης ήταν, αλλά από το πόσο αληθινή.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
