Σκέψεις CultArt: Οι Δημοκράτορες

Η παράσταση «Οι Δημοκράτορες» σε σκηνοθεσία Γιάννη Αποσκίτη δεν επιχειρεί απλώς να μιλήσει για την πολιτική· επιχειρεί να την απογυμνώσει. Να την αφήσει χωρίς τα τελετουργικά της, χωρίς τη γλώσσα της ευπρέπειας, χωρίς τις λέξεις που συνήθως τη συγκαλύπτουν. Πρόκειται για μια αμιγώς πολιτική παράσταση, όχι με την έννοια του συνθήματος, αλλά με την έννοια της βαθιάς, ανήσυχης πολιτικής σκέψης: Εκείνης που δεν χαϊδεύει, αλλά τραυματίζει· που δεν καθησυχάζει, αλλά θέτει ερωτήματα επικίνδυνα. Τα μεγάλα «όπλα» της είναι οι έξυπνοι διάλογοι, οι ατάκες που δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις, το επιβλητικό σκηνικό, ο φωτισμός και ηθοποιοί με απίστευτες ερμηνείες.
Η πλοκή εκτυλίσσεται σε έναν κόσμο που μοιάζει οικείος και ταυτόχρονα εφιαλτικά παραμορφωμένος. Έναν κόσμο όπου η δημοκρατία έχει απομείνει ως λέξη, ως τίτλος, ως ταμπέλα πάνω σε ένα καθεστώς αυστηρά ελεγχόμενο. Οι «Δημοκράτορες» είναι οι φορείς που επικαλούνται τη λογική, αλλά την έχουν ευθυγραμμίσει πλήρως με την υπακοή. Η αλληγορία λειτουργεί με ακρίβεια χειρουργική. Δεν κατονομάζει συγκεκριμένα καθεστώτα, δεν δείχνει με το δάχτυλο ιστορικές στιγμές· ωστόσο, κάθε φράση, κάθε σιωπή, κάθε επιβολή μοιάζει να αντλεί υλικό από τις σκοτεινές πολιτικές εποχές που ζούμε σήμερα –εποχές που απέχουν ελάχιστα από μια δυστοπία, ίσως επειδή ήδη κατοικούμε μέσα της.
Η δράση εξελίσσεται σαν ένας φαύλος κύκλος εξουσίας από την κλινική Νιούμαν στη χώρα της Ωρυγίας και πίσω. Οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε έναν μηχανισμό κανόνων, θεσμών και «λογικών» αποφάσεων που παρουσιάζονται ως αναγκαίες για τη διατήρηση της τάξης, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι στην κλινική Νιούμαν σε σχέση με τα υπογεία (αντί για υπουργεία) της Ωρυγίας. Αν στην κλινική Νιούμαν ο στόχος είναι να πας πάνω, στην Ωρυγία ο στόχος είναι να πας κάτω. Αν στην κλινική Νιούμαν υπάρχουν ξεκάθαρα τρελοί και γιατροί που προσπαθούν να τους κάνουν καλά, τότε στην Ωρυγία οι ρόλοι αντιστρέφονται. Μήπως, όμως, τελικά, φαίνεται τρελός αυτός που καταγγέλει τη θεσμοθετημένη και γενικευμένη τρέλα;
Η βία δεν είναι κραυγαλέα· είναι θεσμική, αποστειρωμένη, σχεδόν αόρατη. Δεν επιβάλλεται με όπλα, αλλά με επιχειρήματα. Και αυτό ακριβώς την καθιστά πιο επικίνδυνη. Ο θεατής δεν καλείται να αντιδράσει απέναντι σε έναν τύραννο, αλλά να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε ένα σύστημα που λειτουργεί «σωστά».
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται το ερώτημα της ευθύνης. Ποιος ευθύνεται, όταν όλοι απλώς εκτελούν κανόνες; Όταν όλοι υπακούν σε κάτι που παρουσιάζεται ως λογικό, αναγκαίο, αναπόφευκτο; Οι χαρακτήρες των «Δημοκρατόρων» δεν είναι τέρατα. Είναι άνθρωποι καθημερινοί, πειθαρχημένοι, πεπεισμένοι ότι υπηρετούν το κοινό καλό. Η παράσταση αποδομεί αυτήν ακριβώς την αφήγηση: Το πώς το «καλό» μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο καταστολής, όταν αποσυνδέεται από την κριτική σκέψη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι έννοιες της Λογικής και της Υπακοής, που διατρέχουν το έργο σαν υπόγειο ρεύμα. Κάποια στιγμή διατυπώνεται η θέση πως «είναι λογικό κάποιος να υπακούει τους κανόνες» και πως «η λογική καθορίζεται από τους θεσπισμένους κανόνες». Πρόκειται για μια φράση-κλειδί, σχεδόν επικίνδυνα πειστική. Διότι πράγματι, σε κάθε οργανωμένη κοινωνία, η υπακοή παρουσιάζεται ως δείγμα ωριμότητας, υπευθυνότητας, λογικής συμπεριφοράς. Όμως τότε έρχεται το ρήγμα: Η ερώτηση ενός χαρακτήρα, απλή στη διατύπωσή της αλλά εκρηκτική στο περιεχόμενο: «Ποια η διαφορά της λογικής από την υπακοή;»
Η ερώτηση αυτή δεν απαντάται εύκολα, ούτε μέσα στο έργο ούτε έξω από αυτό. Αντίθετα, λειτουργεί σαν καθρέφτης. Η λογική, όταν ορίζεται αποκλειστικά από τους κανόνες, παύει να είναι εργαλείο σκέψης και γίνεται εργαλείο συμμόρφωσης. Μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής της εξουσίας. Η υπακοή, από την άλλη, ντύνεται με τον μανδύα της λογικής για να μην αμφισβητηθεί. Έτσι, η ανυπακοή παρουσιάζεται ως παράλογη, επικίνδυνη, αντικοινωνική. Οι «Δημοκράτορες» αναδεικνύουν αυτόν τον επικίνδυνο συγκερασμό: Τη στιγμή που η λογική παύει να ρωτά «γιατί» και αρκείται στο «έτσι είναι».
Σε αυτό το σημείο η παράσταση αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης πολιτικής παθολογίας. Ζούμε σε κοινωνίες, όπου οι κανόνες πολλαπλασιάζονται, οι επιταγές αυξάνονται και η αμφισβήτηση αντιμετωπίζεται ως απειλή. Η υπακοή δεν απαιτεί πια φόβο· απαιτεί συναίνεση. Και η συναίνεση χτίζεται πάνω σε μια κατασκευασμένη λογική, που παρουσιάζεται ως ουδέτερη, αντικειμενική, αναπόφευκτη. Οι χαρακτήρες του έργου δεν υπακούν επειδή τους αναγκάζουν, αλλά επειδή πιστεύουν πως δεν υπάρχει εναλλακτική.
Σκηνοθετικά, ο Γιάννης Αποσκίτης επιλέγει μια διαφορετική προσέγγιση, που ενισχύει το αίσθημα της αποξένωσης. Ο λόγος έχει πρωταγωνιστικό ρόλο –όχι ως ρητορική επίδειξη, αλλά ως μηχανισμός εξουσίας. Οι παύσεις, οι επαναλήψεις, οι έξυπνα δομημένοι διάλογοι δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον, όπου ακόμα και η σκέψη μοιάζει να επιτηρείται. Το σώμα των ηθοποιών λειτουργεί ως πεδίο πειθαρχίας: Ελεγχόμενο, μετρημένο, συχνά εγκλωβισμένο σε επαναλαμβανόμενες κινήσεις που θυμίζουν τελετουργία.
Οι «Δημοκράτορες» δεν προσφέρουν λύσεις. Δεν χαρίζουν κάθαρση. Αντίθετα, αφήνουν τον θεατή με μια ανησυχία που δεν κλείνει εύκολα. Με το ερώτημα, αν τελικά η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι η βίαιη κατάλυσή της, αλλά η ήσυχη, λογική, πειθαρχημένη μεταμόρφωσή της σε κάτι άλλο. Σε ένα σύστημα, όπου όλοι υπακούν και κανείς δεν σκέφτεται –ή, χειρότερα, όπου η σκέψη έχει μάθει να υπακούει.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ανατρεπτική δύναμη της παράστασης: Στο ότι μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τις πιο αυτονόητες λέξεις μας. Τι σημαίνει λογικό; Τι σημαίνει υπεύθυνο; Και τελικά, πόση υπακοή χωράει μέσα στη δημοκρατία πριν πάψει να είναι δημοκρατία; Οι «Δημοκράτορες» δεν απαντούν. Απαιτούν όμως να μην σταματήσουμε να ρωτάμε. Και αυτό, σε σκοτεινούς καιρούς, είναι ίσως η πιο επαναστατική πράξη από όλες.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
