Σκέψεις CultArt: Ανεξάρτητα Κράτη

Η θεατρική παράσταση «Ανεξάρτητα Κράτη» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη δεν είναι απλώς ένα πολιτικό δράμα· είναι μια σκηνική τομή μέσα στο σώμα της σύγχρονης εξουσίας. Ένα έργο που δεν αρκείται στο να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά επιμένει να ξεσκεπάσει τους μηχανισμούς που γεννούν τη βία, τη σιωπή και τη συνενοχή. Πρόκειται για μια παράσταση που δεν επιδιώκει την άνεση του θεατή, αλλά τη διατάραξή του· που δεν ζητά απλώς κατανόηση, αλλά θέση.
Σε επίπεδο πλοκής, το έργο κινείται γύρω από έναν φαινομενικά ανεξάρτητο δημοσιογραφικό οργανισμό και τα πρόσωπα που τον στελεχώνουν: δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες, εργαζόμενοι που κινούνται σε έναν χώρο όπου η έννοια της «αλήθειας» μοιάζει ρευστή, διαπραγματεύσιμη, επικίνδυνη. Η αποκάλυψη μιας μεγάλης υπόθεσης –αυτή της φαινομενικής αυτοκτονίας του γιατρού Τσιρώνη, ο οποίος είχε ταμπουρωθεί για μήνες στο σπίτι του ανακηρύσσοντάς το ανεξάρτητο κράτος– αγγίζει κρατικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και λειτουργεί ως καταλύτης για την εξέλιξη της ιστορίας. Από εκεί και πέρα, το έργο δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι θα αποκαλυφθεί, όσο για το τι κοστίζει η αποκάλυψη. Και κυρίως: ποιοι πληρώνουν τελικά το τίμημα;
Η παράσταση φωτίζει με σκληρό, σχεδόν ανελέητο τρόπο το φαινόμενο των κρατικών δολοφονιών. Όχι ως μεμονωμένα εγκλήματα, αλλά ως οργανωμένες πρακτικές ενός συστήματος που αυτοπροστατεύεται. Οι άνθρωποι που αγωνίζονται για την αλήθεια –δημοσιογράφοι, ερευνητές, μάρτυρες– δεν παρουσιάζονται ως ήρωες με την κλασική έννοια. Είναι εύθραυστοι, φοβισμένοι, συχνά μόνοι. Και ακριβώς γι’ αυτό επικίνδυνοι για την εξουσία. Η εξόντωσή τους δεν γίνεται πάντα με σφαίρες· γίνεται με δυσφήμιση, με ψυχολογική εξουθένωση, με «ατυχήματα», με «αυτοκτονίες» που φέρουν τη σφραγίδα της δολοφονίας. Το κράτος δεν σκοτώνει πάντα απευθείας· δημιουργεί συνθήκες θανάτου.
Οι εφημερίδες και οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί παρουσιάζονται όχι ως ουδέτεροι φορείς πληροφόρησης, αλλά ως ενεργά γρανάζια του ίδιου συστήματος εξουσίας. Στο όνομα της αντικειμενικότητας, συγκαλύπτουν, αποσιωπούν, παραποιούν. Η αλήθεια γίνεται προϊόν, και όπως κάθε προϊόν, υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Δεν δημοσιεύεται ό,τι είναι αληθινό, αλλά ό,τι είναι συμφέρον. Και όταν η αλήθεια απειλεί μεγάλα πολιτικά ή οικονομικά κέντρα, τότε βαφτίζεται «ακραία», «αναξιόπιστη», «επικίνδυνη».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, επιβάλλεται μια ομερτά σιωπής στους εργαζομένους. Δεν είναι πάντα αποτέλεσμα άμεσου εκβιασμού· συχνά είναι εσωτερικευμένη. Οι χαρακτήρες μαθαίνουν να μη ρωτούν, να μη βλέπουν, να μη θυμούνται. Και όταν χρειάζεται να δικαιολογήσουν τη στάση τους, επιστρατεύουν το πιο ισχυρό άλλοθι: τα παιδιά. «Έχω παιδιά να θρέψω». Μια φράση που ακούγεται ανθρώπινη, σχεδόν αυτονόητη, αλλά μέσα στην παράσταση απογυμνώνεται από την ηθική της επίφαση. Τα παιδιά μετατρέπονται σε εργαλείο αυτοαθώωσης, σε ασπίδα που προστατεύει τη δειλία, τη συνενοχή, την άρνηση της ευθύνης. Το έργο δεν καταδικάζει εύκολα, αλλά θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα: τι είδους κόσμο φτιάχνουμε για τα παιδιά μας, όταν προδίδουμε την αλήθεια στο όνομά τους;
Ιδιαίτερα συγκλονιστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η παράσταση προσεγγίζει τον σεξισμό και τη σεξουαλική βία στους χώρους εργασίας. Οι γυναίκες χαρακτήρες βρίσκονται συχνά σε θέσεις ευάλωτες, εκτεθειμένες σε εξουσία ανδρική, αυταρχική, ατιμώρητη. Ο βιασμός δεν παρουσιάζεται ως μεμονωμένη «παρέκκλιση», αλλά ως φυσική προέκταση μιας ιεραρχίας όπου το σώμα της γυναίκας θεωρείται διαπραγματεύσιμο. Και η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι λιγότερο βίαιη από την πράξη. Οι γυναίκες καλούνται να συνεχίσουν να εργάζονται, να «μην κάνουν θέμα», να προστατεύσουν τον οργανισμό –δηλαδή τους θύτες. Η παράσταση αποκαλύπτει με ωμό ρεαλισμό πώς η εξουσία δεν ασκείται μόνο πολιτικά ή οικονομικά, αλλά και σωματικά.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη υπηρετεί με συνέπεια αυτό το σκοτεινό, ασφυκτικό σύμπαν. Οι ρυθμοί, οι παύσεις, οι σιωπές έχουν πολιτικό βάρος. Δεν υπάρχουν εύκολες κορυφώσεις· υπάρχει μια σταδιακή, σχεδόν υπόγεια συσσώρευση έντασης που οδηγεί τον θεατή σε μια αίσθηση συνενοχής. Γιατί το έργο δεν δείχνει μόνο τους «κακούς». Δείχνει και όλους εκείνους που ήξεραν και δεν μίλησαν.
Τα «Ανεξάρτητα Κράτη» δεν μιλούν τελικά για κράτη, αλλά για ανθρώπους που λειτουργούν σαν μικρά κράτη εξουσίας: στον χώρο εργασίας, στην οικογένεια, στη σιωπή τους. Η ανεξαρτησία αποδεικνύεται ψευδαίσθηση, όταν οι ζωές εξαρτώνται από συμφέροντα μεγαλύτερα από την αλήθεια. Η παράσταση αφήνει τον θεατή με ένα βάρος, αλλά και με μια ευθύνη: να αναρωτηθεί μέχρι πού θα έφτανε ο ίδιος για να προστατεύσει την αλήθεια και πότε θα διάλεγε τη σιωπή.
Σε έναν κόσμο όπου οι δολοφονίες βαφτίζονται αυτοκτονίες, η συγκάλυψη βαφτίζεται αντικειμενικότητα και ο φόβος βαφτίζεται ευθύνη, το θέατρο αυτό έρχεται να πει το ανείπωτο. Και να μας θυμίσει ότι η αλήθεια δεν πεθαίνει μόνη της· τη σκοτώνουμε όλοι μαζί, λίγο λίγο, κάθε φορά που σωπαίνουμε.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
