Σκέψεις CultArt: Άγριος Σπόρος

«Όταν η βία φυτεύεται προσεκτικά, ανθίζει σαν κανονικότητα»
Ο «Άγριος Σπόρος» σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη δεν είναι μια παράσταση που απλώς αφηγείται μια ιστορία. Είναι ένα θερμοκήπιο. Εκεί όπου οι ιδέες μεγαλώνουν στραβά, όπου οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να μοιάζουν φυσιολογικοί μέσα στην παραμόρφωσή τους, όπου η κοινωνία καλλιεργεί συστηματικά τη βία και έπειτα προσποιείται ότι δεν γνωρίζει την προέλευσή της. Ο τίτλος δεν λειτουργεί μεταφορικά· λειτουργεί προειδοποιητικά. Γιατί ο άγριος σπόρος δεν πέφτει τυχαία. Κάποιος τον φύτεψε.
Η πλοκή εκτυλίσσεται γύρω από μια φαινομενικά απλή συνθήκη: Μια ομάδα ανθρώπων εγκλωβισμένων σε έναν κοινωνικό μικρόκοσμο –μια οικογένεια, μια κοινότητα, ένα σύστημα– όπου η εξουσία δεν ασκείται πάντα φανερά, αλλά εισχωρεί ύπουλα στις λέξεις, στις χειρονομίες, στις σιωπές. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να κινούνται μέσα σε έναν χώρο που τους προκαθορίζει. Δεν επαναστατούν θεαματικά· προσαρμόζονται. Και αυτή η προσαρμογή είναι η πιο τρομακτική μορφή βίας που μπορεί να επινοήσει μια κοινωνία.
Η σκηνοθεσία της Καραγιάννη αποφεύγει συνειδητά τον διδακτισμό. Αντί να δείξει το τέρας, μας μαθαίνει πώς γεννιέται. Πώς η καταπίεση δεν έρχεται πάντα με μπότες και όπλα, αλλά με φροντίδα, με «καλό σκοπό», με την υπόσχεση της ασφάλειας. Ο «Άγριος Σπόρος» μιλά για εκείνη τη στιγμή που η κοινωνία αποφασίζει ότι για να σωθεί, πρέπει πρώτα να ακρωτηριαστεί.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται το ερώτημα της ευθύνης. Όχι της ατομικής, αλλά της συλλογικής. Ποιος φταίει, όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε φορέα βίας; Εκείνος που την ασκεί ή εκείνοι που τον έμαθαν ότι έτσι επιβιώνεις; Η παράσταση δεν χαρίζει συγχωροχάρτια, αλλά ούτε και βολικές απαντήσεις. Αντίθετα, αποδομεί τη βεβαιότητα ότι «εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ», γιατί όλοι, κάτω από τις «σωστές» συνθήκες, μπορούμε.
Πολιτικά, ο «Άγριος Σπόρος» είναι μια ωδή στη σκοτεινή πλευρά της κανονικότητας. Σχολιάζει με οξύτητα τις κοινωνίες που πειθαρχούν τα μέλη τους στο όνομα της τάξης, της ηθικής, της προόδου. Εκεί όπου η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται ως απειλή και η υπακοή ως αρετή. Η παράσταση μιλά για τον αυταρχισμό όχι ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως καθημερινή πρακτική: Στον τρόπο που μιλάμε στα παιδιά, στον τρόπο που νομοθετούμε για τα σώματα, στον τρόπο που βαφτίζουμε την καταστολή «αναγκαίο κακό».
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η πολιτική ανάγνωση της παράστασης γύρω από την έννοια της φροντίδας. Γιατί εδώ η φροντίδα δεν είναι αθώα. Είναι ένας μηχανισμός ελέγχου, μια ήπια μορφή εξουσίας που σε μαθαίνει να αποδέχεσαι τα όρια που σου επιβάλλονται, επειδή «είναι για το καλό σου». Ο «Άγριος Σπόρος» αποκαλύπτει αυτήν τη διεστραμμένη τρυφερότητα της εξουσίας, που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί.
Ο λόγος της παράστασης είναι κοφτερός, συχνά ποιητικός, αλλά ποτέ αθώος. Ο λυρισμός της δεν χαϊδεύει· τρυπά. Οι λέξεις λειτουργούν σαν εργαλεία χειραγώγησης και ταυτόχρονα σαν αποκαλύψεις. Εκεί που ο χαρακτήρας μιλά για αγάπη, υπονοεί έλεγχο. Εκεί που επικαλείται την ηθική, κρύβει φόβο. Και αυτός ο φόβος –ο φόβος του άλλου, του απρόβλεπτου, του μη ελεγχόμενου– είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του έργου.
Κοινωνικά, ο «Άγριος Σπόρος» ξεγυμνώνει τη διαδικασία με την οποία η κοινωνία παράγει τους «ανεπιθύμητους». Δεν γεννιούνται· κατασκευάζονται. Μέσα από την απόρριψη, τη σιωπή, την κανονιστική βία. Η παράσταση μιλά για το πώς τα συστήματα εκπαίδευσης, οικογένειας και κράτους λειτουργούν σαν μηχανισμοί ευθυγράμμισης. Όποιος ξεφεύγει, διορθώνεται. Όποιος αντιστέκεται, απομονώνεται. Όποιος επιμένει, εξαλείφεται –συμβολικά ή κυριολεκτικά.
Σκηνοθετικά, η παράσταση κινείται σε έναν χώρο λιτό αλλά φορτισμένο. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν είναι διακοσμητικό. Τα σώματα των ηθοποιών γίνονται το πεδίο όπου εγγράφεται η κοινωνική βία. Η κίνηση συχνά μοιάζει περιορισμένη, σαν να δοκιμάζει τα όρια ενός αόρατου κλουβιού. Και αυτό το κλουβί δεν είναι άλλο από το κοινωνικό συμβόλαιο που έχουμε αποδεχτεί χωρίς να το διαβάσουμε ποτέ προσεκτικά.
Ο «Άγριος Σπόρος» δεν ζητά από τον θεατή να ταυτιστεί. Ζητά να αναγνωρίσει. Να δει τον εαυτό του όχι στον ήρωα, αλλά στον μηχανισμό. Στη μικρή σιωπή, στο βλέμμα που αποστρέφεται, στη στιγμή που σκέφτεται «δεν είναι δική μου δουλειά».
Στο τέλος, ο άγριος σπόρος έχει ήδη φυτρώσει. Όχι απαραίτητα πάνω στη σκηνή, αλλά μέσα στο βλέμμα του θεατή. Εκεί όπου γεννιέται το άβολο ερώτημα: Τι έχω καλλιεργήσει εγώ; Και κυρίως: Τι συνεχίζω να ποτίζω καθημερινά, στο όνομα της κανονικότητας;
Ο «Άγριος Σπόρος» δεν υπόσχεται κάθαρση. Υπόσχεται επίγνωση. Και σε μια εποχή που η πολιτική βία φοράει κοστούμι κανονικότητας και η κοινωνική καταπίεση μιλάει τη γλώσσα της φροντίδας, αυτή η επίγνωση δεν είναι απλώς καλλιτεχνική πρόταση. Είναι πράξη αντίστασης.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
