Νόμος

Του Ξενοφώντα Κυριάκου
Θα με στείλουν να βρω κάποιον Νεύτωνα, μου είπαν σήμερα πρωί. Γύρω στα 1690. Αγγλία. Θα συναντήσω κάποιον άγνωστο και πάλι. Δεν μου είναι ξεκάθαρο πώς τους διαλέγουν αυτούς τους παλιούς. Αν πληρούν κάποια κριτήρια, αν συμπληρώνουν λίστα με κουτάκια. Μας τόνισαν όμως ότι τέτοιες πληροφορίες μάς είναι αχρείαστες, δεν εξυπηρετούν κάποιον σκοπό. «Άκουγε και εφάρμοσε το πρωτόκολλο». Ως εκεί. Το καλό είναι πως μας γλυκαίνουν πριν την κάθε αποστολή. Μια τελευταία επιθυμία πριν το ταξίδι. Σήμερα ζήτησα γαρίδες με σάλτσα και πάστα. Τα στριφτά μακαρονάκια. Τους διέταξα να κάνουν τη σάλτσα καυτερή. Να κλωτσάει. Η μόνη μας ευκαιρία να διατάξουμε κι εμείς οι αδύνατοι κάτι. Ωραίο προνόμιο. Εννοείται ότι οι γαρίδες δεν ήταν γαρίδες, αλλά κάποιο υποκατάστατο. Φτιαγμένο σε εργοστάσιο, κι όχι στον ωκεανό απ’ τη μάνα φύση. Δεν με νοιάζει, αν είναι ή αν δεν είναι πραγματική η γαρίδα. Ό,τι θέλει ας είναι, φτάνει η γεύση να είναι απαράλλαχτη. Κάποιοι έχουν θέμα μ’ αυτό, κάνουν παράπονο. «Δεν είναι ψάρι, χημικά μάς ταΐζουν». Αλλά σιωπάνε, δεν αντιδρούν. Ξέρουν ποια θα είναι η κατάληξη, εάν εκφράσουν παράπονο. Ενδεχομένως να καταλήξουν κι οι ίδιοι γαρίδες.
Μου έδωσαν πρόσβαση στο μηχανάκι για λίγες ώρες για να μελετήσω την εποχή, όπως συνηθίζεται. Γύρεψα «Νεύτων», είδα και κάποια άρθρα για τα γεγονότα της εποχής. Σημαντικός ήταν απ’ ότι φαίνεται. Επιστήμων τρανός. Δεν τους αποκαλούσαν επιστήμονες τότε. Ο τίτλος, λέει, ήταν «Φιλόσοφος της Φύσης». Πιο βαρύ κι ωραίο ακούγεται παρά το πεζό «επιστήμων». Έγραψε κι ένα βιβλίο σπουδαίο με βαρυσήμαντο τίτλο: «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας». Ήταν ο πρώτος που μίλησε για τη βαρύτητα. Συγχύστηκα. Τι πάει να πει πρώτος; Δεν υπήρχε βαρύτητα προηγουμένως; Για τα αυτονόητα μιλούσε; Ήταν στο πανεπιστήμιο που το λέγαν Κέιμπριτζ. Αμυδρά γνωστό το όνομα. Σημαντικότερη προσφορά του κυρίου Νεύτωνα, ήταν οι τρεις νόμοι που καθιέρωσε και φέραν το όνομά του. Ο πρώτος, ο δεύτερος κι ο τρίτος. Αυτός τους σκαρφίστηκε; Εξήγησε πώς περιστρέφονται οι πλανήτες, το φαινόμενο της παγκόσμιας έλξης. Και τα μαθηματικά του, λέει, υπήρξαν πιο βασικά κι απ’ την ίδια τη ζωή. Ακόμα τα χρησιμοποιούνε σήμερα. Διάβασα κι ένα άρθρο για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Μονοθεϊστής, αντι-τριαδικός, ακόμη κι αιρετικό τον είπαν. Πάσχιζε να βρει απόκρυφα μηνύματα στη Βίβλο. Έδωσε μάλιστα και την προσωπική του προφητεία για το τέλος του κόσμου. Θα ερχόταν κάπου γύρω στο 2060 σύμφωνα με τους υπολογισμούς του. Έκανε και για ένα μακρύ φεγγάρι τον αλχημιστή, τριάντα χρόνια κράτησε το πανσέληνο. Γύρευε χρυσάφι στον υδράργυρο και ήθελε να ζήσει για πάντα. Τύπος μυστήριος, ίσως και μασόνος, από τους πρώτους. Το πιο ενδιαφέρον όμως, ήταν πως κρατούσε αμαρτολόγιο. Έγραφε κάτω τις αμαρτίες που έπραττε, βάσει του δικού του ηθικού κώδικα. Τα είχε με τον πατριό του και τη μάνα του, σημείωσε. Πού να δεις. Και επιστήμονας και θρησκόληπτος.
Το κομμάτι που ενδιαφέρει περισσότερο τα αφεντικά πριν τις αποστολές, είναι να γνωρίζουμε ενδελεχώς το γενικό κλίμα του προορισμού μας. Αυτό που οι Εγγλέζοι εννοούν με το γερμανικό «Ζαϊτγκάιστ». Να ξέρουμε τι συμβαίνει στα πνευματικά, τα κοινωνικά και τα πέριξ της τοπικής επικαιρότητας. Εννοείται πως δεν περιμένουν από εμάς, τους απλούς εργάτες, να τα μάθουμε όλα αυτά δυο μέρες πριν τις αποστολές. Για να ’μαστε εργάτες, σημαίνει, α πριόρι σχεδόν, πως δεν είμαστε και τα πιο ακονισμένα εργαλεία. Όλες τις πληροφορίες τις κατεβάζουν κατευθείαν στον εγκέφαλό μας με το πάτημα ενός πλήκτρου, καθώς μας παίρνει ο ύπνος μέσα σε εκείνες τις απαίσιες και κρύες κάψουλες, τις χρονομηχανές. Έχουν τον έλεγχο μέσω ενός μάτσου καλωδίων και κομπιούτερ. Σχεδόν ολοκληρωτικό. Ακόμα δεν κατάφεραν να διαβάσουν τη σκέψη μας άμεσα και σε πρώτο χρόνο. Μπορούνε όμως να φυτεύουν σκέψεις και παρορμήσεις στους εγκεφάλους μας. Αλλά δεν μπορούν να μετατρέψουν την εντολή σε κινητική πράξη. Μόνο εμείς το μπορούμε αυτό. Η σκέψη μετουσιώνεται σε κίνηση μόνο με τη συγκατάθεσή μας. Δεν μεταλλαχθήκαμε σε ρομπότ ακόμα. Πλησιάζουμε όμως, ακόμα ένα-δυο σκαλιά θέλει. Αυτήν την εξουσία εις βάρος μας μπορούν να την ασκούν μόνο την ώρα που κοιμόμαστε μες στην κάψουλα. Ίσως το «εις βάρος μας» να μην ταιριάζει, αφού εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα από εμάς ποιο είναι το «καλό» μας. Εν πάση περιπτώσει, έχουν κάποια επίβλεψη του νου όσο είμαστε μέσα στην κάψουλα, κατά τη διάρκεια των αποστολών στο παρελθόν. Δεν ξέρω ακριβώς πόσο. Για το μέλλον δεν γνωρίζω, αν ξέρουν κάτι. Νομίζω δεν τελειοποίησαν την εφεύρεση για μελλοντικά σενάρια.
Η πρόσβαση που μας δίνουν σε πληροφορίες λίγο πριν κάθε αποστολή, είναι για να μας «ψήσουν» λίγο, να μας ανοίξουν την όρεξη, για να νιώσουμε πως συνεισφέρουμε κι εμείς στην υπόθεση, ότι είμαστε σημαντικοί. Πρόνοια του τμήματος ανθρώπινου δυναμικού για να ενισχύουν το ηθικό. Άλλοι σατανάδες και κείνοι. Όλη η εταιρία σατανάδες είναι, μα πρέπει να τους ακούμε, ξέρουν καλύτερα. Η ιδέα πίσω απ’ αυτήν τη συλλογή πληροφοριών, είναι για να εξυπηρετήσει τον σκοπό των αποστολών.
Μας στέλνουν πίσω στον χρόνο, σε συγκεκριμένους χρόνους, για να «σώσουμε ανθρώπινες ψυχές». Για το πώς γίνεται αυτό πρακτικά, ουδέν γνωρίζω. Λένε ότι είναι για καλό. Αμφιβάλλω πόσο «καλό» έμεινε στις μέρες μας. Αφού όλοι εδώ μείναμε πίσω, γιατί δεν είμαστε «καλοί». Είμαστε οι τιμωρημένοι. Όπως και να ’χει, μας στέλνουν πληροφορημένους στο παρελθόν, να συναντήσουμε συγκεκριμένα άτομα που ο αλγόριθμος λέει ότι θα «χαθούν» και καλά. Δηλαδή αυτούς που δεν πήραν εισιτήριο για τη μεταθάνατον ζωή. Την καλή ζωή. Η Αποκάλυψη ήρθε κι έφυγε, τα Γεγονότα -τα τερατώδη- έλαβαν χώρα, μείνανε τα αποκαΐδια τώρα. Ανθρώπινα και μη. Τα άτομα-στόχοι που διαλέγουν, είναι αυτοί που απέτυχαν οριακά. Δηλαδή αυτοί που πήραν 57 με 59 στις εξετάσεις με βάση το 60. Έχουμε περισσότερες πιθανότητες να τους πείσουμε αυτούς να μεταστραφούν, παρά αυτούς που κόπηκαν με 40. Όταν βρούμε αυτούς τους επιλαχόντες, δουλειά μας είναι να τους συνετίσουμε όσο μπορούμε και να τους βοηθήσουμε να σωθούν αιωνίως, όσο είναι καιρός. Να δεχτούν τον Θεό δηλαδή. Εδώ είναι που χρειάζονται οι επίκαιρες και έγκυρες πληροφορίες για να μπορέσουμε να τους πιάσουμε κουβέντα και να προβάλουμε επιχειρήματα που αρμόζουν με τον τόπο και τον χρόνο, μπας και μας πιστέψουν. Κάνουμε «καλή» πράξη δηλαδή. Βοηθάμε κόσμο να σωθεί, λένε. Έτσι, δείχνουμε στον Θεό που έμεινε πίσω ότι καλοί είμαστε κι εμείς και τα αφεντικά μας. Άξιοι σωτηρίας. Του ζητάμε να αναθεωρήσει με επιείκεια την περίπτωσή μας. Δεν ξέρω όμως, αν δουλεύει το πράμα.
Πάρτε τη δική μου περίπτωση. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ήμουν «καλός», δεν τα κατάφερα. Νόμιζα ότι ήμουν καλό παιδί, τουλάχιστον όχι κακό. Κάποιες παρανομίες σίγουρα τις έκανα. Ίσως και να αδίκησα καμιά κοπελιά στην πορεία, αλλά ως εκεί. Δεν σκότωσα, δεν έκλεψα. Σχολείο, εντάξει, δεν ήμουν αστέρι αλλά περνούσα άνετα, χωρίς να χρειαστεί να ενημερωθεί η μάνα μου. Με ήθελε γιατρό. Όλοι κάτι θέλουμε. Για ποιο συγκεκριμένο λόγο κόπηκα, δεν γνωρίζω. Πολλοί λένε ότι αυτό που μέτρησε περισσότερο, είναι ότι «δεν δείξαμε μετάνοια». Μα μετάνοια για ποιο πράμα; Ας μας λέγανε τι κάναμε στραβό και, οι πλείστοι, είμαι σίγουρος, θα ζητούσαμε και συγγνώμη. Έτσι αόριστα μας κόψανε, χωρίς να δικαιολογήσουν τη χαμηλή μας βαθμολογία. Μάλλον αχρείαστα τα σχόλια, αφού δεν μπορούμε να πληρώσουμε για να ξανακαθίσουμε στην εξέταση και να βελτιώσουμε τις επιδόσεις μας.
Με στείλαν σε πολλές αποστολές μέχρι σήμερα, περισσότερες από τους άλλους. Είμαι αποτελεσματικός εργάτης, κι από τους πρώτους που ρίχτηκαν επί το έργο. Ίσως να ολοκλήρωσα καμιά ογδονταριά αποστολές, δεν συγκρατώ αριθμούς. Προσωπικά δεν είδα κανένα αποτέλεσμα. Δεν ξέρω πώς αποφασίζουν, εάν η οποιαδήποτε αποστολή είναι πετυχημένη ή όχι. Πρακτικά, η κατάστασή μου μένει η ίδια, όπως ήταν όταν πρωτοξεκίνησα. Μόνο άχρηστη γνώση για άκυρα θέματα στοιβάζω. Τι να τον κάνω εγώ τον πρώτο νόμο του Νεύτωνα; Ακούω και εκτελώ διαταγές όμως, γιατί κρατούν και μαστίγιο. Δεν χαρίζονται στις ποινές, δέρνουν μάλιστα. Αλλά το ξύλο δεν είναι το χειρότερο. Έχουν τρόπους να σε διαλύσουν, να σε κάνουν να θέλεις να πεθάνεις, αλλά να μην μπορείς, χωρίς σωματική βία. Ψυχολογικό πόλεμο ξεκινάνε. Σε κάνουν φύλλο και φτερό. Στρέφουν όλους τους εργάτες εναντίον σου, σου σερβίρουν κρύο και στεγνό φαΐ, ακυρώνουν τις κάρτες σου για να μην αγοράζεις έστω κι έναν χυμό απ’ την καντίνα, σε ξυπνάνε με ψεύτικους συναγερμούς τα βράδια την ώρα που ο ύπνος είναι γλυκύς. Ξέρουν τι κάνουν.
Αν αξίζει τον κόπο όλο αυτό το επιχείρημα που σκαρφίστηκαν, μόνο τα αφεντικά το γνωρίζουν. Ξοδεύουν πολλά λεφτά και ευελπιστούν ότι, αυτό και μόνο, είναι αρκετό για να τους κάνει να ελπίζουν σε συγχωροχάρτι. Απλά πίνουν το ουίσκι τους με πάγο, το στριφογυρίζουν στον αέρα για να «αναπνεύσει», να βγουν στην επιφάνεια οι μυρωδιές και οι γεύσεις, να ανοίξουν οι παλέτες τους καλά. Ζούνε μέσα σε σπηλιές πολυτελείας, δεν βλέπουν το φως της μέρας. Κατ’ ακρίβεια, κανένας δεν το βλέπει αυτό το φως, αλλά, κάποτε, καλύτερα μαύρος ουρανός παρά πέτρα και τσιμέντο και σίδερο και νέον φώτα. Έχουν κι άλλα έργα σε εξέλιξη. Όλο τον κόσμο που απόμεινε, αυτοί τον διοικούν. Βρήκαν τη φόρμουλα να διατηρούν τον έλεγχο αποτελεσματικά και σχετικά εύκολα. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη σε φουλ δράση. Κατάφεραν να αντλούν ενέργεια -γιατί περί αυτού πρόκειται, το υπέρτατο αγαθό δωρεάν ενέργειας- από τους εργάτες, μόνο απ’ τον ύπνο τους. Όταν ξαπλώνουμε για ύπνο, μας ενώνουν στο δίκτυο και «τραβάνε» την ενέργειά μας. Μπορεί να ακούγεται παρατραβηγμένο, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι κερδοφόρο για την εταιρία, που χρησιμοποιεί κυριολεκτικά τη δική μας ενέργεια για να παράγει έργο και κέρδος. Εξελιχτήκαν σε απίστευτο βαθμό οι επιστήμες παραγωγής ενέργειας, πέρασαν και τη σύντηξη σε αποτελεσματικότητα. Για το καλό όλων. Πάντα. Το κερασάκι του σχεδίου είναι ότι, αφού η κύρια εργασία των εργατών είναι να κοιμούνται, δεν υπάρχει ουσιαστικό κόστος για την εταιρία. Το μόνο που έχουν να κάνουν για να διατηρείται η μηχανή σε κίνηση, είναι να κατασκευάζουν καλά υπνωτικά χάπια και να τα χορηγούν στους εργάτες μελετημένα. Έτσι, όλη μέρα κοιμούμαι, τρώγω μαζί με τους άλλους εργάτες στην τραπεζαρία και εκτελώ καμιά αποστολή κάθε τόσο. Την ώρα του φαγιού, συζητάω με κανέναν συνεργάτη. Το επιτρέπει αυτό η εταιρία, γιατί είναι «για το καλό μας». Υπάρχουν κι άλλα χάπια, πέραν των υπνωτικών. Έρχονται σε πολλά είδη και χρώματα. Κάποια έχουν ανάγλυφο στην πάνω πρόσοψη. Χαμόγελα, σύμβολα, γεωμετρικά σχήματα, διάσημα παλιά λογότυπα. Για να τα κρατούνε διασκεδαστικά, να σκοτώνουν τη σοβαρότητα. Κάποια τα δίνουν για να μας κρατάνε χαρούμενους, μα προσεχτικά κι όχι ανεξέλεγκτα. Χωρίς αυτά, δεν θα επιβίωνε κανείς. Η ντοπαμίνη χρειάζεται να μένει στα ψηλά τις ώρες που δεν κοιμόμαστε. Για να μην βαριόμαστε.
Ο εργάτης που τον έβαλε μέσα στην κάψουλα, ήταν αμίλητος. Μίλαγε με τη ματιά του. Έδειχνε με κινήσεις του κεφαλιού του πού είναι το κάθε καλώδιο, το βύσμα και η εισδοχή, η ζώνη που έπρεπε να δέσει πριν πέσει σε ύπνο βαθύ. Γύρισε ένα μικρό, αναλογικό στρόφαλο, ένωσε κάποια καλώδια, πάτησε πλήκτρα.
«Εργάτης Α-147, έτοιμος για αποστολή. Έχεις 48 ώρες στη διάθεσή σου». Δεν πρόφτασε να ακούσει κάτι παραπάνω, τον πήρε ευθύς ύπνος γλυκός. Ούτε «καλή τύχη», ούτε «αν έχεις πρόβλημα να…». Με τις πολλές αποστολές, δεν περίμενε πλέον κάτι περισσότερο. Προορισμός, το 1690, MDCXC, Αγγλία, Κέιμπριτζ. Δεν είχε ιδέα ποιον έπρεπε να συναντήσει, ούτε πώς θα τον αναγνώριζε. Οι εργάτες του δυστοπικού παρόντος θα τον κατεύθυναν αναλόγως. Είχαν τρόπους να καθοδηγούν τους εργάτες εκεί όπου έπρεπε. Όλα σχεδόν τα έλεγχαν, με εξαίρεση την ελεύθερη σκέψη. Και τη σωματική κίνηση.
Το όνομα που του ’χαν δώσει στην Εταιρία ήταν Α-147. Το παλιό του τον ανάγκασαν να το ξεχάσει. Το «Α» υποδείκνυε ότι ήταν από τις πρώτες σειρές που πιάσανε δουλειά στην εταιρία. Το «147» δεν έλεγε κάτι ιδιαίτερο, ούτε και γνώριζε πόσοι Άλφα υπήρχαν. Δεν του άρεσε το όνομα, αλλά επιλογή δεν είχε. Στην κάθε αποστολή, άλλαζε προσωρινά, σε κάτι πιο ταιριαστό με τον εκάστοτε προορισμό. Γι’ αυτήν την αποστολή, τον ονόμασαν Λουδοβίκο. Ακόμα χειρότερο κι από το Α-147. Το χάρισμα που είχε ο Α-147, αυτό που έκανε την εταιρία να τον στέλνει σε περισσότερες αποστολές απ’ τους υπόλοιπους, ήταν η ικανότητά του να αναγκάζει ευγενικά ξένο κόσμο να του ανοίγει την καρδιά του. Ήταν θέμα να ξεκλειδώσει το πρώτο εμπόδιο της ντροπαλότητάς του. Να ξεκινήσει την κουβέντα με τον στόχο του. Από ’κει, η υπόθεση ξετυλιγόταν οργανικά. Μέσα σε ένα μόνο βράδυ, μπορούσε να μάθει για τη ζωή τους όλη. Δεν πάει να μιλούν άλλη γλώσσα, ακόμα και φαρσί, κάποιο μυστικό θα τους αποσπούσε. Φορούσε το καπέλο του ψυχολόγου και τους έβαζε όλους να ξαπλώσουν στο ντιβάνι και να αραδιάσουν τα εσώψυχά τους. Ήταν διαβολικά ικανός σε τούτο. Και δεν έδινε την εντύπωση ότι τους εκμεταλλευότανε. Σημαντικό αυτό. Δεν παρουσίαζε κανένα σημάδι ότι καιροσκοπεί εναντίον τους. Κι ούτε ρωτούσε πολλά-πολλά. Μίλαγε με τη ματιά και μορφασμούς στο πρόσωπο. Μια απλή ερώτηση εδώ, μια εκεί. Στο τέλος, όμως, δεν τους άκουγε μονάχα. Τους κατανοούσε.
Ο Λουδοβίκος ξύπνησε στο κρύο, μέσα σε στάβλο. Δεμάτια σανού έφταναν ως το ταβάνι. Κοπριά ήταν η κυριαρχούσα μυρωδιά. Αγελαδίσια. Εδώ έπρεπε να γυρίσει σε 48 ώρες από τώρα. Αν έχανε το χρονικό περιθώριο, θα έμπλεκε. Θα έστελναν τους εργάτες που είχαν τον ρόλο των αστυνομικών. Τους ρουφιάνους. Θα τον έβρισκαν σε χρόνο μηδέν και θα τον επέστρεφαν στο μέλλον αλυσοδεμένο. Θα του άλλαζαν ρόλο, δεν θα τον άφηναν να κοιμάται όλη μέρα. Θα του έβαζαν χειρωνακτική εργασία. Να τρέχει σε διάδρομο ή να κάνει ποδήλατο. Να ιδρώνει και να ξεϊδρώνει. Καλύτερα τυφλή υποταγή παρά αυτό το μαρτύριο. Ό,τι του πούνε, «μάλιστα». Ο χρόνος των αποστολών τέλειωνε στο 48ωρο, γιατί έτσι αποφάσισε η εταιρία. Να μην χαλαρώνουν οι εργάτες, για να μην το γυρίσουν σε τουρισμό, ταξίδι αναψυχής με μουσεία και κουλτούρα. Η αποτελεσματικότητά τους στην κάθε αποστολή αξιολογούνταν κι επιβραβευότανε αναλόγως. Θα διατηρούσαν τον ρόλο τους, θα πήγαιναν και σ’ άλλες αποστολές, θα έπαιρναν κάποιο μπόνους, θα συνέχιζαν να κοιμούνται όλη μέρα. Εάν δεν σε ενδιέφερε η ματαιότητα της υπόθεσης, ήταν καλή η συναλλαγή. Όλα γίνονταν ενδελεχώς μελετημένα. Τους έλεγαν όσα ήθελαν να τους πουν, όταν ήθελαν.
Με το ξύπνημα, πείνασε. Έτσι ξεκινούσε κάθε αποστολή. Το ανέφερε στην εταιρία κι αυτοί είπαν ότι είναι φυσιολογικό, όλοι το παθαίνουν. Μετά από αρκετές αποστολές, έμαθε να το αγνοεί το αρχικό άβολο αίσθημα πείνας, όσο μπορούσε. Έμαθε να τρώει μόνο εφόσον διαπίστωνε πως δε θα τον χτυπήσει τροφική δηλητηρίαση. Την έπαθε μια φορά, όταν έφαγε κάτι, κάπου, κάποτε και τον πείραξε στο στομάχι. Είδε κι έπαθε μέχρι να τελειώσει τη συγκεκριμένη αποστολή.
Η βρομιά των αγελάδων τού έκοψε για λίγο τη λιγούρα. Ο νους του μπήκε σε κίνηση και ένιωσε το εικονικό βάρος των πληροφοριών που εγκαταστήσαν στον εγκέφαλό του. Ήξερε ποιος ήταν ο Σαίξπηρ, πού βρίσκεται η πρωτεύουσα το Λονδίνο, τους τρόπους των Εγγλέζων και τη διάσημη ευγένειά τους. Με αυτά θα έπιανε κουβέντα με τον στόχο του. Έμαθε και για το Κέιμπριτζ, αλλιώς Κανταβριγία, και για τον βασιλιά. Γουίλιαμ ο τρίτος και Μαρία η δεύτερη. Καθεστώς μοναρχίας. Έμαθε και για τον Νεύτωνα: «Η δύναμη ισούται με μάζα επί επιτάχυνση», «Για κάθε δράση μιας δύναμης, υπάρχει μια αντίθετη δύναμη αντίδρασης». Χωρίς να ξέρει επιστήμη, του άρεσε τούτο το τελευταίο. Το βρήκε βαθύ. Η ερμηνεία ξεφεύγει από τα όρια της επιστήμης. Ίσως να μην αναφέρεται μονάχα σε μάζες χειροπιαστές, ενδεχομένως να εξηγεί και τον άνθρωπο. Μάτι για μάτι, δόντι για δόντι. Σου κτυπάνε, κτυπάς πίσω. Αν ο νόμος διοικεί τη μάζα, τότε ίσως να διοικεί και τον άνθρωπο. Από μάζα είναι καμωμένος κι αυτός. Μα, για την πρώτη αιτία, την πρώτη δύναμη, ποιος ευθύνεται;
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
