Λογική

Της Ειρήνης Αναστασίου
Περιμένω στον προθάλαμο του ανακριτή εδώ και λίγη ώρα και οι υπάλληλοι που έχουν πρόσβαση στον χώρο, μπαίνουν στα άδυτα και ξαναβγαίνουν κοιτάζοντάς με σαν να μη με βλέπουν, μα εγώ καταλαβαίνω αμέσως εκείνο το πολύξερο και αλαζονικό ύφος τους που οφείλεται στην αίσθηση ότι είναι ασφαλείς. Έχουν τη σιγουριά που σου δίνει η βεβαιότητα πως είσαι από την προστατευμένη πλευρά, την πλευρά που έχει τη δύναμη της εξουσίας. Τέτοιο ύφος πρέπει να είχα κι εγώ έως και πριν από έναν χρόνο, προτού χάσω για τα καλά τα λογικά μου. Και είναι τόσο οδυνηρό να το λέω αυτό εγώ, η βασίλισσα της λογικής, αυτή που ήξερε τόσο όμορφα όλα να τα τακτοποιεί μέσα στα κουτάκια του μυαλού. Ένα σωρό κουτάκια στον εγκέφαλο, όλα με τις ετικέτες τους, και αρκούσε μια ψύχραιμη περιήγηση για να θυμάμαι τη διαδρομή και να μην μπερδεύομαι.
Όλοι οι φόβοι μου (κι ας μην ήξερα τότε ότι υπήρχαν τόσοι) είχαν καταχωνιαστεί στο τέρμα του διαδρόμου, πιο βάθος δε γινόταν. Ο εγκέφαλός μου δε χρειαζόταν χάρτες για να με καθοδηγεί. Πυξίδα μου η λογική που με είχε βγάλει τόσες φορές από τα δύσκολα. Με τη λογική είχα διαλέξει τη δουλειά μου και είχα καταλήξει στην υπηρεσία που θεωρήθηκε η πιο μεγάλη μου επιτυχία μέχρι που, αλίμονο, με έριξε σ’ αυτόν εδώ τον προθάλαμο του εισαγγελέα. Με τη λογική είχα φτιάξει και την προσωπική μου ζωή διαλέγοντας τον άντρα που θα βάδιζε δίπλα μου. Έναν άντρα που δε θα μπορούσε να με αναστατώσει, να με ξεγελάσει, να με κάνει να πετάξω ψηλά, να απογειωθώ για να γκρεμιστώ κατόπιν, στα καλά καθούμενα. Άλλωστε απεχθάνομαι τα ύψη, δεν ξέρω πώς προέκυψε αυτό, αν κάτι το προκάλεσε, όπως λένε οι ψυχολόγοι ή γεννήθηκα μ’ αυτήν την πολύ σημαντική πληροφορία που αναβόσβηνε σαν σήμανση κινδύνου μέσα μου προειδοποιώντας με για τους γκρεμούς που χάσκουν ανά πάσα στιγμή μπροστά στα πόδια μου.
Έπρεπε ωστόσο να δώσω μεγαλύτερη σημασία σ’ αυτήν τη μανία μου να εξερευνώ τα πάντα. Νόμιζα πως όριζα την ενήλικη ζωή μου, σημειώνοντας αυτάρεσκα στην ατζέντα μου τα θέματα της επόμενης μέρας κι αν ξέφευγα καμιά φορά, χάραζα γρήγορα την πορεία και πάλι. Απορούσα κι εγώ η ίδια για την πειθαρχία και την οργανωτική μου διάθεση, γιατί στην εφηβεία ήμουν άλλος άνθρωπος. Εκείνη την εποχή καθόλου δεν τη θυμάμαι ή για την ακρίβεια, δεν θέλω να τη θυμάμαι, γιατί μου αντιστάθηκε πολύ. Πήγε να με ρίξει κάτω, να μου τσαλακώσει τον κόσμο μου, να μου τον αναποδογυρίσει. Ειδικά τότε που ερωτεύτηκα του θανατά εκείνον τον ανάλγητο που ήθελε να μ’ έχει μία ζέστη, μία κρύο. Δεν ξέρω, γιατί το είχα κάνει αυτό στον εαυτό μου κι αφηνόμουν να γλιστράω κοντά του σαν αρχάρια σε μια πίστα χιονιού για προχωρημένους. Πόδι μπορεί να μην έσπασα, για την καρδιά μου όμως δεν μπορώ να πω το ίδιο.
Η εφηβεία είναι το λάθος πρόγραμμα στην εξέλιξη του ανθρώπου. Ξεκινάμε μες στην καλή χαρά κι αν δεν υπήρχε αυτό το τρελό λούνα παρκ των ορμονών (γιατί αυτό είναι η εφηβεία, μια ρόδα που σε στροβιλίζει στον αέρα και δεν ξέρεις πού θα σταματήσει τελικά) όλα θα ήταν καλύτερα. Την πέρασα κι εγώ τη φάση και ήταν σαν αρρώστια βαριά, με το μικρόβιο του πάθους να απλώνεται στο σώμα μου και να μη μ’ αφήνει σε ησυχία. Όταν με αποκαλούσε γυναίκα του, νόμιζα πως έφευγα για ταξίδι στο διάστημα και πως τριγύριζα χωρίς βαρύτητα σε άγνωστους γαλαξίες. Ευτυχώς που ένιωσα τον ίλιγγο και τη ναυτία να με καρφώνουν στη γη, όταν κατάλαβα πως μόνο γυναίκα του δεν ήμουν, ένα κοριτσάκι ήμουν για να ξεδίνει από την κουραστική και πολυάσχολη ζωή του, η οποία, σημειωτέον, περιλάμβανε και μια κανονική γυναίκα με παιδιά. Το πάθος είναι αρρώστια που δεν έχει εύκολη θεραπεία. Το φάρμακο πρέπει μόνος σου να το αναζητήσεις και να το βρεις. Το δικό μου ήταν η λογική που κατάφερε να με σηκώσει όρθια, να με κάνει να ξανασταθώ στα πόδια μου, να με κρατήσει κοντά της και να μη μ’ αφήσει ποτέ πια μόνη.
Έπρεπε να δώσω μεγαλύτερη σημασία στη μανία μου να τα ψάχνω όλα. Δε θα βρισκόμουν στην τρομακτική θέση που βρίσκομαι σήμερα, αν είχα κάτσει στ’ αυγά μου, ήθελα όμως να κάνω το καλύτερο. Η φιλοδοξία είναι πειρασμός και ξέρει μια χαρά να καμουφλάρεται πίσω από τις πιο θεμελιώδεις αξίες, τίποτα, όμως, δεν ερχόταν σε αντίθεση με τη λογική μου για να με κάνει να ανησυχήσω. Με διάλεξαν ανάμεσα σε τόσα άτομα γι’ αυτήν την προαγωγή και ήμουν σίγουρη πως αυτό οφειλόταν στις αναγνωρισμένες ικανότητές μου, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία μου. Το μόνο ίσως που δεν ήξεραν ήταν πως δεν άντεχα να αφήνω τίποτα ανεξερεύνητο και σκοτεινό, χωρίς να το εξιχνιάζω και να το τακτοποιώ στο κατάλληλο κουτάκι όπου ήταν, τι ωραία, αρχειοθετημένα όλα τα πρώην άλυτα προβλήματα. Μου έδινε τόση ικανοποίηση η διαδικασία αυτή που παρασύρθηκα και δεν πήρα είδηση πως μ’ έκανε να πετάω και να ξεχνάω τον φόβο μου για τα ύψη. Αυτή η μανία με παρακίνησε να προσέξω την περίεργη λεπτομέρεια στα έγγραφα που είχαν έρθει στο γραφείο και άρχισα να κατεβάζω βιβλία επί βιβλίων για να καταλάβω τι συνέβαινε. Ήταν ένας όρος στη μεγάλη σύμβαση που δε μου κολλούσε, δε στηριζόταν πραγματικά σε κανένα σοβαρό νομικό επιχείρημα κι, όταν σιγουρεύτηκα γι’ αυτό, έτρεξα με καμάρι η αφελής να ενημερώσω τον προϊστάμενό μου.
Θυμάμαι πόσο ξαφνιάστηκε και πόσο ψυχρά μου απάντησε πως το θέμα αυτό δε με αφορούσε, αφού έγκριτοι νομικοί είχαν καταρτίσει τη σύμβαση και πως θα ήταν καλύτερα να συνεχίσω να ασχολούμαι με αυτά που μου είχαν ανατεθεί. Δεν περίμενα να με αντιμετωπίσει έτσι, έδειχνε πάντα πως εκτιμούσε τη δουλειά μου, θύμωσα. Αυτό ήταν το ευχαριστώ που κοίταζα το συμφέρον της υπηρεσίας; Όταν μάλιστα είδα, πως βρήκε τον τρόπο, με διάφορα προσχήματα, να πάρει τις πιο σημαντικές αρμοδιότητες μέσα από τα χέρια μου, τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει. Άρχισα να ψάχνω και την παραμικρή λεπτομέρεια σχετικά με το θέμα. Μέρες και νύχτες αφιέρωσα στη μελέτη των σχετικών εγγράφων κι, όταν πήρα είδηση πού έμπλεξα, ήταν μάλλον αργά. Ένα κύκλωμα από παρανομίες ξετυλιγόταν αποκαλυπτικά μπροστά στα μάτια μου κι ένα παζάρι οικονομικό ήταν στημένο εορταστικά γι’ αυτούς που ξέρουν να γλεντούν. Το κακό ήταν, ότι μάλλον με είχαν καταλάβει κι εκείνοι, μα το χειρότερο πως ήταν περισσότεροι απ’ όσους φανταζόμουν και τίποτα δεν έδειχνε να τους εμποδίζει. Ούτε τα αξιώματά τους ούτε η καλή τους φήμη.
Τον τελευταίο καιρό έφευγα όλο και πιο αργά από τη δουλειά, γιατί μόνο όταν έμενα μόνη στο γραφείο μπορούσα να αναζητώ και να μελετώ με την ησυχία μου τα στοιχεία που ανακάλυπτα. Ένα βράδυ κατέληξα να φύγω στις δέκα, είχα ξεχαστεί ολότελα, είχαν φύγει οι πάντες εκτός από τον φύλακα στην είσοδο. Αφού τον χαιρέτησα, μπήκα στο γκαράζ να πάρω το αυτοκίνητο και, σκοτισμένη από την κούραση, δεν πήρα είδηση τη σκιά που πετάχτηκε μπροστά μου και άρχισε να με τραβάει στην πιο απομακρυσμένη γωνιά και να με χτυπάει σε όλο μου το σώμα. Είχε καλυμμένο το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου και δεν άκουσα ούτε έναν ήχο να βγαίνει από το στόμα του. Δεν νομίζω πως υπάρχουν λόγια που μπορούν στ’ αλήθεια να περιγράψουν μια τέτοια εμπειρία. Σε κάθε χτύπημα η σκιά μεγάλωνε, γινόταν στα μάτια μου τεράστια. Με κατάπινε. Τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις πως οι λέξεις δεν είναι παρά ένα σαθρό οικοδόμημα που σαρώνεται από το τράνταγμα του φόβου. Όλοι οι φόβοι μου, οι καταχωνιασμένοι στα βαθιά, ξεχύθηκαν μεμιάς, το συρτάρι τους έσκασε πάνω μου μαζί με τα χτυπήματα του αγνώστου. Ένιωσα να απειλούμαι πιο πολύ από αυτούς παρά από τον άνθρωπο-σκιά που συνέχιζε να με χτυπάει μες στο μισοσκόταδο του γκαράζ. Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουν ασφαλής και προστατευμένη! Πως κλείνοντας τους φόβους στο τελευταίο συρτάρι του μυαλού μου τους είχα τιθασεύσει και ποτέ δε θα χρειαζόταν να τους αντικρίσω! Δεν ξέρω πώς βρήκα τη δύναμη να κάνω τέτοιες σκέψεις εκείνη τη στιγμή, αλλά όσο γινόμουν έρμαιο μιας άλλης θέλησης τόσο ήθελα απεγνωσμένα να καταστρέψω αυτούς τους φόβους, να μην τους δώσω άλλο χώρο σε κανένα μέρος του μυαλού και της καρδιάς μου.
Κάπως τα κατάφερα τότε και του ξέφυγα, μπορεί και να με άφησε, δεν ξέρω, μόνο την τσάντα μου τελικά παράτησα κι άρχισα να τρέχω στους δρόμους χωρίς ανάσα μέχρι να ειδοποιήσω για το συμβάν. Όλο μου το κορμί έτρεμε από οργή, από πόνο, από ένα αίσθημα ανημποριάς μα και άγριας βεβαιότητας πως ήμουν ζωντανή, ότι μπορούσα ακόμη να περπατάω παρότι τα πόδια μου παρέπαιαν. Κοίταζα γύρω μου και η πόλη μού φαινόταν μια εικόνα ρευστή από φώτα και αυτοκίνητα που με είχε χωρέσει μέσα της χωρίς όμως να της ανήκω ή να μου ανήκει. Εγώ μόνο στη λογική ήθελα ν’ ανήκω, το παράλογο δεν ήταν το φόρτε μου, κι ας επέμενε, εκείνο, περιέργως να πέφτει επάνω μου. Η αστυνομία παρότι με είδε σε τέτοιο χάλι, το απέδωσε σε ληστεία, πού αλλού να το αποδώσει στο κάτω-κάτω, αφού εγώ είχα αποκρύψει τις υποψίες μου. Μόνο στον άντρα μου τις είπα και ήμουν σίγουρη πως ήταν προειδοποίηση.
Για να πω την αλήθεια, παρ’ όλη την επιμονή που με χαρακτηρίζει, επηρεάστηκα σε τέτοιο βαθμό από αυτό το συμβάν που προσπάθησα να κάνω πίσω. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε, όταν με ανάγκασαν να φύγω από την υπηρεσία με το πρόσχημα ενός καινούριου πόστου που έπρεπε να οργανωθεί σωστά, όπως μου εξήγησαν, πριν μπει σε κανονική λειτουργία. Ήταν ένα πόστο μοναχικό για άνευρους όπου όλη μέρα έπρεπε να διαλέγω και να ταξινομώ βαρετά αρχεία και δε θα δεχόμουν με τίποτα, αν δεν ένιωθα την αόρατη απειλή να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου για να μου θυμίζει τις αναπάντεχες πτώσεις και τις κατρακύλες. Δέχτηκα και κουλουριάστηκα στον εαυτό μου και όλο σκεφτόμουν πως ζω μέσα σ’ ένα τούνελ που κάποια στιγμή, δεν μπορεί, θα οδηγήσει σ’ ένα ξέφωτο. Το χαρτομάνι που έπρεπε να ψηφιοποιηθεί με έπνιγε, τα γράμματα χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια μου και συνεχώς σκεφτόμουν μήπως η μανία να θέλω να τα ξεδιαλύνω όλα, ήταν κι αυτή ένα άρρωστο πάθος που με ξεγελούσε ύπουλα όσο εγώ καμάρωνα για τις επιδόσεις μου.
Σιωπούσα, παρακολουθούσα την κατάσταση και πίστευα πως όπου να’ ναι θα τέλειωνε το σκοτεινό τούνελ όπου βρισκόμουν, γιατί και κάποιοι άλλοι, φαίνεται, είχαν καταλάβει τι κρυφά παιχνίδια παίζονταν στην υπηρεσία μας, ίσως να ήταν και μια εκδικητική ενέργεια, πάντως η υπόθεση πήρε ξαφνικά δημοσιότητα. Άρχισαν ανακρίσεις και ο Τύπος είχε βρει τη χαρά του, το θέμα του για τους επόμενους μήνες. Όταν, όμως, ξεκίνησαν τα βουβά τηλεφωνήματα με απόκρυψη στο κινητό μου, κατάλαβα πως αντί σε ξέφωτο, το τούνελ οδηγούσε σε άλλο τούνελ, πιο επικίνδυνο κι ανησυχητικό. Άκουγα μόνο την κοφτή ανάσα στην άλλη άκρη της γραμμής κι έμοιαζε σαν να μου μετέδιδαν ένα θανατηφόρο μικρόβιο κι οι ίλιγγοι ξαναγύρισαν για να με ρίξουν στις σκοτεινές τους δίνες. Τι ήθελαν τώρα; Δεν τους έφτανε η σιωπή μου;
Οπότε κι εγώ το ’ριξα στη μαγειρική για να ξεδώσω. Μαγείρευα και έτρωγα κι ο άντρας μου εκεί, δίπλα μου, να με συντροφεύει και να με επαινεί, κι ας έβλεπα στα μάτια του τη θλίψη για το πέσιμό μου. Πώς κατάφερνε να μένει τόσο σταθερός δίπλα μου, δεν το ’χω καταλάβει ακόμη. Αλλά δεν λέω αλήθεια. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτό έμεινα μαζί του. Γι’ αυτήν την ολύμπια γαλήνη του, που τώρα αντιλαμβανόμουν ότι δεν ήταν αδιαφορία αλλά δύναμη, ένας κυματοθραύστης γερά κατασκευασμένος για να αναχαιτίζει τα ορμητικά κύματα. Καθόμασταν τα βράδια αντικριστά δοκιμάζοντας καινούριες γεύσεις, μιλώντας για περίεργες συνταγές και πίστευα πως τίποτα δε θα με έβγαζε πια από τον κόσμο της τροφής και των συστατικών της που προσπαθούσαν να με κρατήσουν στη γη, -ένα φυτό κι εγώ που αγωνιζόμουν να μην κόψουν τη ρίζα μου-, να με παρηγορήσουν, να με ναρκώσουν και να με παχύνουν εν τέλει επικίνδυνα, αν δεν έκαναν την τελευταία κίνηση, την πιο ασυγχώρητη.
Να πλησιάσουν την κόρη μου στο σχολείο για να με τρομάξουν οριστικά, να με ρίξουν μέσα στο καυτό λάδι, να μη μείνει ούτε κοκαλάκι να μαρτυρήσει όσα ανομολόγητα γνώριζα. Αναρωτιόμουν έξαλλη σε τι κόσμο ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Δεν είχαν ιδέα, προφανώς, τι μπορεί να προκαλέσει αυτό σε μια μάνα. Όταν η μικρή με ειδοποίησε, πως ένα περίεργο αυτοκίνητο με δυο άγνωστους άντρες την ακολουθούσε από το σχολείο στο σπίτι, κάτι άλλαξε μέσα μου. Εκείνη την ώρα είδα τον εαυτό μου όπως δεν τον είχα ξαναδεί. Πάνω σε αεροπλάνο τον είδα να πέφτει με αλεξίπτωτο, να πηδάει από πολυώροφα κτίρια, όπως οι κασκαντέρ σε αστυνομική ταινία -και τι δεν είδα! Όλες τις πτώσεις που αρνιόμουν να αντικρίσω στη ζωή μου τις κοίταξα κατάματα και ήμουν μέσα τους, εγώ τις έκανα, απτόητη για τις συνέπειες.
Έδειξα καρτερικότητα, ωστόσο και περίμενα να με ειδοποιήσουν πρώτοι από την εισαγγελία. Νομικός ήμουν, ήξερα πώς λειτουργούν αυτά. Θα τους μπέρδευα, τους ανεκδιήγητους. Μίλησε, δε μίλησε; Όλα θα τα αποκαλύψω. Όμως να μένω έτσι μέσα στα τούνελ και να περιμένω -με ιώβεια υπομονή μες στον φόβο- την έξοδο, δεν το αντέχω και δεν το ανέχομαι. Άλλωστε, με φοβίζουν τα τούνελ, θέλω ανοιχτούς ορίζοντες. Περιμένω τώρα σ’ αυτό το μικρό, σχεδόν γυμνό δωμάτιο, να αναμετρηθώ με την παράξενη μοίρα μου, γιατί δεν είμαι σίγουρη, ακόμα κι εδώ, τι μπορεί να διαρρεύσει. Αυτοί είναι ικανοί για όλα, αλλά έχω λάβει κι εγώ τα μέτρα μου. Ετοίμασα τις επιστολές μου προς τους κατάλληλους προορισμούς. Όλοι κρύβουν κάτι μα και όλοι διψούν να μάθουν. Φρόντισα να κάνω σαφές το ότι, αν πάθω κάτι, οι επιστολές μου θα φτάσουν πετώντας στους παραλήπτες τους. Τίποτα δε θα τις εμποδίσει. Με βοήθησε η λογική μου σε αυτό, αν μπορεί τελικά να με σώσει από το παράλογο.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
