Καθωσπρεπισμοί κι αγάλματα

Της Αντριάνας Σταυροπούλου
Δεν είναι τόσο κινηματογραφικό όσο θα το ήθελα. Δεν θέλω να ακουστώ αχάριστη ή ακατάδεκτη, διότι εκτιμώ και την προσπάθεια και τα στεφάνια και τα δάκρυα και την ατμόσφαιρα, αλλά μου λείπει αυτό το κάτι. Ίσως να φταίει ο καιρός, βέβαια. Έχει πολύ ήλιο για μια τέτοια περίσταση, ενώ μια ελαφριά βροχή με λίγο σκοτάδι θα ταίριαζε καλύτερα. Ναι, αυτό είναι, λίγη βροχή χρειάζεται το σκηνικό· στο κάτω κάτω μέσα Οκτωβρίου έχουμε. Ή έχουν. Δεν είμαι σίγουρη, αν πλέον δικαιούμαι να έχω αίσθηση του χρόνου ή τέλος πάντων, αν επηρεάζομαι με οποιονδήποτε τρόπο από αυτόν.
Τουλάχιστον μπροστά μπροστά στέκονται οι δυο φίλες μου, που φρόντισαν για τη διακόσμηση. Οι μόνες που ήξεραν τι θα ήθελα και είμαι σίγουρη ότι το έκαναν αντιμετωπίζοντας τις αντιρρήσεις ορισμένων –ξεκάθαρα εντελώς απαίδευτων– συγγενών μου, οι οποίοι όσες φορές μιλούσαμε δεν έλεγαν να αντιληφθούν την ομορφιά που έβρισκα στα αγάλματα και τον λόγο που γέμιζα το σπίτι μου μ’ αυτά. Αυτές οι φίλες, όμως, ήταν οι μόνες που σκέφτηκαν ότι θα ήθελα να μην πάει χαμένη η περιουσία που έδωσα για να τα αγοράσω και έτσι τα κουβάλησαν ως εδώ, στήνοντάς τα στα πλάγια του σταυρού και απέναντί του, για να μου κρατάνε συντροφιά, όπως έκαναν και όταν τα είχα στο σπίτι.
«Συγγνώμη, απλώς ήθελα να πω ότι ήταν μια εξαιρετική γυναίκα και ήταν τόσο ξαφνικό. Απλώς, δεν μπορώ να το πιστέψω ακόμα, είναι –αχ με συγχωρείτε δεν μπορώ».
Όλοι γυρνάνε το κεφάλι τους ψάχνοντας τη φωνή που διέκοψε την τελετή κι αυτή τους το κάνει πιο εύκολο να την εντοπίσουν: Σηκώνεται και τρέχει σε μια περίεργη αργή κίνηση με τα τακούνια της να συνεχίζουν να ακούγονται, καθώς χτυπούν στις μικρές πέτρες, μέχρι να χαθεί τελείως στο μονοπάτι έξω από το κοιμητήριο.
Πόσο θράσος να χωράει άραγε σ’ έναν άνθρωπο. Δεν είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα να ήρθε χωρίς καμία απολύτως ντροπή στην κηδεία μου, νομίζοντας ότι δεν ξέρει κανείς τι έχει κάνει. Ξέρω εγώ, όμως. Κι όχι μόνο ήρθε να το παίξει θλιμμένη, αλλά διέκοψε την τελετή και φυσικά τους έκανε όλους να ασχολούνται μαζί της με την υπερβολικά δραματική της έξοδο. Ευτυχώς, που δεν βρέχει τελικά, διότι θα έκλεβε σίγουρα την κινηματογραφική στιγμή μου. Ούτε να ταφεί κανείς ήρεμα και δίκαια δεν μπορεί πλέον, έτσι όπως έχει καταντήσει η κοινωνία μας. Βέβαια, πάντα είχε τη φήμη ότι, όταν αναλαμβάνει μια δουλειά τη φέρνει εις πέρας, και έτσι μπορώ να το βρω κάπως λογικό –ειρωνικό μεν, αλλά λογικό– το ότι ήρθε. Στο κάτω κάτω, είσαι πραγματικά σίγουρος ότι ο άνθρωπος που σκότωσες είναι όντως νεκρός, μόνο όταν δεις την ταφή του, οπότε η παρουσία στην κηδεία του επιβάλλεται για όλους τους καθωσπρέπει δολοφόνους. Κι αν έπρεπε να επιλέξει κάποιος χαρακτηρισμό για αυτήν τη γυναίκα, θα ήταν σίγουρα καθωσπρέπει. Δολοφόνος μεν, αλλά καθωσπρέπει, το παραδέχομαι.
Μια καθωσπρέπει κυρία, λοιπόν, θάβει εύκολα την υστερία της κάτω από την εικόνα της ερωτευμένης κι απόλυτα πιστής. Έτσι, η καθημερινότητα της Φαίδρας φανερά έθαβε πολλά, αλλά να που σωπαίνουν οι κριτές της κοινωνίας, κάθε φορά που τους χρειάζεσαι για να γλιτώσεις το κακό. Από τη μέρα που προσέλαβα τον Ιάσονα, τον συνόδευε σε όλα τα γκαλά της εταιρείας, πράγμα όχι περίεργο για τις συζύγους των πιο υψηλόβαθμων υπαλλήλων μου. Όποτε, όμως, τη ρωτούσε κανείς για τη δική της δουλειά –γραμματέας σε κάποιο κέντρο που ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν, με ένα πτυχίο νομικής ανέγγιχτο– κατέληγε να αλλάζει κουβέντα και να τη γυρνάει από μόνη της και πάλι στον άντρα της και τις δικές του επιτυχίες. Ταπεινή θα έλεγε κάποιος. Αφοσιωμένη; Όλοι θα ήθελαν μια Φαίδρα να τους στηρίζει, όπως στήριζε τον Ιάσονα, με πικνίκ τα πρωινά της Κυριακής στο γρασίδι του Μεγάρου και τα απογεύματα συζυγικά pep talks για να πετύχουν οι παρουσιάσεις του στα μίτινγκς της Δευτέρας. Για υπερωρίες έμενε σπάνια ο Ιάσονας. Φρόντισε να μου το ξεκαθαρίσει απ’ όταν τον πρωτοπροσέλαβα και να μου εξηγήσει ότι η γυναίκα του δεν γίνεται να μένει πολλές ώρες μόνη της αφότου σχολάσει από τη δική της δουλειά. Εγώ που είχα πιο σημαντικά πράγματα να ασχοληθώ από την προσωπική ζωή και τα προβλήματα των υπαλλήλων μου, το δέχτηκα χωρίς πολλά πολλά και σίγουρα χωρίς να εκφράσω την απορία μου για το, αν έχει παντρευτεί γυναίκα ή σκύλο που καταστρέφει το σπίτι, αν μείνει τρεις ώρες παραπάνω μόνος του. Μάλλον, αν έμενα τόσο αδιάφορη για τα προσωπικά τους, όσο ήμουν στην αρχή, τώρα να θαύμαζα τα αγάλματα στο σαλόνι μου και όχι στον τάφο μου. Όχι ότι αλλάζει κάτι τώρα, μόνο το μέλλον μπορεί να πάρει άλλες τροπές και νομίζω πως ούτε αυτό είναι στο χέρι μου. Μεγάλη απογοήτευση το να μην μπορώ να στοιχειώσω κάτι και να μην επηρεάζω το οτιδήποτε· πραγματικά πίστευα ότι είχαμε μια ελπίδα ως ανθρωπότητα να δικαιωθούμε στο θέμα των φαντασμάτων. Αλλά, όση πρόοδος και να υπάρξει στις ευγενείς επιστήμες, άλλη τόση άγνοια παραμονεύει ύπουλα να πνίξει τον αλαζόνα άνθρωπο.
Επιτέλους τέλειωσαν με την ταφή. Μου φαίνεται ότι τους πήρε τουλάχιστον τη διπλάσια ώρα από ότι θα έπρεπε, μέχρι να βάλουν το φέρετρο σωστά, να κλάψει λίγο περισσότερο η θεία μου και να προσπαθήσει να βρει παρηγοριά στον πάτερ που έπρεπε να ξανασυγκεντρώσει τον κόσμο στη σωστή πένθιμη ατμόσφαιρα μετά τη διακοπή της Φαίδρας, ώστε να τελειώσει με τις ευχές. Αγαπημένη θεία κι ας μην είχαμε το ίδιο γούστο στη διακόσμηση, σπιτιού ή κηδείας. Κάθε φορά που πήγαινα επίσκεψη, είχε έτοιμο ένα κέικ να με κεράσει και πάντοτε, όταν μου σέρβιρε το πρώτο κομμάτι, έπαιρνε το σοβαρό της ύφος (αυτό που κρατούσε για τα παιδιά της, όταν μάθαινε ότι αντιμίλησαν στη δασκάλα τους στο σχολείο) και μου έλεγε να θυμάμαι ότι όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζω είναι σαν τη ζάχαρη άχνη: Σίγουρα δίνουν γεύση, αλλά αν χρειαστεί, να μην φοβηθώ να τινάξω λίγη ζάχαρη από το κέικ, γιατί αλλιώς μπορεί να πνιγώ ή να ανέβει το ζάχαρό μου. Όση ζάχαρη κι αν μείνει τελικά, η ζωή μου παραμένει το καλύτερο κέικ σοκολάτας, που θα φάω και όλα τα κομμάτια του ανήκουν αποκλειστικά σε ’μένα.
Απ’ ότι φαίνεται δεν έκαναν όλες οι θείες μαθήματα φιλοσοφίας όσο σέρβιραν κέικ και έτσι η Φαίδρα άφησε τους καθωσπρεπισμούς της –κάτι που δεν ήμουν σίγουρη ότι ήταν ικανή να κάνει και πετάχτηκα από την ξαφνική ορμή της– και μπούκαρε στο γραφείο μου την τελευταία Παρασκευή. Διότι το πρόβλημα του να είσαι το αφεντικό, είναι το ότι, όταν κάνεις απολογισμούς, μένεις τα βράδια μόνος σου στην εταιρεία. Προφανώς και ήξερα τι έγραφαν τα σημειώματα εκείνα που ανέμιζε μπροστά μου κι ακόμα τα θυμάμαι, όχι επειδή τα έγραψα εγώ, αλλά διότι οι περισσότεροι θα θυμούνταν λεπτομερώς κάτι που θα τους μετέτρεπε σε ασαφή ύπαρξη δυο εβδομάδες αργότερα.
Το πρόβλημα με τον Ιάσονα είναι ότι δεν πετάει ποτέ τίποτα στη ζωή του. Τον παρακαλούσε η καθαρίστρια να την αφήσει να πάρει στην ανακύκλωση τα πρόχειρα χαρτιά που είχε σε στοίβες πάνω στο γραφείο του και εκείνος κάθε φορά αρνούνταν, γιατί μπορεί να του χρειάζονταν δήθεν. Δεν μου κάνει καμία εντύπωση, λοιπόν, που δεν πέταξε αμέσως τα σημειώματα, αλλά τα έβαλε στην τσέπη του σακακιού του. Εσωτερική τσέπη μεν, αλλά σε σακάκι που θα επέστρεφε σπίτι του και θα το αναλάμβανε σχολαστικά η Φαίδρα.
Από την άλλη, το πρόβλημα μαζί μου είναι ότι κρατάω τις υποσχέσεις μου κυρίως προς τους άλλους κι όχι προς τον εαυτό μου. Διότι είχα αποφασίσει, να πηγαίνω με τις σκάλες μπας και κάνω λίγη γυμναστική που την είχα κόψει με όλη τη δουλειά, αλλά τα τακούνια μου με υποχρέωναν να παίρνω το ασανσέρ πού και πού. Και όταν πάνω στη βιασύνη μου εκείνη τη μέρα το κάλεσα και είδα τον Ιάσονα μέσα με τον σοφέρ της εταιρείας, υποσχέθηκα –δεν ξέρω ποιο άλλο αφεντικό θα το έκανε αυτό– να τον βοηθήσω να το διαπραγματευτεί με το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού και να το φέρει μαλακά στη Φαίδρα. Με έπεισε το πάθος του –περίπλοκη έννοια το πάθος– το δικό του, μα και του σοφέρ (τα σημειώματά του ήταν σίγουρη απόδειξη) κι άλλωστε δεν είναι τόσο σπάνιο πια να ανακαλύπτει κανείς τη σεξουαλικότητά του μετά από χρόνια γάμου. Για πολλούς η συνειδητοποίηση ταυτίζεται με το άτομο που τη φέρνει και ο σοφέρ μας ήταν η απόλυτη αποκάλυψη, κι ας άργησε να εμφανιστεί στον Ιάσονα. Το πάθος για ελευθερία του εαυτού του τον έκανε να θέλει να αφήσει τη Φαίδρα. Δεν θα ήταν σωστό, άλλωστε, να την κρατήσει στον γάμο που πλέον για αυτόν ήταν ψεύτικος. Αλλά πώς αφήνεις έτσι έναν άνθρωπο που σε έχει φροντίσει τόσο και που έχει στηρίξει τον εαυτό του πάνω σου με τέτοιον τρόπο;
Ο μόνος άνθρωπος που ήξερε ήμουν εγώ που έσπασα την υπόσχεσή μου να αποφεύγω το ασανσέρ και την αρχή μου να μην ανακατεύομαι στα προσωπικά των υπαλλήλων. Οι κλήσεις, τα μηνύματα και τα «μίτινγκς» μου με τον Ιάσονα έγιναν ξαφνικά καθημερινά, μέχρι να σκεφτεί ποια θα ήταν η κατάλληλη στιγμή και οι σωστές λέξεις για να μιλήσει στη γυναίκα του. Αυτός να σκέφτεται και εγώ, μοναδικός γνώστης της συνειδητοποίησής του, να στηρίζω τον καλύτερό μου υπάλληλο για να μην χάσει το μυαλό του. Πώς να ξεφύγουν, όμως, η αλλαγή του και οι δραματικά αυξημένες κλήσεις μας από τη Φαίδρα, που σταμάτησε το απογευματινό της γυμναστήριο για να περνάνε πιο πολλές ώρες μαζί; Το πρώτο και μάλλον μοναδικό που σκέφτηκε ήταν, πως εγώ ήμουν η πέτρα του σκανδάλου και γι’ αυτό δεν δείλιασε να χαλάσει την εικόνα της και να έρθει στο γραφείο να με αντιμετωπίσει σαν αγριόγατα που μόλις είχε βγει απ’ το κλουβί. Η φράση «δεν είναι αυτό που νομίζεις», δεν έπεισε ποτέ κανέναν βέβαια, αλλά δεν είχα πολλές εναλλακτικές, αφού είχα υποσχεθεί να μην μιλήσω πουθενά εγώ για την ομοφυλοφιλία του Ιάσονα.
Υπό άλλες συνθήκες θα αισθανόμουν τουλάχιστον οργή για την τροπή που πήραν τα πράγματα. Υπό άλλες συνθήκες; Μάλλον υπό συνθήκες ζωντανού. Τώρα πάντως δεν μου φαίνεται πως είναι θυμός αυτό που νιώθω· θα έλεγα ότι είναι περισσότερο σαν μια πληρότητα του να ξέρεις και να καταλαβαίνεις πράγματα που δεν μπορείς να γνωρίζεις, όταν τα ζεις ή τα ζουν άλλοι πίσω απ’ την πλάτη σου, μια ελευθερία, μια ήρεμη ικανοποίηση. Ο ρωμαϊκός θεός Ιανός έχει δυο πρόσωπα κι αν στο ένα είναι η πληρότητα της ελευθερίας, το άλλο καλύπτεται απ’ τη μαύρη τρύπα του κενού. Του κενού εκείνου που έχεις, όταν συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα περασμένο ή μελλούμενο κι όλα θα πάρουν τον δρόμο που τους ορίζουν οι αποφάσεις ανθρώπων, οι οποίοι ζουν ακόμη μέσα στην άγνοια, το σφάλμα και το πάθος. Περίεργο πράγμα το πάθος. Κι αυτό Ιανός, καλό ή κακό πρόσωπο; Λένε ότι ο συγγραφέας και ο δολοφόνος ζητούν και οι δύο κίνητρο, κι αυτό το βρίσκουν στο πάθος. Μόνο που στη μια περίπτωση είναι η τρέλα του καλλιτέχνη κι η δολοφονία που διαπράττει μονάχα ποιητική· στην άλλη, τρέλα του πεζού ανθρώπου που έχασε τον εαυτό του χωρίς να μάθει ποιος ήταν όντως.
Απ’ την πληρότητα ξέρω ότι αυτή μου έβαλε χάπια στο ποτό μου στο τελευταίο φιλανθρωπικό γκαλά της εταιρείας. Εύκολη λύση, αφού τα συγκεκριμένα τα ’παιρνα από μόνη μου σε μικρές δόσεις για τις ημικρανίες κι όλοι ήξεραν ότι τα φυλάω στο πρώτο συρτάρι του γραφείου μου αριστερά. Σε μια απ’ τις μεγάλες κρίσεις μου ημικρανίας, πήρα περισσότερο από το κανονικό και η καρδιακή προσβολή ήταν πιο γρήγορη από το ασθενοφόρο. Ή τουλάχιστον αυτό ήταν το συμπέρασμα του γιατρού που βρήκε τόση ποσότητα από τα χάπια στο αίμα μου. Απ’ το πρόσωπο της πληρότητας νιώθω ότι αρχικός στόχος ήταν να με στείλει στο νοσοκομείο για δυο- τρεις εβδομάδες, μέχρι να πείσει τον Ιάσονα να παραιτηθεί και να αλλάξει εταιρεία. Βέβαια, προτίμησε να βάλει περισσότερη δόση παρά καταλάθος λιγότερη. Με είχε σκοτώσει ήδη υποσυνείδητα, οπότε η κατάληξη ήταν μονόδρομος. Από την άλλη, ο Ιάσονας, προφανώς στο μυαλό της παρέμενε σταθερός στον θρόνο του και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να του ρίξει το φταίξιμο για την υποτιθέμενη μοιχεία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να τον απομακρύνει από οτιδήποτε τον παρέσυρε σε αυτήν την κατάσταση, που στο μυαλό της αυτό ήμουν εγώ.
Κι απ’ το πρόσωπο του κενού δεν μπορώ να ελέγξω το τι και πώς θα πράξει παρακάτω ο Ιάσονας. Θα την αφήσει; Ξέρω ότι ανησυχεί για την αντίδρασή της. Μια από τις φορές που το συζητούσαμε, μου έδειξε μια κάρτα που του είχε χαρίσει στην επέτειο των τριών χρόνων γάμου τους, στην οποία έγραφε ότι πλέον δεν υπάρχει Φαίδρα, αλλά μόνο Ιάσονας και Φαίδρα κι όσο θα περνούν τα χρόνια η λατρεία της μόνο θα μεγαλώνει. Μου το έφερε ως απόδειξη της αγάπης της. Εγώ βρήκα την αφιέρωσή της ενοχλητικά τρομακτική. Αν «πλέον δεν υπάρχει Φαίδρα», τότε δεν υπάρχει ούτε Ιάσονας, παρά μόνο η ένωσή τους. Το απόλυτο όνειρο για τα ρομαντικά βιβλία, αλλά πηγή τρέλας, άσχημης τρέλας, για την πραγματική ζωή.
Αρχίζει σιγά σιγά να φεύγει ο κόσμος, ένα μπουλούκι από μαύρα υφάσματα, κι οι περισσότεροι να κρατιούνται από το μπράτσο δυο-δυο, με στεγνωμένα δάκρυα στα μάγουλα που ξαναυγραίνονται από το ψιχάλισμα που μόλις άρχισε (επιτέλους η κινηματογραφική στιγμή μου). Η αγαπημένη φίλη μου, έχει βάλει το ωραιότερο άγαλμα που είχα στη συλλογή μου, αυτό της θεάς Αφροδίτης που βγαίνει από ένα επιχρυσωμένο κοχύλι, ακριβώς απέναντι από τη φωτογραφία μου που βρίσκεται στη μέση του σταυρού. Μια αιωνιότητα να κοιτάει η θεότητα την ψυχή μου κι εγώ να την κοιτάω στα μάτια και να της λέω πως από εκείνη ξεκίνησαν όλα. Για τους δικούς της λόγους –άγνωστες οι βουλές των θεών σε κάθε εποχή και Ύβρις, αν προσπαθήσουμε να τις καταλάβουμε– έστειλε τον γιο της στην πιο άρρωστη μορφή του να τρελάνει τη Φαίδρα. Και πρέπει να ήταν λόγοι σοβαροί για να οδήγησε μια γυναίκα να σκοτώσει γυναίκα, ενώ αυτή η ίδια, ο πιο γυναικείος και φεμινιστικός συμβολισμός, πονούσε κάθε φορά που κάποιος άντρας αποφάσιζε να δοκιμάσει τη δύναμή του πάνω σε οποιαδήποτε γυναίκα, σε οποιαδήποτε από τις κόρες της. Κόρη της να σκοτώνει κόρη, για γιο άλλου θεού και υπεύθυνος ο χαμένος της εαυτός. Μια αιωνιότητα τώρα θα το συζητάνε τα μάτια μου με την Αφροδίτη και τους λόγους της δεν ξέρω, αν θα μου τους αποκαλύψει ποτέ η θεά.
Επιμέλεια κειμένου: Βάσω Τσακάλου
